Βραβείο Βιβλίου για Παιδιά 2021

Βραβείο Βιβλίου για Παιδιά 2021

Γεννήθηκα το 1974 και λέω ιστορίες από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Στα δεκατρία μου σκέφτηκα για πρώτη φορά πως θέλω να γίνω συγγραφέας και δυο χρόνια αργότερα απέκτησα την πρώτη μου γραφομηχανή, χριστουγεννιάτικο δώρο των γονιών μου.
Σπούδασα υποκριτική στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης. Εργάστηκα στον τραπεζικό χώρο, στον τομέα της επικοινωνίας και των δημοσίων σχέσεων, μέχρι το 2016, οπότε αποφάσισα ν' αφιερωθώ ολοκληρωτικά στη συγγραφή.
Έχω γράψει σενάρια για την τηλεόραση και θεατρικά έργα για μεγάλους και μικρούς. Το 2018 το παιδικό εικονογραφημένο βιβλίο μου Η κίτρινη σημαδούρα ήταν στη Βραχεία Λίστα των λογοτεχνικών βραβείων του περ. Ο Αναγνώστης.
Το Γκούρι σημαίνει πέτρα είναι το πρώτο μου αφήγημα.

Θεοδώρα Κατσιφή

Βραβείο Βιβλίου για Παιδιά 2021


Βραβείο Βιβλίου για Παιδιά 2021

Μια ιστορία για ένα χωριό, ένα τσούρμο παιδιά κι έναν αγριάνθρωπο

——————

Κάθε καλοκαίρι,
µόλις έρχονταν οι Αµερικάνες, το τσούρµο παρασυρόταν σε ακόµη µεγαλύτερες σκανταλιές κι αταξίες, κάνοντας το χωριό άνω κάτω. Όµως κανείς δεν περίµενε πως εκείνο τον Αύγουστο ένα δωδεκάχρονο κορίτσι από την Αθήνα θα προκαλούσε τις Αµερικάνες και
θα έκανε τα πάντα για ν’ ανακαλύψει πώς χάθηκε πριν από χρόνια µια κοπέλα. ∆ιακοπές στο χωριό µε τη γιαγιά. Κάτω από έναν ήλιο που καίει την πέτρα χτίζονται παιδικές φιλίες, γιορτάζεται η ελευθερία και τολµηροί µικροί ντετέκτιβ αποκαλύπτουν µεγάλα µυστικά.

Βραβείο Βιβλίου για Παιδιά 2021


Πέτρα

Γκούρι σηµαίνει πέτρα.
Ήταν το δικό µου βουνό αυτός ο λόφος από σκίνα και πέτρα.
O ήλιος έκαιγε το χώµα και οι οχιές άφηναν το δέρµα τους.
Πέτρα, σκίνα, φρύγανα, γαϊδουράγκαθα.
Βουνό ήταν µέσα µου.
Μεγάλο, δυσπρόσιτο.
Σ’ αυτόν το βραχώδη τόπο άφηνα κάθε καλοκαίρι το δικό µου δέρµα.


Γκούρι

Ένας λόφος ήταν.
Το χωριό έγερνε πάνω του.
Είχε κι ένα σωλήνα νερού.
Ένα τσιµεντένιο πλοκάµι που ξεπηδούσε µέσ’ από τη γη, ορθωνόταν σαν τείχος και µετά βουτούσε πάλι στο χώµα. 
Το βρίσκαµε παιχνίδι!
Μια κατρακύλα από παιδικά ξυπόλυτα πόδια από την κορφή του ως την άκρη του χωριού. Ένας θεός ξέρει πώς δεν γκρεµίστηκε κανένας µας.
Από το Γκούρι αγναντεύαµε την Αγία Παρασκευή.
Ανάβαµε τα καντήλια στους τάφους µέρα µεσηµέρι.
Πίσω από το νεκροταφείο ήταν το δάσος.
Πυκνό. ∆εν πλησίαζε κανείς µας.
«Τολµάς να µπεις στο δάσος;» µε προκάλεσε ο Γιάννης, που ήταν µεγαλύτερός µου δυο χρόνια και µια φορά προσπάθησε να µε φιλήσει.
Σιγά που δε θα ’µπαινα!
Χώθηκα στη σκιά των δέντρων αφήνοντας πίσω µου µια ντουζίνα γουρλωµένα µάτια.
Τίποτα δεν ήταν γνώριµο. Αλλά ούτε που φοβήθηκα!
Κάθισα µε τη ράχη µου σ’ ένα πεύκο.
Η µυρωδιά του σίγησε το τύµπανο στο στέρνο.
Κοίταξα ψηλά ανακαλύπτοντας ένα δάσος από κλαριά και πευκοβελόνες. Πουθενά ουρανός.


Με φώναζαν Μανούβρα

Κανείς δεν µπορούσε να µε πιάσει.
Έτρεχα γρήγορα και τους ξέφευγα.
Ήταν ένα τσούρµο παιδιά. Σκληρά παιδιά. Χωριατόπαιδα.
Όλη την ώρα µε φοβέριζαν πως θα µε δείρουν.
«Άµα σε πιάσουµε, θα δεις τι έχεις να πάθεις!»
Μου έβαζαν τρικλοποδιές για να φάω τα µούτρα µου. Κι εγώ το ανταπέδιδα.
Όταν οι γλώσσες τους στέγνωναν απ’ το κυνηγητό, τους άφηνα να µε πιάσουν.
Αλλιώς θα µ’ έβγαζαν απ’ τη συµµορία.
Μια φορά µ’ έσπρωξαν άσχηµα κι έπεσα µε τα µούτρα.
Μάτωσαν τα χείλη µου.
∆εν το περίµενα πως είχα τόσο αίµα.
Τα νύχια τους ήταν καφέ και στα γόνατά τους είχαν κάπαλα.*
Εγώ τα ’τρωγα τα νύχια µου. Μετά σταµάτησα να τα τρώω.
Τ’ άφησα να µακρύνουν, να γεµίσουν σκληρό χώµα. Να γίνω σαν κι αυτούς.
Όλη µέρα τριγυρνούσαµε.
Τα µεσηµέρια µαζευόµασταν.
Το απόγευµα ξαµολιόµασταν και πάλι.

* Η κρούστα από το ξεραµένο αίµα που σχηµατίζεται πάνω σε µια πληγή.


Θηλιά θηλιά

«Θα µου µάθεις βελονάκι, γιαγιά;»
«Τι το θες;»
«Να πλέκω σαν και σένα. ∆αντέλες!»
«Πώς να σ’ το µάθω; ∆εν ξέρω πώς!»
«Πλέκε αργά κι εγώ θα κοιτάω».
Θηλιά θηλιά, το ’µαθα το βελονάκι, κι ήµουν έντεκα χρονών.
Μόνο που την κοίταγα. Μετά πήρε το χέρι µου µπρος.
Έπλεξα µια δαντέλα λευκή για το µωρουδίστικο µαξιλαράκι της αδελφής µου.
«Τώρα θα είµαστε τρία αδέλφια! Κι εγώ τρία παιδιά θέλω να κάνω. Σαν εσένα και τη µαµά µου».
Έβγαλε το σταυρό της, µια φλοίδα χρυσού, απ’ το λαιµό.
«Άπλωσε την παλάµη σου».
«Τι;»
«Να µάθεις πόσα παιδιά θα κάνεις».
Μεταξύ αντίχειρα και δείχτη κούνησε τρεις φορές το σταυρό σαν να τον βουτούσε σε κολυµπήθρα. Ύστερα τον κράτησε ακίνητο πάνω από την παλάµη µου και η αλυσίδα άρχισε να λικνίζεται κι ο σταυρός να κάνει κύκλους. Μόνο για µια φορά.
«Ένα».
«Τι ένα, γιαγιά;»
«Ένα. Κορίτσι».



Όλοι το λένε

«Τα παιδιά λένε πως τη σκότωσε ο πατέρας της».
«Πάλι τα ίδια;» βρόντηξε η γιαγιά µου. «Τέτοιο λόγο µην τον ξαναπείς».
«∆εν τη σκότωσε δηλαδή;»
«Αυτός ο αγριάνθρωπος ό,τι έκανε θα το βρει από το Θεό. Μόνο που κανείς δεν τον είδε να τη σκοτώνει. Το κατάλαβες; Η Γιωργίτσα χάθηκε. Μπήκε στο δάσος και χάθηκε. Ούτε πτώµα βρέθηκε ποτέ. Και σκοτωµός χωρίς πτώµα δε γίνεται».
«Τα παιδιά λένε πως µέθαγε και τη χτυπούσε. Και τον Θέµη χτυπούσε, γι’ αυτό είναι χαζός».
«Ποιος τα λέει αυτά;»
«Τα παιδιά το λένε. Όλοι το λένε!»
Με άρπαξε από τον ώµο κοιτώντας µε ίσια στα µάτια.
«Άκου να σου πω, δεν είναι για σένα αυτά! Τα παιδιά δεν ξέρουν τι λένε. Ο Θέµης γεννήθηκε µε µια αρρώστια, γι’ αυτό είναι έτσι, αλλά χαζός δεν είναι. Κι ούτε να προσπαθήσεις να τον κοροϊδέψεις. Όταν ήταν µικρό παλικαράκι κι έβλεπε τον πατέρα του να µεθάει και να χτυπάει τη µάνα του και την αδελφή του, χιµούσε πάνω του να τις γλιτώσει. Ο αγριάνθρωπος όµως δεν τον πείραζε ποτέ, γιατί µετά έπεφτε κάτω, του γύριζαν τα µάτια κι έβγαζε αφρούς. Το κατάλαβες τώρα;»
«Και γιατί η αστυνοµία δεν έκλεινε τον αγριάνθρωπο στη φυλακή;»
«Και ποιος θα του ’φερνε την αστυνοµία; Ποιος, µόι;*»

* Χαζός.

Ίσως κάποιος ήξερε

∆υο χρόνια µετά το χαµό της Γιωργίτσας πέθανε κι η µάνα της. 
Κάτω από τη µουριά στην αυλή τους, εκεί σταµάτησε να χτυπάει η καρδιά της.
Μετά την κηδεία της γυναίκας του, ο αγριάνθρωπος πηγαινοερχόταν στον παπα-Σωτήρη, τον παππού του Τρίχα.
Στο χωριό λέγανε πως έψαχνε να βρει συγχώρεση για τα κρίµατα που είχε κάνει, αλλά ο παπα-Σωτήρης τον έβαζε να κάνει διάφορες δουλειές για να τον απασχολεί από το ποτό και την τραγωδία που τον είχε βρει.
Άσπριζε την εκκλησία, κλάδευε τα δέντρα στο προαύλιο, µάζευε τα τσουβάλια µε τα απόκερα.
Κι αν ο αγριάνθρωπος έψαξε να βρει συγχώρεση; Αν δεν µπορούσε ν’ αντέξει τα κρίµατά του; Αν είχε εξοµολογηθεί τα βάρη του;
Τότε µόνο ο παπάς θα µπορούσε να γνωρίζει.


Τίνος είσ’ εσύ;

Στο λιγοστό φως του δωµατίου προσπάθησε να αναγνωρίσει ένα πρόσωπο εντελώς ξένο.
«Τίνος είσ’ εσύ;»
«Είµαι η εγγονή της Θοδώρας».
«Ποιος σου είπε νά ’ρθεις εδώ;»
«Από µόνη µου ήρθα».
«Και τι θες;»
∆ίστασα να πω.
«Άντε, δρόµο τώρα!» είπε ξερά. 
Έκανε να γυρίσει πλευρό. 
«Θέλω να µάθω…» Αναθάρρησα.
«Θα φύγεις ή θα σε κυνηγήσω;» αγρίεψε.
«Θέλω να µάθω για τη Γιωργίτσα!» είπα αποφασισµένη.
Τα µάτια του γούρλωσαν.
«Χάσου από δω, βροµόπαιδο!» είπε σφίγγοντας τα δόντια.
«∆ε φεύγω αν δε µάθω τι έγινε!» επέµεινα.
Χωρίς να το περιµένω, άρπαξε µε το δεξί του χέρι τη µαγκούρα του, τη σήκωσε ψηλά και την κατέβασε µε όση δύναµη είχε προς το µέρος µου. Μαστίγωσε τον αέρα.
Τα ’χασα!
∆εν αστειευόταν!
Αυτή είναι όλη του η δύναµη, είπα µέσα µου και πήρα θάρρος να τον πλησιάσω περισσότερο. 
«Όλοι λένε ότι εσύ τη σκότωσες!»
Αυτή τη φορά δεν πρόλαβα ν’ αντιδράσω.
Η µαγκούρα του µε βρήκε στον αριστερό ώµο.
Η άκρη της πιάστηκε στον κρίκο που φορούσα στο αυτί.
Το σκουλαρίκι τραβήχτηκε βίαια κι εκσφενδονίστηκε κάπου µέσα στο δωµάτιο. Άρχισε να τρέχει αίµα.
Τρόµαξα κι έκανα πίσω.
∆υσκολευόταν να κινηθεί και ν’ αναπνεύσει, αλλά δεν άφηνε τη µαγκούρα από τα χέρια του. Έµοιαζε µε αφηνιασµένο γέρικο ζώο που το χνότο του µυρίζει νωπή γη και αποσύνθεση.
Προσπαθούσε απεγνωσµένα να µε χτυπήσει µαστιγώνοντας τον αέρα στα τυφλά.
«Φύγε απ’ το σπίτι µου! Τσακίσου από δω, βροµοθήλυκο!» γρύλισε µε θυµό.
«Εµπρός λοιπόν, γιατί δεν το παραδέχεσαι πως τη σκότωσες!»
Ήµουν οργισµένη που µε χτύπησε.
Η ανάσα του λιγόστεψε, η µαγκούρα γλίστρησε απ’ τα χέρια του και το κεφάλι του έγειρε.
Νόµισα πως πέθανε.



Χώµα θες;
∆έντρα θες;

∆εν πίστευα ούτε στον Παράδεισο ούτε στην Κόλαση.
∆εν πίστευα στις λάµιες, στις σοράγιες, στα φαντάσµατα.
Ούτε η θεια Κοντύλω πίστευε.
«Σ’ αυτό το χώµα που πατάµε θα πληρώσουµε τα κρίµατά µας. Κανείς δε γλιτώνει στο τέλος», µου είχε πει εκείνο το βράδυ που γυρίζαµε από το νεκροταφείο.
«Και τότε, αφού δεν υπάρχει τίποτα, τι γινόµαστε όταν πεθάνουµε;» τη ρώτησα.
«Το κούτσουρο που καίγεται στο τζάκι γίνεται στάχτη. Κι εµείς γινόµαστε µέρος της γης. Ούτε είδα ούτε ξέρω. Μια φορά, όλοι θα πεθάνουµε και θα µάθουµε από πρώτο χέρι».
Εκείνη τη στιγµή όλα φωτίστηκαν µέσα µου κι ένα αίσθηµα βαθιάς συµπόνιας µε κατέκλυσε για τον Θέµη.
Χώµα θες; ∆έντρα θες;
Όταν πεθαίνουµε, γινόµαστε δέντρα!
Αυτό προσπαθούσε να µου πει; Ότι θα γίνει δέντρο;

«Θα γίνει δέντρο! Έι, Θέµη; Για την Πατσαβούρα λέω. Θα γίνει ∆ΕΝΤΡΟ
Σταµάτησε να χτυπιέται. Ο Στάθης, µόλις ελευθερώθηκε από τα χέρια του, του έριξε µια δυνατή κλοτσιά και πήρε δρόµο.
Ο Θέµης κουλουριάστηκε απ’ τον πόνο.
«Μουριά, µόι!» είπε βογκώντας.
«Εντάξει, Θέµη. Θα γίνει µουριά», επανέλαβα συγκαταβατικά.
«Τι είπε; Θα γίνει µουριά; Είστε και οι δυο για δέσιµο», είπε περιφρονητικά η Μάγδα.
«Αυτό είπε, τι δεν καταλαβαίνεις;» της φώναξε ο Γιάννης.
Κοιτούσαν όλοι σαν χαζοί.
Οι Αµερικάνες ήρθαν και στάθηκαν από πάνω µας.
«∆ηλαδή τι, όταν πεθαίνουµε γινόµαστε δέντρα;» αναρωτήθηκε η Θαλασσινή.
«Ναι, µόι!» απάντησε ο Θέµης.
«Θα τη θάψουµε εδώ, όπως µας το ζήτησες, για να γίνει µουριά», είπα.
«Ναι, µόι!» συµφώνησε.
«∆ίπλα στην αδελφή σου τη Γιωργίτσα, ε, Θέµη;» ρώτησα µε σπασµένη φωνή.
Τα µάτια του φωτίστηκαν.
«Ναι, µόι!» είπε για µια ακόµη φορά.
Το ’λεγε ξανά και ξανά χωρίς σταµατηµό.
«∆ηλαδή, η αδελφή σου είναι θαµµένη εδώ; Αυτό µας λες τώρα;» τον ρώτησε τρέµοντας η Μάργκαρετ.
Η Τζώρτζια και η Άντζυ άρχισαν να τσιρίζουν σαν τρελές.
«Τίποτα δε γινόµαστε! Τίποτα!» Ήταν οι φωνές του Στάθη από το δρόµο. Έκανε σαν σπαστικός και µας πετούσε πέτρες.
Έβαλα τα κλάµατα.


Μια τελευταία φορά

Φαντάστηκα τη Γιωργίτσα και τον Θέµη στην κορυφή του σωλήνα, ν’ ανοίγουν τα χέρια τους και να πετάνε µακριά.
Χαρούµενοι κι ελεύθεροι οι δυο τους.
Ήθελα να πιστέψω µέσα µου πως η Γιωργίτσα είχε καταφέρει να βγει από το δάσος, πως τώρα βρισκόταν σ’ ένα καλύτερο µέρος. Πως θα µπορούσε να ησυχάσει πια.
Κι αν δεν υπάρχει τίποτα, όπως είχε πει ο Στάθης;
Είχα φτάσει στα µισά του σωλήνα.
Γύρισα και κοίταξα το Γκούρι.
Ένιωθα δικό µου αυτόν το λόφο από πέτρα, σκίνα, φρύγανα και γαϊδουράγκαθα.
Αφέθηκα να µε πάρει η κατηφόρα.
Ένα µέρος της καρδιάς µου θα έµενε εκεί, για πάντα.

Εικονογράφηση Πατρίτσια-Ευγενία Δεληγιάννη


Βραβείο Βιβλίου για Παιδιά 2021

Απόφοιτος του Τμήματος Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του ΕΚΠΑ, ολοκλήρωσα την πρακτική μου στη δημοσιογραφία στην εφημερίδα Καθημερινή.  Ακολούθως σπούδασα στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας (Τομέας Χαρακτικής), ενώ παρακολούθησα και το Εργαστήριο Γραφικών Τεχνών, Τυπογραφίας και Τέχνης του Βιβλίου, όπου μετά την αποφοίτησή μου εργάστηκα (2007-2011) ως διδάσκουσα, με αρμοδιότητες εκπαιδευτικές και συντονισμού των πολυδιάστατων δράσεών του.
Το 2008 πραγματοποίησα την πρώτη μου ατομική έκθεση χαρακτικής, με τίτλο «Μυστικοί Κήποι», στον Τεχνοχώρο της Ένωσης Ελλήνων Χαρακτών. Έχω συμμετάσχει σε ομαδικές εκθέσεις χαρακτικής, μικτών μέσων και βιβλίων καλλιτεχνών.
Σήμερα έχω στρέψει το ενδιαφέρον και τη δραστηριότητά μου στο χώρο των εικαστικών και εφαρμοσμένων τεχνών, της εικαστικής εκπαίδευσης και των μεταφράσεων.

Πατρίτσια-Ευγενία Δεληγιάννη


Πατρίτσια-Ευγενία Δεληγιάννη: Γκούρι Πατρίτσια-Ευγενία Δεληγιάννη: Γκούρι Πατρίτσια-Ευγενία Δεληγιάννη: Γκούρι Πατρίτσια-Ευγενία Δεληγιάννη: Γκούρι Πατρίτσια-Ευγενία Δεληγιάννη: Γκούρι Πατρίτσια-Ευγενία Δεληγιάννη: Γκούρι Πατρίτσια-Ευγενία Δεληγιάννη: Γκούρι Πατρίτσια-Ευγενία Δεληγιάννη: Γκούρι Πατρίτσια-Ευγενία Δεληγιάννη: Γκούρι

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: