Το νόημα της ευτυχίας

Στο βίντεο με την τελευταία του συνέντευξη, ο Λιου Σιαομπό φορούσε σκούρο καλοσιδερωμένο πουκάμισο, αλλά σε μια στιγμή που η κάμερα κατέβηκε χαμηλότερα φάνηκε από κάτω η γκρίζα του φόρμα. Η κάμερα είχε πάρει τη βιβλιοθήκη του. Αναμμένα σποτάκια, κι ας ήταν μέρα. Απ’ το παράθυρο, ένα γυμνό δέντρο – ίσως αυτό του ποιήματος της Λιου Σια. Το δέντρο δεν είχαν λόγο να το κόψουν. Η Κίνα τώρα έχει πολύ περισσότερα δέντρα, είχε πει σε ανύποπτο χρόνο ο Αυστραλός φυσιοδίφης.

Δεν φοβάσαι; ρωτούσε στο βίντεο τον Σιαομπό ο δημοσιογράφος.

Δύσκολα θα βρισκόταν άνθρωπος να διαφωνεί με τη διατύπωση της Χάρτας, κι αυτό ακριβώς είχε θορυβήσει τις αρχές. Ζητούσε ελεύθερες εκλογές και συνταγματική διακυβέρνηση, και την υπέγραφαν πολλοί Κινέζοι διανοούμενοι. Έγιναν συλλήψεις, προφυλακίσεις, κατασχέσεις τετραδίων και προσωπικών υπολογιστών. Μόνο όμως ο Λιου Σιαομπό καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης έντεκα ετών, με την κατηγορία ότι υποκινούσε την ανατροπή της κυβέρνησης. Τα έντεκα χρόνια ισοδυναμούν με τέσσερις χιλιάδες δεκαοκτώ μέρες, και υπάρχουν τέσσερις χιλιάδες εικοσιτέσσερις κινέζικοι χαρακτήρες στη Χάρτα. Μια μέρα για κάθε κινέζικο χαρακτήρα, κύριε Λιου, και σας χαρίζουμε τους τελευταίους έξι.

Δεκέμβρης, πριν την πανδημία. Σκοτάδι, κι ας κοντεύει οκτώ. Πίσω απ’ το χοντρό συρματόπλεγμα, ο λυκειάρχης με κλασικό σκούρο κουστούμι και κλασική μαύρη ομπρέλα. Τα μαύρα στρογγυλά γυαλιά του πιο μάτια απ’ τα μάτια του. Πιο πίσω, το μακρυνάρι του κτηρίου που θυμίζει ανολοκλήρωτη μακέτα. Τα κίτρινα παράθυρα στο ρετιρέ είναι μάτια που δεν καθρεφτίζουν την ψυχή. Από κάποιο απ’ αυτά τα παράθυρα, ο λυκειάρχης θα πρέπει να είδε τους μαθητές να κουβαλάνε τον καναπέ και τους κάδους και να τα στήνουν μπροστά στις εισόδους. O λυκειάρχης ζει μέσα στο σχολείο, κάτι που οι περισσότεροι το αγνοούν. Το διαμέρισμά του σίγουρα έχει θέα στη λεωφόρο κι όχι στην πίσω πλευρά με το νεκροταφείο, όπου βλέπουν οι τουαλέτες και η αίθουσα καθηγητών.

Στο πεζοδρόμιο συγκεντρωμένο ένα πλήθος. Μαθητές σκαρφαλωμένοι σε πράσινους κάδους σκουπιδιών. Τα κεφάλια κάποιων φτάνουν στο ύψος της αψίδας με την επιγραφή που φέρουν τα δημόσια εκπαιδευτήρια της χώρας: Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη. Προχειρότητα, Περικοπές, Υποβάθμιση, θα μπορούσε να προσθέσει κανείς. Το περιπολικό κάνει βόλτες στη λεωφόρο. Ένας ένστολος βρίσκεται ήδη μέσα στο προαύλιο. Με πρόσκληση του λυκειάρχη; Οι απεργοί καθηγητές σχηματίζουν πηγαδάκια, οι περισσότεροι χωρίς ομπρέλα και μόνο κάποιοι με κουκούλα. Ένα ενενήντα εννιά τοις εκατό των Γάλλων εκπαιδευτικών συμφωνεί μαζί μου, δήλωσε ο υπουργός παιδείας σε ραδιοφωνική συνέντευξη, λες και το πολίτευμα της χώρας είναι το πολίτευμα της Κίνας.

Μέχρι το απόγευμα έχουν όλα τελειώσει. Eξετάζει προφορικά δυο Κινέζους φοιτητές. Αργότερα θα ανακαλύψει πως μόνο ο ένας έχει κινέζικο επίθετο, που σημαίνει Τοξότης. Το επίθετο του άλλου είναι βιετναμέζικο και σημαίνει Βασιλιάς. Κρίνοντας απ’ τα γαλλικά του, ο Βασιλιάς έχει μεγαλώσει εδώ. Τα αγγλικά του όμως είναι τόσο υποτυπώδη που θα πρέπει μάλλον να ξεχάσει τη Grande École. Για κακή του τύχη, το άρθρο που του έπεσε αφορά ένα κίνημα αντίδρασης στα ασφυκτικά πρότυπα ομορφιάς στη Νότιο Κορέα. Ένα τρίτο του γυναικείου πληθυσμού στη Νότιο Κορέα έχει φάει μαχαίρι, γράφει κάπου το κείμενο, αλλά είναι αμφίβολο ότι ο Βασιλιάς καταλαβαίνει πως το ένα τρίτο έχει υποβληθεί σε πλαστική. Όταν εκείνη επιχειρεί να οδηγήσει την κουβέντα στην ανισότητα των φύλων στη Δύση, ο Βασιλιάς δεν είναι σε θέση να της πει τίποτα σχετικά.

Θα το σκεφτεί εκ των υστέρων: Ο Βασιλιάς την κοιτούσε μ’ αυτά τα μάτια επειδή νόμιζε πως τον είχε περάσει για Κορεάτη; Αλλιώς θα του είχε δώσει κάποιο άλλο ευκολότερο κείμενο;


Ο Τοξότης έχει ένα παχουλό πρόσωπο που αστράφτει από πάστρα, μάλλον επειδή είναι σπανός. Το δικό του κείμενο συγκρίνει την αισιοδοξία και αγωνιστικότητα των νέων στη Δύση και στις αναπτυσσόμενες χώρες. Με τα σπασμένα του αγγλικά (που πάντως είναι καλύτερα απ’ του Βασιλιά), ο Τοξότης την πληροφορεί πως και η Κίνα είναι αναπτυσσόμενη χώρα, αφού κάποια εκατομμύρια του πληθυσμού της αποτελούνται από αναλφάβητους. Τον ρωτάει αν έχει ζήσει καθόλου στην Κίνα. Της απαντάει πως έχει περάσει μερικούς μήνες με τη γιαγιά και τον παππού του σε κάποια δυτική επαρχία – δεν κατάλαβε ποια. Κινέζικα όμως έμαθε από τη μητέρα του, της διευκρινίζει, λέγοντας «κινέζικα» κι όχι «μανδαρίνικα». Πολύ θα ήθελε να ξέρει πώς ήρθε η μητέρα του εδώ, τι επαγγέλλονται οι γονείς του. Τους φαντάζεται εστιάτορες και την ίδια στιγμή της έρχεται στο νου μια εικόνα απ’ τη Μπελβίλ, επιστρέφοντας βράδυ με ποδήλατο. Γυναίκες στημένες μπροστά στα κατεβασμένα ρολά και στις εισόδους, ντυμένες με ρούχα που δεν διαφέρουν απ’ αυτά που φοράνε όσες δεν κάνουν αυτή τη δουλειά. Ρούχα που δεν εκθέτουν σάρκα. Ούτε είναι ιδιαίτερα βαμμένες. Αν δεν ήταν τόσες πολλές, αν δεν στέκονταν τόσο ακίνητες, θα έλεγες πως περιμένουν κάτι άλλο. Κάθε φορά που περνάει από δω βράδυ σκέφτεται «Κινέζες».

Πώς να νιώθουν οι Κινέζοι στη Δύση που τους Ασιάτες τους λένε συλλήβδην Κινέζους; Πώς νιώθουν οι Ασιάτες από άλλες χώρες όταν τους περνάνε για Κινέζους;

«Οι Γάλλοι δεν είναι ευχαριστημένοι, κι όμως τα έχουν όλα» την επαναφέρει η φωνή του Τοξότη. «Οι Γάλλοι λένε πως η Κίνα έχει δικτατούρα, αλλά εγώ λέω πως στην Κίνα οι άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι.»

Όπου να ’ναι θα της πει πως οι άνθρωποι στην Κίνα νιώθουν ασφαλείς γιατί υπάρχουν κάμερες παντού. Μπαίνει στον πειρασμό να τον προκαλέσει με μια μικρή ερώτηση, αλλά τελικά δεν το κάνει. Ο Τοξότης προσθέτει επεξηγηματικά ότι οι άνθρωποι στην Κίνα είναι ευτυχισμένοι γιατί εκτιμούν αυτό που έχουν.

Να είναι, άραγε, και ο Γε-Τιαν της ίδιας γνώμης; Δεν πρόλαβαν να κουβεντιάσουν για το νόημα της ευτυχίας, δεν πρόλαβε να τον ρωτήσει αν είχε ακουστά τον Επίκουρο. Η ίδια πάντως θα συμφωνούσε πως οι άνθρωποι στην Κίνα δεν είναι μπλαζέ. Θυμάται ανθρώπους να χορεύουν το βράδυ στο πάρκο. Ζευγαράκια να κρατιούνται χέρι-χέρι, κρατώντας στο άλλο χέρι ένα χρωματιστό παγωτό. Οι άνθρωποι στην Κίνα συνήθως τους χαμογελούσαν.

«Οι νέοι στη Γαλλία, γιατί δεν εκτιμούν αυτό που έχουν;» ρωτάει τον Τοξότη.

«Τα βρήκαν όλα έτοιμα» της απαντάει αυτός με ετοιμότητα. «Στην Κίνα, οι άνθρωποι δεν περιμένουν από την κυβέρνηση. Αν χρειαστούν κάτι, θα το φροντίσουν μόνοι τους.»

Δυσκολεύτηκε το πρωί να μπει στο κτίριο; τον αιφνιδιάζει. Σκουπιδοτενεκέδες μπροστά στην είσοδο, κατάληψη, αστυνομία... Πώς του φαίνονται όλα αυτά;

Ο Τοξότης την κοιτάζει μ’ ένα μικρό χαμόγελο. Οι Γάλλοι γκρινιάζουν υπερβολικά, της λέει τελικά.

Τον ρωτάει στην ψύχρα αν έχει ακουστά τον Λιου Σιαομπό. Ο Τοξότης της ζητάει να επαναλάβει το όνομα, ύστερα κουνάει αρνητικά το κεφάλι. Ενδέχεται να φταίει η προφορά της, γι’ αυτό γράφει το όνομα σ’ ένα κομμάτι χαρτί. Ο Τοξότης ρίχνει μια ματιά σμίγοντας τα φρύδια, ύστερα σηκώνει το κεφάλι και την κοιτάζει ανέκφραστος. Εκείνη σκέφτεται πως το πρόσωπό του είναι παχουλό και φρέσκο σαν κωλαράκι μωρού. «Γνωστός αντιφρονών διανοούμενος που πέθανε πρόπερσι στη φυλακή» του εξηγεί ουδέτερα. Με το ίδιο μικρό χαμόγελο, ο Τοξότης λέει πως δεν ξέρει τι σημαίνει η λέξη αντιφρονών.

[ Προδημοσίευση από μυθιστόρημα που θα κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Πατάκη ]

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: