Το Μαύρο Νομπέλ

Ήταν οι πρώτες ημέρες του Μαΐου του 1895, όταν ένας άνδρας βρήκε ένα γράμμα μπροστά από την πόρτα του σπιτιού του στο Βερολίνο. Η θέση του ονόματος του αποστολέα ήταν κενή. Το περιεχόμενο του γράμματος ήταν λακωνικό, αλλά σαφέστατο. Ο παραλήπτης του είχε κριθεί, για την πολύχρονη προσφορά του στον χώρο της λογοτεχνίας, άξιος να τιμηθεί με το «Βραβείο», χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις, καμία ένδειξη της ταυτότητας όποιου ή όποιων έκαναν αυτή την επιλογή. Στο αριστερό άκρο της σελίδας, ένα σύμβολο. Τρεις κύκλοι, ο ένας μέσα στον άλλον, με μια ευθεία γραμμή να ενώνει τον πρώτο με τον τελευταίο κύκλο. Δύο εβδομάδες αργότερα, ο άνδρας θα εξαφανιζόταν μυστηριωδώς. Από τότε μέχρι σήμερα έχουν δοθεί Βραβεία σε τέσσερεις ακόμα συγγραφείς. Αυτές είναι οι βιογραφίες τους:


Το Μαύρο Νομπέλ

1. Χέλμουτ Λέβερκιν (1839-1895)

Γεννημένος στο Ρένγκενσμπουργκ της Βαυαρίας, ο Χέλμουτ Λέβερκιν έδειξε από μικρή ηλικία ταλέντο στη μουσική. Μέχρι τα δεκατέσσερα του χρόνια, είχε μάθει να παίζει βιολί, τσέλο, πιάνο και αρμόνιο. Στα δεκαεπτά του, άφησε το πατρικό του και μετακόμισε στο Βερολίνο για να σπουδάσει, ευελπιστώντας να διευθύνει δική του ορχήστρα μέσα στην επόμενη δεκαετία. Κάτι τέτοιο δεν θα συνέβαινε. Στο δεύτερο έτος των σπουδών του, λίγες ημέρες πριν από τις διακοπές των Χριστουγέννων, έχασε ξαφνικά την ακοή του εξαιτίας μιας σπάνιας νευρολογικής ασθένειας. Για ένα ακόμα εξάμηνο, προσπάθησε να συνεχίσει τις σπουδές του, πριν τα παρατήσει. Ίσως αν η ασθένεια είχε εμφανιστεί αργότερα στη ζωή του, αν είχε προλάβει να τελειώσει τις σπουδές του, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Ο Λέβερκιν επέστρεψε στην γενέτειρά του, όπου εξασκήθηκε στο διάβασμα των χειλιών, και βρήκε δουλειά σε ένα τοπικό περιοδικό τέχνης. Έγραφε άρθρα για τις ζωές μεγάλων μουσικών. Τα άρθρα του ποτέ δεν απέκτησαν ευρεία απήχηση, αλλά τον έκαναν γνωστό στην κοινωνία των διανοούμενων της Γερμανίας, ενώ αποκάλυψαν μια ακόμα πτυχή του χαρισματικού ανθρώπου, την ικανότητα του να συνθέτει ακριβή, αιχμηρό και αριστοτεχνικά δομημένο λόγο. Το 1868, μετακόμισε για ακόμα μια φορά στο Βερολίνο, κρατώντας στα χέρια του το χειρόγραφο που θα γινόταν το πρώτο του μυθιστόρημα, το οποίο ξεκίνησε σαν ένα από τα άρθρα του, αλλά το μέγεθος του ξεπέρασε σύντομα τα όρια του περιοδικού. Θέμα του βιβλίου ήταν ο Τζουζέπε Ταρτίνι, ο συνθέτης που είδε τον διάβολο στον ύπνο του και αντέγραψε τις μελωδίες που του έπαιξε ο ίδιος ο Εωσφόρος. Ο εκδοτικός οίκος του πρότεινε να αλλάξει τα ονόματα των ιστορικών μορφών για να έχει μεγαλύτερη απήχηση στο κοινό. Το βιβλίο, με τον τίτλο Μελωδίες από τον Κάτω Κόσμο ήταν μια ικανοποιητική εισπρακτική επιτυχία και θεμελίωσε τον Λέβερκιν ως λογοτεχνικό ταλέντο. Οι αναμνήσεις τής πολλά υποσχόμενης μουσικής καριέρας του σύντομα θα ξεθώριαζαν παντελώς. Το επόμενο βιβλίο του, Οικογένεια Ρόζενθαλ, που αφορούσε μια οικογένεια πλανόδιων ηθοποιών του θεάτρου, του έφερε ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία, τόσο καλλιτεχνική όσο και εισπρακτική. Η γαλλική μετάφραση του βιβλίου ήταν το πιο δημοφιλές βιβλίο στη χώρα το 1874. Ελπίζω αυτή η επιτυχία να έφερε στη ζωή του Λέβερκιν λίγη ευτυχία, επειδή δεν μπορώ να φανταστώ έναν άνθρωπο να ζει τη δική του ζωή χωρίς μικρά διαλείμματα ευτυχίας. Τρία χρόνια μετά, οι γονείς του θα πέθαιναν από χολέρα. Το σοκ του θανάτου τους θα εκκινούσε το επόμενο στάδιο της ασθένειας του συγγραφέα, αυτή τη φορά στερώντας του γεύση και όσφρηση. Από αυτό το σημείο και μετά, ο Λέβερκιν μετά βίας άφηνε το σπίτι του. Δεν επικοινωνούσε ούτε καν με τους εκδότες του, απλά ταχυδρομώντας τα νέα του βιβλία μόλις τα ολοκλήρωνε. Δεν χρειάζεται πραγματικά να αναφερθεί ότι δεν έκανε ποτέ οικογένεια. Μια από τις σπάνιες φορές που είχε επαφή με τον έξω κόσμο ήταν το 1886, όταν προσέλαβε μια οικιακή βοηθό, καθώς η ασθένεια του είχε προχωρήσει σε βαθμό που δεν τα κατάφερνε πια μόνος. Όσοι τον είδαν περιέγραψαν την εικόνα ενός αγνώριστου ανθρώπου, καταρρακωμένου σε όλα τα επίπεδα, απότομου και στριφνού, με έναν τρόπο που έπειθε ακόμα και τον πιο εύθικτο να κάνει πίσω και να μην αντιδράσει στη συμπεριφορά του. Οι φήμες έλεγαν ότι ο λόγος που αποφάσισε ότι χρειαζόταν βοηθό ήταν ότι είχε αρχίσει να χάνει την όραση του. Αν αληθεύουν, υποθέτω ότι μέχρι την έκδοση του τελευταίου μυθιστορήματος του το 1890, Ο Μαθητευόμενος Γιατρός, ενός βιβλίου εμφανώς επηρεασμένου από τα προβλήματα υγείας του, του είχε απομείνει μόνο η αίσθηση της αφής. Μια ημέρα, η βοηθός του άνοιξε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας για να του σερβίρει πρωινό, αλλά ο Λέβερκιν ήταν άφαντος. Η γυναίκα θεώρησε ότι ίσως αποπειράθηκε να βγει έξω μόνος του, και χάθηκε. Έξι εβδομάδες αργότερα, η αστυνομία σταμάτησε να ψάχνει. Οι πιθανότητες ένας άνθρωπος με τα προβλήματα του να κατάφερνε να επιβιώσει τόσο καιρό ήταν ελάχιστες.

Όντας ο πρώτος νικητής του Βραβείου, κανείς δεν σκέφτηκε ότι ίσως υπήρχε κάποια σχέση ανάμεσα σε αυτό και την εξαφάνιση του. Για πολλά χρόνια, οι θαυμαστές του έργου του Λέβερκιν θεωρούσαν το Βραβείο απλά μια ακόμα απόδειξη της μεγαλοφυίας του αγαπημένου τους συγγραφέα, τίποτα περισσότερο από μια υποσημείωση σε μια μακρά λίστα από διακρίσεις.



Το Μαύρο Νομπέλ

2. Κόμισσα Ντίνα Μπορντό (1876-1938)

Εύκολα η λογική παραμερίζεται, και κανείς φαντάζεται ότι η ιστορία, σαν συνειδητός οργανισμός, λύγισε ώστε να επιτρέψει στην Ντίνα Μπορντό να πάρει τη θέση της σε αυτή. Η μητέρα της, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας του Βελγίου και αδερφή της κόμισσας του Μουλινσάρ, εγκατέλειψε το αρχοντικό της οικογένειας της, και μετακόμισε μαζί με την κόρη της στην εξοχή, όταν εκείνη ήταν δύο ετών. Ήταν λάτρης της επιστήμης και της ιστορίας, και η απομόνωση στην εξοχή της έδινε τη δυνατότητα να ασχοληθεί με αυτούς τους τομείς σε βάθος. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, η κόμισσα του Μουλινσάρ και ο άνδρας της πέθαναν αιφνιδίως από φυματίωση, και η μητέρα της Ντίνα κληρονόμησε τον τίτλο, τον οποίο κράτησε για έναν χρόνο, πριν πεθάνει και εκείνη σε ένα ατύχημα κατά τη διάρκεια ενός παιχνιδιού κροκέ. Και έτσι, στην ηλικία των δεκαεννιά, η Ντίνα Μπορντό έγινε κόμισσα του Μουλινσάρ. Το ψυχολογικό προφίλ που σχηματίζει κανείς βάσει των ντοκουμέντων δεν διαφέρει από τη μέση κοπέλα της ηλικίας της. Τίποτα δεν υποδείκνυε ένα άτομο ικανό για αυτό που συνέβη μετά, και οι κουτσομπόληδες της εποχής το απέδωσαν στο ψυχολογικό σοκ του θανάτου της μητέρας της. Την επόμενη ημέρα αφού κληρονόμησε επίσημα τον τίτλο και την περιουσία που συνεπαγόταν, εγκατέλειψε το Βέλγιο. Μέσα στα επόμενα χρόνια, ήταν λίγα τα μέρη του κόσμου που δεν επισκέφτηκε. Στο Νεπάλ, ανέβηκε με μια ανάσα τα επτακόσια εβδομήντα επτά σκαλοπάτια του Ναού του Ασημένιου Βούδα, ένα επίτευγμα το οποίο σύμφωνα με την τοπική παράδοση ανταμείβεται με άμεση Θεία φώτιση. Στο Ομάν, βοήθησε μια ομάδα Βεδουίνων στην αναζήτηση της μυθικής χαμένης πόλης Ιράμ, αν και το εγχείρημά τους αποδείχθηκε τελικά άκαρπο. Στη βόρεια Ελλάδα, πολέμησε μαζί με τους αντάρτες για την απελευθέρωσή της από την Οθωμανική αυτοκρατορία. Κατά τη διάρκεια αυτών των ταξιδιών, έγραψε μια σειρά από ποιήματα, το καθένα εκ των οποίων, με γλαφυρότητα και πυκνούς συμβολισμούς περιέγραφε περιστατικά από τα ταξίδια της. Το 1904 εκδόθηκαν σε μια δημοφιλή συλλογή με τίτλο Τα Ποιητικά Ημερολόγια, και χάρη στην επιτυχία τους, έγινε γνωστή σε όλη την υφήλιο ως τυχοδιώκτρια, φεμινιστικό είδωλο, αυτόχθονας κάθε τόπου όπου μπορούσε να βρει κανείς κίνδυνο. Η Κόμισσα Μπορντό, όμως, δεν είχε ζήσει ακόμα την πιο καθοριστική περιπέτεια της ζωής της. Το 1910, το πλοίο που επέβαινε δέχτηκε επίθεση από πειρατές στον Ατλαντικό. Εκείνη, τυπικά ξένη προς τον φόβο, ανέλαβε τη διαπραγμάτευση για την ασφάλεια των επιβατών. Η συμφωνία στην οποία κατέληξε με τους πειρατές ήταν απλή. Θα έπαιρναν την πλούσια ευρωπαία κόμισσα για να ζητήσουν λύτρα, και θα άφηναν τους υπόλοιπους ήσυχους. Δεν ζητήθηκαν ποτέ λύτρα. Οι πειρατές δεν άργησαν να αναπτύξουν μεγάλο θαυμασμό για την κόμισσα Μπορντό, την οποία έκαναν μέλος του πληρώματος. Σε μερικούς μήνες, ήταν αρχηγός τους. Υπό την ηγεσία της, εγκατέλειψαν την παρανομία, και κέρδισαν αμνηστία χάρη στη συμμετοχή τους σε επιχειρήσεις σαμποτάζ των Γερμανικών ναυτικών δυνάμεων στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο. Έτσι, η Ντίνα Μπορντό απέκτησε το παρατσούκλι που έγινε μέχρι και τίτλος της ταινίας με θέμα τη ζωή της που γύρισε ο David Lean το 1968, η «Βασίλισσα της Θάλασσας των Σαργάσσων». Μόνο όταν η ηλικία της άρχισε να την εμποδίζει να κάνει πράξη όσα σχεδίαζε στο μυαλό της, πάτησε ξανά στη στεριά. Πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής της με πιο ήπιο τρόπο, αφιερώνοντας τον περισσότερο χρόνο της στη συγγραφή τού πρώτου και τελευταίου της μυθιστορήματος, του αυτοβιογραφικού Ευαγγέλιου της Θάλασσας. Απέφευγε κοινωνικές συναθροίσεις, και τις λίγες φορές που αναγκαζόταν να συμμετέχει σε αυτές έστρεφε τη συζήτηση στα παλιά της ταξίδια. Δεν είναι ασυνήθιστη άποψη ότι ο θάνατος της μητέρας της προκάλεσε ένα ανεξίτηλο τραύμα, έναν εθισμό στην αδρεναλίνη, χωρίς την οποία ο εσωτερικός της κόσμος ήταν άδειος. Ίσως αυτή η άποψη δεν απέχει πολύ από την αλήθεια. Αλλά προτιμώ την πιο ρομαντική εκδοχή. Προτιμώ να σκέφτομαι ότι η Ντίνα Μπορντό πάντα προοριζόταν για αυτή τη ζωή, δεν κατέληξε σε αυτή εξαιτίας των γεγονότων, απλά τα γεγονότα της επέτρεψαν να τη ζήσει.

Κάτι που πρέπει να παραδεχτεί κανείς για την Ντίνα Μπορντό είναι ότι ήταν παράξενη επιλογή για οποιοδήποτε λογοτεχνικό βραβείο. Όχι με την έννοια ότι τα κείμενα της δεν ήταν αξιόλογα, επειδή ήταν, αλλά επειδή η λογοτεχνία ήταν το τελευταίο πράγμα στο μυαλό της. Τα βιβλία που έγραψε είχαν ως σκοπό να της δώσουν την ευκαιρία να ξαναζήσει στιγμές των περιπετειών της. Δύο ημέρες μετά τον θάνατο της, ένα γράμμα βρέθηκε στο συρτάρι του γραφείου της, το οποίο ανακοίνωνε ότι ήταν η δεύτερη νικήτρια του Βραβείου. Αν αυτό το γράμμα δεν είχε βρεθεί ποτέ, είναι σίγουρο ότι το όνομα της δεν θα ήταν τόσο συνυφασμένο με την τέχνη όσο είναι. Και, για περίπου τριάντα χρόνια, δεν ήταν. Ο μύθος του Βραβείου χτίστηκε μια ημέρα του Ιουνίου του 1966, μέσω ενός άρθρου της γαλλικής εφημερίδας Voie Lactée. Το άρθρο αναφερόταν σε ένα γράμμα που είχε λάβει από έναν ανώνυμο αποστολέα, που υποστήριζε ότι ήταν υπεύθυνος για το Βραβείο, και κατ’ επέκταση τον θάνατο του Χέλμουτ Λέβερκιν και της Ντίνα Μπορντό. Μέχρι τότε, κανείς δεν είχε συνδέσει τους θανάτους των δύο συγγραφέων. Η εφημερίδα έδωσε στο Βραβείο το πιο δημοφιλές του παρατσούκλι, «Το Μαύρο Νομπέλ», παρά το γεγονός ότι δόθηκε για πρώτη φορά έξι χρόνια πριν από το βραβείο της Σουηδικής Ακαδημίας. Το άρθρο κίνησε το ενδιαφέρον του κόσμου, οδηγώντας σε δεκάδες δευτεροκλασάτα βιβλία και ταινίες που υπόσχονταν τη λύση του μυστηρίου. Επίσης, κίνησε το ενδιαφέρον της αστυνομίας, η οποία δεν άργησε να εντοπίσει τον αποστολέα του γράμματος. Τελικά, αποδείχθηκε ότι ένοχοι ήταν μια λέσχη φοιτητών από το Παρίσι, οι οποίου ήταν λάτρεις της λογοτεχνίας, της φιλοσοφίας, και της θεωρητικής φυσικής, που αυτοαποκαλούνταν «Ιππότες της μη-Ευκλείδειας Τραπέζης». Φυσικά, δεν είχαν απονείμει αυτοί τα Βραβεία. Κανένα από τα δεκαεννιά μέλη της λέσχης δεν είχε γεννηθεί όταν η Ντίνα Μπορντό άφησε την τελευταία της πνοή. Ήταν απλά οι πρώτοι που παρατήρησαν το μυστήριο του Βραβείου, και το εκμεταλλεύτηκαν για μια κακόγουστη φάρσα. Οι διευθυντές της Voie Lactée δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι το Μαύρο Νομπέλ θα είχε ξανά θέση σε πρωτοσέλιδο της εφημερίδας τους, μέχρι τα γεγονότα που συνέβησαν πέντε χρόνια αργότερα.



Το Μαύρο Νομπέλ

3. Εστέβαν Ματέο Σαλβαδόρ Καβαγιέρο (1933-1971)

Το 1961, ένας άνδρας μετρίου αναστήματος, φορώντας χακί στρατιωτικό μπουφάν, ανεβαίνει με δειλά βήματα στο πλατό για μια συνέντευξη στην αργεντίνικη τηλεόραση. Ο παρουσιαστής του κάνει ερωτήσεις για το επόμενο μυθιστόρημα του, αλλά είναι εμφανές ότι ο νεαρός ψάχνει ευκαιρία για να αλλάξει θέμα. Κάτι μέσα του τον βασανίζει και έχει ανάγκη να το μοιραστεί. Η ευκαιρία εμφανίζεται με μια αθώα ερώτηση του παρουσιαστή, που θέλει να μάθει ποιο είναι το αγαπημένο του μουσικό είδος. Η απάντηση του, ο σοσιαλισμός. Αν αναζητήσει κανείς στο διαδίκτυο τον Εστέβαν Καβαγιέρο, θα βρει μια ιδιαίτερα μεγάλη λίστα από περιγραφές. Συγγραφέας, φαρμακοποιός, θεωρητικός της πολιτικής. Η πιο ακριβής από όλες είναι επαγγελματίας επαναστάτης. Γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες, ο νεαρότερος γιος μιας πλούσιας οικογένειας. Ο πατέρας του ήταν ιδιοκτήτης μιας εταιρίας καπνού, που παρήγαγε τα τσιγάρα Devil’s Lot, για ένα διάστημα τα πιο δημοφιλή τσιγάρα σε όλη τη Λατινική Αμερική. Στην ηλικία των δέκα, ο Εστέβαν στάλθηκε σε ένα οικοτροφείο στο Νταβός. Η εταιρία είχε προαποφασιστεί να περάσει στα χέρια των μεγαλύτερων αδερφών, και ήταν ένας τρόπος να μην αποσπά την προσοχή των γονιών του από το καθήκον της διαμόρφωσης των αδερφών του σε σωστούς επιχειρηματίες. Εκεί ανακάλυψε του δύο μεγάλους έρωτες της ζωής του, τη λογοτεχνία, ιδίως τους ανερχόμενους beat συγγραφείς, και τη Μαρξιστική θεωρία. Σπούδασε φαρμακευτική, αλλά δεν άσκησε ποτέ το επάγγελμα, τουλάχιστον όχι αμειβόμενα. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του, έγραψε το πρώτο του μυθιστόρημα, το ανατρεπτικό Ο Ιησούς στη Γη του Πυρός. Το βιβλίο, που αποτέλεσε αιτία να αφοριστεί από την Καθολική Εκκλησία, αφορούσε έναν άνδρα που διατεινόταν πως ήταν ο Μεσσίας της Δευτέρας Παρουσίας. Από το αξιοσημείωτο ποσό που κέρδισε χάρη στην επιτυχία του, κράτησε μόνο ελάχιστα χρήματα, και με τα υπόλοιπα χρηματοδότησε τους αντάρτες του Πουέρτο Ρίκο. Θα επαναλάμβανε αυτό το μοτίβο για την υπόλοιπη ζωή του, γράφοντας βιβλία σχεδόν κάθε χρόνο, και στη συνέχεια ρίχνοντας όλα τα κέρδη του σε λατινοαμερικάνικες επαναστάσεις. Μια από τις αγαπημένες ερωτήσεις των καθηγητών στο μάθημα της λογοτεχνίας είναι να ζητούν από τους μαθητές να αντιστοιχήσουν κάθε βιβλίο του με την επανάσταση την οποία χρηματοδότησε με τα κέρδη του. Στη θέση του θα το έβρισκα κολακευτικό, αλλά έχω την αίσθηση πώς στον ίδιο θα προκαλούσε αηδία. Ο Εστέβαν είχε ακόμα μια συνήθεια. Εξαφανιζόταν για μήνες, ακολουθώντας αντάρτες στα βουνά, προσφέροντας φαρμακευτική περίθαλψη, συχνά συμμετέχοντας σε ριψοκίνδυνες επιχειρήσεις, προκαλώντας πανικό στους εκδότες του. Κατά τη διάρκεια έξι μηνών που πέρασε στη Γουατεμάλα έγραψε ακόμα ένα σημαντικό μυθιστόρημα της καριέρας του, Οι γυναίκες πετσοκόβουν ό,τι απομένει, όπου περιέγραψε με αυστηρό ρεαλισμό και μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια τις συνθήκες του ανταρτοπόλεμου. Πολλοί από τους υποστηρικτικούς χαρακτήρες του βιβλίου ήταν αληθινοί αντάρτες που είχε γνωρίσει στη Γουατεμάλα. Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1960, όμως, η πίστη του Εστέβαν Καβαγιέρο στην αλλαγή άρχισε να φθίνει. Οι περισσότερες επαναστάσεις των οποίων είχε υπάρξει μάρτυρας μεταμορφώνονταν σε αυτό που πολεμούσαν, ενώ όσες δεν είχαν αυτή την κατάληξη ήταν αυτές που καταπνίγονταν. Το τελειωτικό χτύπημα ήταν το πραξικόπημα του 1966, που οδήγησε την Αργεντινή σε ένα βάναυσο καθεστώς στρατιωτικής δικτατορίας. Μετακόμισε ξανά στην Ελβετία, όπου αφοσιώθηκε στη συγγραφή, συγκεκριμένα ενός πολιτικού μανιφέστου, όπου ανέλυε μια ολοκαίνουρια μορφή σοσιαλισμού δικής του επινόησης, βασιζόμενος στον Μαρξισμό, αλλά με τη γνώση της αποτυχίας της εφαρμογής του. Τον Φεβρουάριο του 1971, έλαβε ένα γράμμα, που τον ενημέρωνε για τη βράβευση του από κάποια ανώνυμη αρχή. Πάλι, στη θέση του θα κολακευόμουν. Αλλά δεν είμαι ο Εστέβαν Καβαγιέρο. Εκείνος απάντησε με ένα μικρό άρθρο, αρνούμενος εμφατικά το Βραβείο. Η ιδέα ότι κάποια μορφή εξουσίας, επίσημη ή ανεπίσημη, ήταν σε θέση να κρίνει την αξία ενός συγγραφέα δεν ταίριαζε ιδιαίτερα με τις υπόλοιπες αντιλήψεις του. Μια εβδομάδα μετά, σε καυγά σε ένα μπαρ, μαχαιρώθηκε και πέθανε επιτόπου. Το θέμα του καυγά δεν ήταν ιδεολογικό, δεν αφορούσε καμία βαρυσήμαντη πολιτική θεωρία, αλλά μια ανούσια διαφωνία σχετικά με μια γυναίκα. Δεν ολοκλήρωσε ποτέ το μανιφέστο του.

Ο θάνατος του Καβαγιέρο ήταν σαν ο μύθος του Μαύρου Νομπέλ, κάτι που μέχρι τότε ζούσε στις χαραμάδες τις ιστορίας, να είχε εισβάλλει βίαια στην πραγματικότητα. Οι εκδότες της Voie Lactée, οι οποίοι θεωρούσαν το ζήτημα σε κάποιο βαθμό προσωπικό, αποφάσισαν να πάρουν τα πράγματα στα χέρια τους. Ήρθαν σε επαφή με έναν νεαρό βοηθό καθηγητή φυσικής ονόματι Σεμπαστιέν Ριβέρ. Ο Ριβέρ ήταν ο ιδρυτής και ντε φάκτο αρχηγός των Ιπποτών της μη-Ευκλείδειας Τραπέζης. Η πρόταση που του έκαναν ήταν η εξής. Θα ισχυριζόταν ξανά ότι βρισκόταν πίσω από το Βραβείο, με την ελπίδα ότι ο πραγματικός ιθύνων νους θα έβγαινε από τις σκιές και θα τον διέψευδε από ματαιοδοξία. Εκείνος δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη. Έτσι κι αλλιώς, αυτός είχε σχεδιάσει τη φάρσα του 1966. Το σχέδιο τους έφερε αποτέλεσμα. Έναν μήνα αργότερα, ένα γράμμα έφτασε στα γραφεία της εφημερίδας, και άμεσα έγιναν τα απαραίτητα τηλεφωνήματα, ώστε μια παρουσιάστρια το διάβασε στο βραδινό δελτίο ειδήσεων ενός μεγάλου τηλεοπτικού καναλιού. Δεν διέφερε από αυτό που είχαν στείλει οι Ιππότες στη Voie Lactée οπτικά, αλλά στο περιεχόμενο.

«ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΕΚΤΙΜΑ ΤΟΥΣ ΘΑΥΜΑΣΤΕΣ, ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΤΟΥΣ ΜΙΜΗΤΕΣ»

Αυτές ήταν οι λέξεις και το χαρακτηριστικό σύμβολο ήταν το μοναδικό περιεχόμενο του. Οι εκδότες της εφημερίδας περίμεναν ότι το ιδιοφυές κόλπο τους θα έδινε ένα οριστικό τέλος στο μυστήριο. Δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Αυτή τη φορά, οι αρχές δεν είχαν καμία διάθεση να αναμειχθούν. Έτσι κι αλλιώς, τα θύματα ήταν συγγραφείς. Εκτός ίσως από τους βιβλιοθηκάριους, κανείς δεν νοιαζόταν αρκετά. Δεν διεξήχθη καμία έρευνα. Η φήμη της Voie Lactée αμαυρώθηκε ανεπανόρθωτα. Η εφημερίδα που κάποτε θεωρούνταν μια από τις σημαντικότερες δημοσιογραφικές φωνές της Γαλλίας ήταν πλέον στα μάτια του κόσμου μια φυλλάδα δεύτερης κατηγορίας, εμμόνως απασχολημένη με μια παράλογη λογοτεχνική συνωμοσία, αντί για κάποιο από τα μυριάδες σοβαρά προβλήματα της εποχής. Όσο για τον Ριβέρ, η ανάμειξη του σε αυτή την υπόθεση τον στιγμάτισε στα μάτια της ακαδημαϊκής κοινότητας. Οι προοπτικές για μια επιτυχημένη καριέρα έμοιαζαν μηδαμινές, και εγκατέλειψε το πανεπιστήμιο. Όντας στον χαρακτήρα του να προκαλεί λίγη αθώα ταραχή όποτε υπάρχει ευκαιρία, το όνομα του εμφανίστηκε ξανά στο δημόσιο προσκήνιο περίπου δέκα χρόνια αργότερα, σε ένα ερωτικό σκάνδαλο σχετικό με τη γυναίκα ενός βουλευτή. Δεν είναι γνωστό τι απέγινε από τότε.

Το Μαύρο Νομπέλ


4. Αλμπέρτο Βέρντι (1920-1999)

Από τους νικητές του Βραβείου, ο Αλμπέρτο Βέρντι είχε σίγουρα την πιο ήρεμη ζωή. Γεννήθηκε στη Φλωρεντία, ο πατέρας του ήταν μαθηματικός και η μητέρα του καθηγήτρια φωνητικής. Εκ φύσεως πολυμαθής, ξεκίνησε σπουδές πάνω στον τομέα της μεσαιωνικής ιστορίας, τις οποίες εγκατέλειψε στα είκοσι του, λιποτακτώντας λόγω της βαθιάς του αντίθεσης στον φασισμό. Δεν ήταν άνθρωπος που θα έπιανε όπλο στα χέρια του, αλλά βοηθούσε τους παρτιζάνους δημιουργώντας κώδικες. Μετά τη λήξη του πολέμου, ολοκλήρωσε τις σπουδές του, και πριν κλείσει τα τριάντα ήταν ήδη καθηγητής, με ειδίκευση στη Βυζαντινολογία. Ποτέ δεν σταμάτησε να αναζητά καινούριες γνώσεις, μελετώντας φιλοσοφία, κοινωνιολογία και σημειολογία παράλληλα με την ακαδημαϊκή του καριέρα. Οι περιγραφές των φοιτητών του δίνουν την αίσθηση ενός ανθρώπου εξαιρετικά χαμηλών τόνων. Ήταν λάτρης της Formula 1, και πολλές φορές έβγαινε μαζί τους για καφέ μετά το μάθημα για να συζητήσουν για το σπορ. Στους ακαδημαϊκούς κύκλους, ήταν γνωστός αποκλειστικά ως «Il Professore». Το 1959, σε ένα συνέδριο στο Κονέτικατ, γνώρισε τον άνθρωπο που θα αποτελούσε μια από τις πιο σημαντικές μορφές της ζωής του. Το όνομα του ήταν Ντέμιεν Μάστερσον, ένας μεταμοντέρνος φιλόσοφος δύο χρόνια νεότερος του Βέρντι. Η ρητορική του Ντέμιεν, ο οποίος ενδιαφερόταν περισσότερο να προκαλέσει παρά να παραθέσει τις ιδέες του με καθαρότητα, ήταν μη αναμίξιμη με την ήρεμη και πάντα μελετημένη σκέψη του Professore. Πολλοί μύθοι κυκλοφορούν στους λογοτεχνικούς κύκλους σχετικά με τις συνθήκες της πρώτης συνάντησης τους. Κάποιοι λένε ότι εκείνος έχυσε τον καφέ του πάνω στο πουκάμισο του Ντέμιεν. Άλλοι λένε ότι είχαν μια σύντομη ερωτική σχέση, που έληξε άδοξα και οδήγησε σε έχθρα, αν και το ποιος τερμάτισε τη σχέση διαφέρει ανάλογα με το ποιος λέει την ιστορία. Το σίγουρο είναι ότι, στα χρόνια που θα ακολουθούσαν τη γνωριμία τους, θα ενσάρκωναν απόλυτα αντίθετες απόψεις, σε κάθε φιλοσοφικό θέμα. Οι απόψεις του ενός διαμορφώνονταν σχεδόν αποκλειστικά ώστε να είναι αντίθετες με αυτές του άλλου. Η πολύχρονη διανοητική πυγμαχία τους είχε τη μορφή κυρίως άρθρων σε διάφορα περιοδικά και ραδιοφωνικών συνεντεύξεων, αλλά το αποκορύφωμα της ήταν μάλλον το βιβλίο που έγραψε ο Βέρντι το 1968, Φιλοσοφικές Εφαρμογές Εναλλακτικών Συστημάτων Χρονολόγησης, ένα έργο που πολλοί θεώρησαν ιδιοφυές, αν και λίγοι παραδέχτηκαν ότι το κατανόησαν πλήρως. Λίγες ημέρες έπειτα από την κυκλοφορία του, ο Ντέμιεν απάντησε με ένα στηλιτευτικό δοκίμιο. Τον Απρίλιο του 1977, ο Ντέμιεν Μάστερσον πέθανε από καρκίνο του ήπατος σε ένα νοσοκομείο του Σικάγο. Ο θάνατος επηρέασε πολύ τον Βέρντι. Πίσω από τη δημόσια αντιπαλότητα τους, αποκαλύφθηκε μια κρυφή πολυπλοκότητα, ένας βαθύς αλληλοσεβασμός. Μπορεί το κύριο στοιχείο της σχέσης τους να ήταν η διαφωνία, αλλά αυτό δεν μείωνε την αξία της. Όσο και να στηλίτευσε ο Ντέμιεν το βιβλίο του Βέρντι, ήταν από τους πρώτους που το αγόρασαν. Για τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια, ο Professore έμεινε μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων, αφοσιώθηκε στη συγγραφή του μοναδικού του μυθιστορήματος. Ο τίτλος του ήταν Γράμματα ανάμεσα σε δύο Αυτοκρατορίες, ένα έργο 1000 σελίδων που κατέγραφε τις συζητήσεις δι’ αλληλογραφίας δύο φίλων στην εποχή της δυναστείας των Κομνηνών, ενός που ζούσε στη Ρώμη, και ενός που ζούσε στην Κωνσταντινούπολη. Μέσα από τις συζητήσεις τους, παρέθεταν ιδέες σχετικά με το σεξ, την πολιτική, και κάθε αξιοσημείωτο θέμα. Μια μερίδα κριτικών το θεωρούν μέχρι σήμερα το κορυφαίο μυθιστόρημα όλων των εποχών. Δεν χρειάστηκε να γράψει άλλο. Είχε εξαντλήσει όλα για όσα θα μπορούσε να μιλήσει. Τις πρώτες ημέρες του Μαΐου του 1997, ο Professore βρήκε ένα γράμμα στην πόρτα του. Το γράμμα, λιτό αλλά σαφές, εξηγούσε ότι χάρη στη συνεισφορά του στη λογοτεχνία, ήταν υποψήφιος για ένα σημαντικό βραβείο. Σε λίγους μήνες, βραβευόταν με το Νομπέλ, καθιστώντας τον έτσι τον μοναδικό νικητή του Βραβείου που να έχει και τις δύο διακρίσεις. Πέθανε στον ύπνο του ενάμισι χρόνο αργότερα, και στο πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας τοποθετήθηκε ένα άγαλμα προς τιμήν του.

Το γράμμα που ανακοίνωνε ότι ο Αλμπέρτο Βέρντι ήταν ο τέταρτος νικητής του Βραβείου βρέθηκε από τη γραμματέα του, έναν ολόκληρο χρόνο μετά τον θάνατο του. Σε μια έρευνα για τυχόν ξεχασμένα χειρόγραφα που θα μπορούσαν να εκδοθούν, το ανακάλυψε μέσα σε ένα συρτάρι. Ο Professore, μάλλον αδιαφορώντας πλήρως για τυχόν μακάβριες μεταφυσικές προεκτάσεις του, το πέταξε σε μια στοίβα από άχρηστα έγγραφα. Το περιστατικό δεν αποτέλεσε καλή τροφή για τις ειδήσεις. Πολλοί θεώρησαν ότι ήταν μια αποτυχημένη απόπειρα της γραμματέως να τραβήξει τα φώτα της δημοσιότητας, και ξεχάστηκε γρήγορα. Η γραμματέας, είτε από σεβασμό προς τον συγγραφέα είτε επειδή αντιλήφθηκε ότι το σχέδιο της δεν είχε προοπτική, δεν έκανε περαοτέρω προσπάθεια να διαφημίσει την ανακάλυψη της.

Το Μαύρο Νομπέλ

5. Μίλτον Άρκραϊτ (1963-2024)

Ο Μίλτον Άρκραϊτ είναι ακόμα μια παράξενη επιλογή για το Βραβείο, επειδή δεν ασχολήθηκε ποτέ με την τέταρτη τέχνη, αλλά με την ένατη. Γεννήθηκε στο Σάσεξ και από μικρή ηλικία ήταν ξεκάθαρο ότι δεν υπήρχε καμία περίπτωση να σπούδαζε. Η ευφυία που διέκριναν περιστασιακά οι καθηγητές του ισοσταθμιζόταν από μια αδιαφορία απέναντι σε κάθε αντικείμενο που επιχειρούσαν να του διδάξουν. Αυτό που περίμεναν ήταν να βρει κάποια χειρωνακτική δουλειά. Το πρόβλημα του Άρκραϊτ, όμως, δεν ήταν με τη γνώση. Ήταν με την ιδέα της συμβατικής εργασίας. Στους μήνες αφού πήρε απολυτήριο, αρνήθηκε πεισματικά να αναζητήσει δουλειά, ενώ παράλληλα οι καλλιτεχνικές του ανησυχίες βγήκαν στο προσκήνιο. Συνέλεγε τον μισθό του από το ταμείο ανεργίας, έστελνε γελοιογραφίες σε περιοδικά και έγραφε ποίηση. Το 1983, δίδαξε στον εαυτό του μπάσο, και μαζί με μερικούς παλιούς συμμαθητές του ίδρυσε μια μετρίως επιτυχημένη post-punk μπάντα ονόματι «Tightrope». Είναι αμφιλεγόμενο κατά πόσο η ευθύνη αποδίδεται στην underground μουσική σκηνή ή στη δική του προσωπικότητα, αλλά εκείνη την περίοδο ανέπτυξε έναν εθισμό στο LSD, τη μορφίνη, και τα τσιγάρα Devil’s Lot. Μια νύχτα, τον Δεκέμβριο του 1984, πήρε την απόφαση να αναμείξει όλα του τα αγαπημένα μέσα διασκέδασης. Τα μέλη της μπάντας του τον βρήκαν στο διαμέρισμα του, κατάκοιτο πάνω σε μια στοίβα από τσιγάρα, σε βαθύ κώμα. Ξύπνησε δέκα χρόνια αργότερα, σε έναν διαφορετικό κόσμο. Η Margaret Thatcher δεν ήταν πια πρωθυπουργός της Αγγλίας, η μπάντα του είχε διαλυθεί, η post-punk ήταν εκτός μόδας, και η τέχνη των κόμικς είχε εξελιχθεί τόσο που τα δέκα χρόνια έμοιαζαν εκατό. Κάτι ακόμα είχε αλλάξει. Σύμφωνα με τον Άρκραϊτ, στα δέκα χρόνια που ήταν χαμένος στη άβυσσο, το μυαλό του εξερευνούσε το σκοτάδι. Αυτό που ανακάλυψε ήταν μια έννοια που βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην ψυχολογία και στη μεταφυσική, κάτι που ο ίδιος αποκάλεσε «Μήτρα Όλων των Ιστοριών», έναν τόπο του συλλογικού ασυνείδητου της ανθρωπότητας όπου βρίσκονται ταυτόχρονα όλες οι αφηγήσεις που είναι δυνατόν να ειπωθούν. Από αυτές τις υποθετικές αφηγήσεις άντλησε ο Άρκραϊτ, και τις μοιράστηκε με τον υπόλοιπο κόσμο με τη μορφή κόμικς. Ήταν μια τέλεια σύμπτωση, αυτός είχε έρθει σε επαφή με τη Μήτρα των Ιστοριών, και εντωμεταξύ η ένατη τέχνη είχε εξελιχθεί επαρκώς για να δεχτεί τις νέες ιδέες του. Το πρώτο του έργο, Μοναρχία στο Ηνωμένο Βασίλειο εκδόθηκε από τον οίκο Kitchen Sink το 1996. Διαδραματιζόταν σε μια παράλληλη πραγματικότητα, όπου μέσα από τα μάτια του πρωταγωνιστή, και με πιστευτά, λογικά βήματα, ο Άρκραϊτ έδειχνε τη σύγχρονη Αγγλία να μετατρέπεται σε δικτατορία. Ήταν μεγάλη επιτυχία, και είναι από τα χαρακτηριστικά παραδείγματα κόμικ που προτείνει κανείς σε λάτρεις της λογοτεχνίας που γενικά δεν ενδιαφέρονται για αυτή την τέχνη. Συνέχισε να εργάζεται πυρετωδώς, αφοσιωμένος στον σκοπό του, να μοιραστεί τις ιδέες του σαν τρελός προφήτης. Παρήγαγε δεκάδες δημοφιλή έργα, όπως το Αλντεμπαράν, το 2007, μια σειρά αλληλοσυνδεόμενων ιστοριών σχετικών με τον νεανικό έρωτα, και το Κυβέρνα τα Κύματα, το 2016, μια ιστορία που διαδραματιζόταν στην αποικιοκρατική Ινδία, σε έναν κόσμο όπου υπήρχαν υπερήρωες και χρησιμοποιούνταν ως ανθρώπινα όπλα από τον αγγλικό στρατό. Έπαιρνε ουσίες όλο και πιο σπάνια, αλλά δεν σταμάτησε ποτέ. Ήταν σχετικά απόμακρος προς τους συναδέλφους του όχι λόγω υπεροψίας ή αντιπάθειας, αλλά με την έννοια ότι δεν κατοικούσε στην ίδια πραγματικότητα. Οι σκέψεις τους προέρχονταν από την αλληλεπίδραση με τον φυσικό κόσμο, ενώ οι δικές του από ένα πολύ διαφορετικό μέρος. Τον Σεπτέμβριο του 2024, στον δρόμο της επιστροφής από μια παμπ του Λονδίνου, μετά από ένα reunion με τα μέλη του παλιού συγκροτήματος του, τον παρέσυρε ένα αυτοκίνητο. Αναμενόμενα, όπως είχε μοιραστεί με τους φίλους του νωρίτερα εκείνο το απόγευμα, είχε λάβει πρόσφατα ένα γράμμα το οποίο, εφόσον ήταν αυθεντικό, τον καθιστούσε τον πέμπτο νικητή του Μαύρου Νομπέλ.


Τώρα που ολοκληρώσαμε τη λίστα των συγγραφέων που συνδέονται με το μυστήριο του Βραβείου, είναι καιρός να εξετάσουμε τα δεδομένα της υπόθεσης. Ένας νεαρός άνδρας ονόματι Ρίτσαρντ Γκρέγκορι παραδόθηκε στην αστυνομία μερικές εβδομάδες από τον θάνατο του Μίλτον Άρκραϊτ, και ομολόγησε ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο που τον παρέσυρε. Έπειτα από πολλαπλές ανακρίσεις, διαπιστώθηκε ότι ο Γκρέγκορι ήταν ψυχικά ασθενής. Έπασχε από σχιζοφρένεια, και είχε νοσηλευτεί σε κλινική από το 2011 ως το 2019. Ήταν ανίκανος να αποδείξει ότι το αυτοκίνητο ήταν δικό του, ούτε καν ότι βρισκόταν κοντά στην περιοχή όπου συνέβη το δυστύχημα. Σύμφωνα με την ομολογία του, εξωγήινοι από το διάστημα επικοινωνούσαν μαζί του τηλεπαθητικά, και του έδωσαν την εντολή να δολοφονήσει τον πιο πρόσφατο νικητή του Βραβείου. Εννοείται πώς η αστυνομία δεν πήρε στα σοβαρά την ομολογία του, και από όσο γνωρίζω αυτή τη στιγμή νοσηλεύεται ξανά σε κλινική. Θεωρώ αυτό το περιστατικό χαρακτηριστικό για τον τρόπο που ακόμα και τα γεγονότα με την πιο προφανή ερμηνεία διχάζουν τις απόψεις. Εφαρμόζοντας το Ξυράφι του Όκαμ, θεωρώντας ότι η πιο απλή εξήγηση έχει τις περισσότερες πιθανότητες να είναι σωστή, ο Γκρέγκορι δεν είχε ποτέ καμία σχέση με το Βραβείο ή τον Μίλτον Άρκραϊτ. Ήταν ένας ψυχικά διαταραγμένος άνθρωπος που άκουσε για το Μαύρο Νομπέλ σε κάποιο μεταμεσονύκτιο ντοκιμαντέρ, και αποτέλεσε πηγή για την ψύχωση του. Αντίστοιχα, η γραμματέας του Αλμπέρτο Βέρντι ξέθαψε ένα μυστήριο που είχε απασχολήσει το κοινό για τελευταία φορά τη δεκαετία του 1970 και το χρησιμοποίησε σαν δόλωμα για τα κανάλια. Τα μόνα αυθεντικά γράμματα ήταν τα πρώτα δύο, ενώ αυτά που έλαβαν ο Μίλτον Άρκραϊτ και ο Εστέβαν Καβαγιέρο ήταν ψεύτικα, κακόγουστα αστεία εμπνευσμένα από το εξίσου κακόγουστο αστείο των Ιπποτών της μη-Ευκλείδειας Τραπέζης. Σύμφωνα με το Ξυράφι του Όκαμ, λοιπόν, όλα είναι μια σύμπτωση. Ωστόσο, το μυστήριο επιμένει. Θα ήταν λάθος να μην εξεταστεί η αντίθετη άποψη. Για πολλούς, η προαναφερθείσα σειρά από συμπτώσεις δεν φαίνεται πειστική. Δεν εξηγεί ποιος ήταν πίσω από τα Βραβεία του Χέλμουτ Λέβερκιν και της κόμισσας Μπορντό. Ακόμα και αν όλα τα Βραβεία μετά το 1938 ήταν ψεύτικα, είναι αξιοπερίεργο που κανείς δεν ανέλαβε ποτέ ευθύνη για τα πρώτα δύο. Μια θεωρία που ακούγεται συχνά είναι ότι οι νικητές του Μαύρου Νομπέλ είναι πολύ περισσότεροι, απλά αυτοί οι πέντε είναι οι μοναδικοί για τους οποίους έχουν βρεθεί αποδείξεις, τα γράμματα που έλαβαν. Ένα ακόμα ερώτημα που έχει μείνει αναπάντητο είναι η ταυτότητα του εκπροσώπου του Βραβείου που το 1971 απάντησε στις δηλώσεις του Σεμπαστιέν Ριβέρ, αποκαλώντας τον μιμητή. Θα μπορούσε κάλλιστα να πρόκειται για κάποιο συγγενές πνεύμα, η απάντηση να ήταν άλλο ένα αστείο. Αυτό, όμως, δεν έχει αποδειχθεί, και το περιστατικό του 1971 αποτελεί από τα κυριότερα επιχειρήματα όσων ισχυρίζονται ότι όντως υπάρχει μια πραγματική μυστική επιτροπή που δίνει θανατηφόρα βραβεία σε συγγραφείς, ακόμα και αν ο Ρίτσαρντ Γκρέγκορι έχει άδικο και δεν είναι εξωγήινοι. Στην περίπτωση που δεν ήταν ήδη ξεκάθαρο, συμμερίζομαι την πρώτη άποψη. Θεωρώ ότι το μυστήριο του Μαύρου Νομπέλ είναι στη ρίζα του ένα δημιούργημα μιας παρέας Γάλλων φοιτητών. Κοιτώντας τα δεδομένα, βέβαια, δεν βλέπω ξεκάθαρα συμπεράσματα, μόνο ενδείξεις και ερωτηματικά. Όσο λογική και να θεωρώ την άποψη μου, εν τέλει δεν μπορώ να αποδείξω ότι έχω δίκιο. Η μόνη απόλυτη αλήθεια είναι τα ιστορικά ντοκουμέντα. Αν ρωτήσει κανείς σχετικά με τον μύθο η σωστή απάντηση είναι μια. Δεν ξέρω.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: