Επαναπατρισμός ακαδημαϊκώς αδύνατος
Μην ακούς
όσους μιλούν για επιστροφή—
για ρίζες,
χρέος,
για το αίμα που μιλά.
Ίσως μιλά·
μα όχι σε σένα,
κι όχι για σένα πια.
Τα ακουστικά σου
δεν πιάνουν
αυτές τις συχνότητες.
Οι δρόμοι
που φιλοξένησαν κάποτε
τσάφκο και τζαμί
διαθέτουν παρκόμετρα τώρα,
κι όσο κι αν φωνάξεις
δεν αναγνωρίζουν τη φωνή σου, φίλε...
Τη νιότη σου
την έβαλες
σε αρχείο συμπιεσμένο
κι ο σκληρός δίσκος χάλασε.
Έρωτας,
δίκαιο,
πατρίδα —
ζητούν πια κωδικούς πρόσβασης.
Κι αν
ορθώσεις ανάστημα…
«Σε λάθος πλατεία, κύριε.
Εδώ
δεν γίνονται συγκεντρώσεις·
γίνονται μόνο brunch».
Πίστευες:
«Θα γυρίσω,
θα τα ξαναβρώ
όλα όλα μου έλειψαν…»
Τώρα οι λέξεις αυτές
σε κουράζουν·
φοράνε μια ευγένεια
που δεν σου χωράει,
σαν το σακάκι σου το μπορντό
που δεν κουμπώνει στην κοιλιά.
Στα καφενεία
μονάχα καρέκλες σκονισμένες
κι ένα ραδιοφωνάκι,
να παίζει ειδήσεις
από μια χώρα
που βαριέται να θυμάται.
Κοιτάζοντας
παλιές φωτογραφίες —
εκείνη με τα χώματα στο παντελόνι,
την άλλη
που γελάς μουσκίδι στη βροχή—
νιώθεις τη σιγή να σε καλεί.
Δεν σε βρίσκουν τα δάκρυα.
Μια ανάσα ξένη είναι,
που δεν ανήκει σε σένα·
αγκομαχά.
Κάθεσαι επιτέλους…
Κι ίσως το θέμα
να μην είναι η επιστροφή—
μα η αναγνώριση
μιας παλιάς αγάπης,
που απέτυχε να σε κρατήσει.
Κι όμως ήταν αληθινή,
πέρα για πέρα.
Σαν τον αέρα
που κλείνει την πόρτα
με βρόντο
και βλέπεις τον εαυτό σου
στον καθρέφτη.
Ανοίγεται εν τέλει το κενό
που επιμένει να φανεί —
κι εσύ εκεί,
παρέα
μ’ ένα παγωμένο φως
απ’ τον τοίχο απέναντι,
σαν όραμα που γλίστρησε
και δεν υπάρχει πια.
Περί επιζώντων κι ευθυνών
Ναι, ήξερα τότε πως ήταν αλλοτρίωση.
Μα τι να κάνω; Είχα και την οικογένεια —
ή μάλλον, την προσδοκία μιας τάξεως.
Μου πρότειναν θέση στο Συμβούλιο
(χωρίς πολλά λόγια, γνωρίζεις πώς γίνονται αυτά).
Ένα γραφείο με θέα,
αξιοπρέπεια, και υπογραφή.
Δεν ήμουν κάποιος τυχαίος.
Είχα διαβάσει Επίκτητο,
κι έναν καιρό μιλούσα για «Ελευθερία».
Μα έπειτα ήρθαν οι χορηγίες,
οι προσκλήσεις σε συμποσιακά πάνελ,
οι ρητορικές ευθύνες τού να «συμμετέχεις».
Στην αρχή, ναι, διαμαρτυρήθηκα λίγο —
μ’ έναν τρόπο κομψό, εντός πλαισίου.
Αλλά γρήγορα κατάλαβα:
η αγορά δεν αγαπά τα δυσνόητα,
κι η εποχή δεν έχει υπομονή για αποχρώσεις.
Άφησα λοιπόν τα παλιά:
τα βιβλία χωρίς ISBN,
τα όνειρα με σκιές,
την αδέσμευτη λέξη.
Και έγινα αυτό που με έκαναν —
ή, για να είμαι ακριβής,
αυτό που τους βόλευε να είμαι.
Τώρα με προσκαλούν σε εκδηλώσεις
για την προαγωγή της σκέψης.
Μιλώ με μέτρο,
χρησιμοποιώ τεχνητή νοημοσύνη,
και όλοι συμφωνούν πως είμαι
«παράδειγμα ισορροπίας».
Μα κάποιες νύχτες —σπάνιες πια—
θυμάμαι εκείνον τον νεαρό,
με το παλτό φθαρμένο και τα μάτια θολά
από ερωτήματα.
Κι αναρωτιέμαι, όχι με λύπη·
όχι με οργή·
αλλά με εκείνη τη λεπτή μελαγχολία
που νιώθουν όσοι επέζησαν
χωρίς να νικήσουν.
Περί αλλοτριώσεως
Λέγεται—
και το καταγράφει κι ο Ιστορικός
της Εποχής της Ύστερης Λήθης—
πως ήσαν κάποτε οι άνθρωποι
ελεύθεροι.
Όχι εννοείται εξωτερικώς
(ταῦτα ἔργα «ῥομαντικὰ» τοῦ παρελθόντος αἰῶνος)
μα εσωτερικώς
(ἐντός τῶν ὁρίων τῆς αὐθεντικῆς συνειδήσεως).
Εκείνοι, λέγει,
δεν είχαν ακόμη εισαχθεί
εις τα Συστήματα·
δεν χρησιμοποιούσαν όρους
όπως «συναισθηματική ευελιξία»
ή «στρατηγική δικτύωσης».
Άνθρωποι απλοί,
ατελείς —
αλλά ενίοτε ποιητικοί.
Κατόπιν ανέλαβαν οι «Αρχιτέκτονες της Συμβατότητος».
Επήλθε «πρόοδος»,
«τάξις»,
«τεχνολογική ανάτασις».
Τα πάντα εμετρήθησαν,
τα πάντα επεξηγήθησαν·
ανυπερθέτως — οριζοντίως και καθέτως.
Οι παλαιοί εθεωρήθησαν ανώριμοι,
ιδεαλισταί,
και κάπως ανυπότακτοι.
Αντικαταστάθηκαν (όπως ήτο φυσικό)
με νεότερα μοντέλα:
ανθρώπους με οδικό χάρτη ζωής,
χαμογελαστούς
εντός πρωτοκόλλου,
και πλήρως συμβατούς με την Πλατφόρμα.
Μόνον εις τα περιθώρια των εκθέσεων
(ή σε κάποιαν σημείωσιν υποσέλιδου)
αναφέρεται
πως η ψυχή —
ή, ακριβέστερον, εκείνο το ασαφές άυλο —
υπέστη
μικράν απώλειαν λειτουργίας.
Αλλά εθεωρήθη, σιωπηρῶς,
«στατιστικῶς ὑπολειμματικόν».
Κι έκτοτε,
ουδείς επανέφερε το ζήτημα επί τάπητος.
Εκτός ίσως ορισμένων παλαιών ποιητών,
τα έργα των οποίων διαβάζονται ελάχιστα
και μόνον πλέον σε περιβάλλοντα φιλολογικά.
Κι ο θάνατος — ουκέτι όριον ή τέλος·
ομοιάζει προς πράξιν «κατ’ εθιμικόν».
Δίχως το ρίγος, δίχως ουσίαν ή δέος —
τελετουργικόν·
μηχανικόν.
Το λιμάνι στο τέλος θα φανεί
Τον είδα·
με τα ίδια μου τα μάτια
σε λιμάνια
που βρωμούσαν
πετρέλαιο και ψάρια.
Στα χέρια των ναυτικών
που δεν πρόλαβαν να γεράσουν.
Σε θάλασσες
που αλλάζουν πρόσωπα
πιο γρήγορα απ’ τους ανθρώπους.
Ένα πέρασμα είναι.
Ένα τελευταίο κύμα.
Μια σιωπή
που απλώνεται.
Όμως φοβάμαι,
μη φύγω μαζί του μια μέρα
κι ο κόσμος
παραμείνει έτσι.
Με τα μάτια χαμηλωμένα.
Με τις φωνές κομμένες στα δύο.
Να ζητούν συγγνώμη
επειδή χαμογέλασαν
λίγο παραπάνω.
Φοβάμαι
μην ξεχάσουμε πως κάποτε,
αφήναμε την ψυχή
να περπατά ξυπόλητη στους δρόμους.
Η ζωή
δεν νικιέται εύκολα.
Ξέρει να κρύβεται.
Να λαγοκοιμάται.
Και ξαφνικά
το κλάμα ενός μωρού,
ένα χάδι απαλό,
μερικοί στίχοι
δίπλα σ’ ένα ποτήρι τσάι
έρχονται αθόρυβα.
Κάθονται δίπλα σου
όταν νομίζεις
πως τέλειωσαν όλα.
Στο κρεβάτι 17Β,
ακούω την πόλη
σαν τάνκερ σκουριασμένο.
Το νιώθω πια.
Το σώμα μου μαζεύει
σιγά-σιγά τα πανιά του.
Εδώ κοντά
αναπνέει ένα παιδί
με τα μάτια της θάλασσας.
Κάποτε θα γελάσει δυνατά.
Θα το δείτε.
Χωρίς να ζητήσει την άδεια.
«Έ, καπετάνιε…
Αλάργα κι όπου βγει.»
Αν είμαι τυχερός,
θα προλάβω να δω
μέσα στην ομίχλη
εκείνο το μικρό,
το γνώριμο φως
που αχνοφαίνεται
όταν τελειώνει το ταξίδι.
Κι όσο για το λιμάνι…
δεν θ’ αργήσει να φανεί.