Δύο ετερόκλητα διηγήματα

Χαλκ μυα

Να πάω ίσια μέσα από τα χωράφια ή να στρίψω δεξιά; Από την άσφαλτο καλύτερα, άσε μην πέσω σε κανέναν τυφλοπόντικα κι έρθει και με πασπατέψει. Πιο πριν είχα συναντήσει τον Θοδωρή, έναν παλιό συμμαθητή από το δημοτικό και η σκέψη μου έκανε πισωγυρίσματα. Θυμήθηκα τότε που μαζευόμασταν τα απογεύματα σε μια αλάνα και παίζαμε Τυφλόμυγα. Πώρωση μεγάλη, μας έπιανε η νύχτα και με το ζόρι γυρίζαμε στα σπίτια μας για το βραδινό. Πώς από την Τυφλόμυγα πήγα στον τυφλοπόντικα, ένας θεός το ξέρει! Σαν υστερόγραφο της όλης σκέψης, ήρθε μετά η αμπελοφιλοσοφία. Ο τυφλοπόντικας υφίσταται σαν ζωντανό και δεν βλέπει καλά, ίσα που διαχωρίζει το φως από το σκοτάδι. Η τυφλόμυγα όμως; Λες να υπήρχε κάποτε μια μύγα αόμματη που έμεινε στην ιστορία για τους άθλους της; Να μην άφηνε για παράδειγμα σε χλωρό κλαρί τους ανθρώπους, βζζζζ βζζζζ από το πρωί μέχρι το βράδυ, να τους τσίμπαγε, να τους εμπόδιζε να κοιμηθούν, να έφτυνε στο φαγητό τους; Άχρηστες οι τότε μυγοσκοτώστρες, άχρηστες οι κολλητικές ταινίες - κουρτίνες, άχρηστα τα τότε εντομοκτόνα.
Κοντοστέκομαι. Αυτό συμβαίνει όποτε δεν είμαι σίγουρος για κάτι. Να πάω αριστερά και μετά να κόψω από τη γέφυρα ή να στρίψω όλο ευθεία κάτω; Από δω καλύτερα. Έφτασα στην πλατεία και όπως περνούσα έξω από το σουβλατζίδικο, τον είδα μέσα. Με τον Θοδωρή πάνε κάμποσα χρόνια που δεν κάνουμε πια παρέα. Τέλος εποχής που λένε. Παλιά ήταν το κολλητάρι μου. Στην μπάλα μαζί, παιγνίδια στο κομπιούτερ, ανταλλάσσαμε χαρτάκια, αντέγραφε ο ένας απ' τον άλλον κι άλλα πολλά. Στο γυμνάσιο χώρισαν οι γονείς του και πήγε να μείνει με την μάνα του σε άλλη γειτονιά. Εξακολουθούσα να τον βλέπω στο σχολείο, αλλά δεν ήταν πια ο ίδιος. Με το ζόρι με χαιρετούσε και τις περισσότερες φορές έκανε πως δεν με έβλεπε. Τον μίσησα. Ήθελα να τον πιάσω από τους ώμους και να τον ταρακουνήσω τόσο δυνατά, μπας και συνέλθει. Φανταζόμουν πως τον απήγαγα και τον έκλεινα σ' ένα μπουντρούμι. Απ' το μικρό φεγγίτη δεν έβλεπε πολλά. Ένα κομμάτι ουρανού κι ένα σύννεφο. Μετά από λίγες μέρες έπεφτε στα πόδια μου με λυγμούς και μου ορκιζόταν αιώνια φιλία.
Τίποτα από αυτά δεν συνέβη στα αλήθεια κι εγώ υπέφερα. Καρφωνόμουν στον φεγγίτη της οροφής του δικού μου δωματίου κι αναπολούσα τις περασμένες ωραίες στιγμές με το φιλαράκι μου. «Μύγα σε τσίμπησε παιδί μου;» μού φώναζε η μάνα μου στην αρχή πριν αρχίσει να ανησυχεί για τα καλά! Τότε δεν ήταν της μόδας ακόμη οι ψυχολόγοι και τη γλίτωσα με μερικές νουθετήσεις μόνο, του τύπου , «άντε και θα βρεις άλλες παρέες» ή «τι τον θες αυτόν που οι γονείς του είναι χωρισμένοι, θες να αλητέψεις;» Κοντοστεκόμουν λίγο στο άκουσμα της τελευταίας φράσης κι ύστερα θύμωνα κι άρχιζε ένας τρικούβερτος καυγάς. Κλεινόμουν για ώρες στο δωμάτιό μου και κάρφωνα το βλέμμα ψηλά, στο γνωστό μέρος. Ούτε ουρανός, ούτε σύννεφα, κάγκελα μόνο.
Ο Θοδωρής σαν να αντιλήφθηκε το βλέμμα μου και όπως γύρισε απότομα, κοιταχτήκαμε. Μου χαμογέλασε βεβιασμένα κι εγώ του έγνεψα ένα γειά. Το «Απεμπαμπλόμ του κι θε μπλομ», αντήχησε σαν χύτρα ταχύτητας στο κεφάλι μου και τον είδα τότε να φορά μαντίλι στο κεφάλι και να πασπατεύει τα παιδιά της παιδικής ομήγυρης. Σε κείνον πρώτα πέφτει ο κλήρος, μετά στη Μαρία, μετά στη Φωτεινή, μετά σε εμένα. Το θύμα γίνεται θύτης και ούτω καθεξής. Φωνές, οχλήσεις, σπρωξίματα. Τα άγρια ζώα κυκλώνουν την λεία τους, σε κύκλο λιθοβολούν τον παραβάτη, οι χούλιγκαν κυκλώνουν τον αντίπαλο και τον λιντσάρουν.
Σχεδόν με ακούμπησε, «Όλα καλά, φιλαράκι;» είπε και προχώρησε ίσια μπροστά. Ιδού το υστερόγραφο της ολιγόλεπτης παρατήρησης εκ των όπισθεν: «Ο καθένας παίρνει το μονοπάτι που του χάραξε η μοίρα ή το τσερβέλο του». Κοίταξα στο υπερπέραν. Πολύς ουρανός, πολλά σύννεφα κι ένας ήλιος μούρλια. Σε δευτερόλεπτα καβαλίκεψα τις ακτίνες του και την έκανα με ελαφρύ καλπασμό.








Κατάστημα η αφθονία

Η καταιγίδα ήταν σε εξέλιξη. Πολλοί έτρεχαν στα σπίτια τους, άλλοι σε δημόσιες υπηρεσίες, άλλοι χώνονταν στα μαγαζιά. Και τα πουλιά κρύφτηκαν, ενώ μερικά λεπτά πριν τιτίβιζαν πάνω στα σύρματα, όπως κάνουν κάποιοι τεμπελχανάδες στα συνοικιακά καφενεία που φλυαρούν ακατάπαυστα. Τώρα δέντρα ξεριζώνονται, δρόμοι γίνονται ρυάκια, τέντες κουρελιάζονται, κάδοι σκουπιδιών αλλάζουν στάση και πόστο. Κι όμως τίποτα δεν ακουγόταν, σαν να παράβγαιναν στη μουγγαμάρα ο άνεμος με τη βροχή. Ένας παροξυσμός κινήσεων και αλλαγής σκηνικών. Μέσα στην παραζάλη του, ο κόσμος απορούσε και κοίταζε ψηλά στον ουρανό, μήπως επρόκειτο για κάποιο θεόσταλτο αστείο. Κάποιοι επισκέπτες της πόλης τηλεφώνησαν στους δικούς τους για να πουν τα καθέκαστα, μα δεν τους πήραν στα σοβαρά. Όπως δεν παίρνει κανείς στα σοβαρά τους ελαφρόμυαλους.
Οι ελαφρόμυαλοι μιλούν δίχως να σκέφτονται πολύ. Δεν επεξεργάζονται αυτό που θέλουν να πουν. Μήπως όμως αυτό δεν είναι απαραίτητα ελάττωμα, αλλά το να αισθάνεται κάποιος ανεξάρτητα από εξωτερικούς εξαναγκασμούς, σημαίνει πως είναι ελεύθερο πνεύμα; Το ανεπιτήδευτο είναι μια αρετή αδιαμφισβήτητη και περνάει πολύ στην εποχή μας, είναι in, τελεία και παύλα. Όπως in θεωρείται καθετί, που δεν είναι επεξεργασμένο. Φάτε γαλοπούλα, φάτε λάιτ γιαούρτια, φάτε βρώμη, άπαχα κρέατα, φάτε gluten free. Και ξαφνικά γυρίσαμε πάλι στα αυθεντικά προϊόντα, όπως τα γέννησε η μάνα τους. Πού να ξέρανε οι παππούδες μας, θεός συγχωρέσει τους, πως θα είναι της μόδας και αξεπέραστοι στις μελλοντικές γενεές. Σαν μανιτάρια φυτρώνουν οι σύλλογοι με παραδοσιακούς χορούς, εργαστήρια με ντόπια προϊόντα, αιγοπρόβεια «βουτύρατα», ξινόγαλα, τυροζούλια, απάκια, λουκάνικα, τραχανάδες, πίτες, ψωμιά με χαρουπάλευρα, βιολογικά κτλ κτλ.
Οι συγκεκριμένοι όμως άνθρωποι, οι μάρτυρες της παραπάνω αθόρυβης καταιγίδας, οι ας πούμε ελαφρόμυαλοι, χαρακτηρισμένοι έτσι ίσως ελαφρά τη καρδία από τους συγγενείς τους, διαφέρουν. Ούτε ανόητοι είναι, ούτε αυθόρμητοι, ούτε ελεύθεροι στο πνεύμα. Εκτυλισσόταν μπροστά στα μάτια τους ένα δύσκολο καιρικό φαινόμενο που σήκωνε στην κυριολεξία τον κόσμο, αλλά δεν ακουγόταν τίποτα. Μήπως είχαν χάσει την ακοή τους; Τον διπλανό τους τον άκουγαν, άκουγαν τις τσιρίδες των γυναικών, τα κλάματα των μικρών παιδιών, τον θόρυβο των συναγερμών. Επομένως κάτι άλλο συνέβαινε εδώ. Άλλαζε ο κόσμος; Θα χανόταν για πάντα ο θόρυβος ενός κεραυνού, μιας βροντής, μιας αστραπής, ο στριγκός ήχος πάνω στα τζάμια μιας δυνατής βροχής; Μπορεί να καταστρεφόταν μια πολιτεία αθόρυβα χωρίς κανείς να το έπαιρνε χαμπάρι, αν ήταν νύχτα και όλοι κοιμούνταν; Και γιατί να μην συνέβαινε; Στο παρελθόν τόσοι και τόσοι προηγμένοι πολιτισμοί εξαφανίστηκαν, ζώα, λουλούδια, χοροί, φαγητά, γλώσσες. Γιατί λοιπόν να μην έχανε τη φωνή της η βροχή, ο άνεμος, να χανόταν το κελάηδημα του πουλιού, το βούισμα της μέλισσας, η ανθρώπινη ομιλία, η μουσική; Όλα σε τούτον, τον μέγα θαυμαστό κόσμο, αλλάζουν ή καταστρέφονται.
Πώς θα ήμασταν χωρίς τη μουσική να σου χαϊδεύει τ' αυτιά, να σου απαλύνει τον πόνο, να σε συνοδεύει σ' ένα ερωτικό σου παραλήρημα, να θεριεύει τη χαρά σου; Πώς θα ήταν δίχως τους ελαφρόμυαλους, να πουν αυτό που πραγματικά σκέφτονται, να πουν την ανοησία τους, να κάνουν τη διαφορά σ' έναν κόσμο σοβαροφανή, επιτηδευμένο, που απομακρύνεται όλο και πιο πολύ από την αφή; Πώς θα ήταν ο κόσμος μας χωρίς την ανθρώπινη φωνή, χωρίς τα παγόβουνα, χωρίς έξυπνους, χωρίς λιγότερο έξυπνους, χωρίς παχιά κρέατα, χωρίς άπαχα, χωρίς τον σαματά μιας φυσικής καταστροφής, μιας καταιγίδας, το βουητό ενός σεισμού; Να νιώσει ο άνθρωπος το δέος, να νιώσει πως όλα είναι δικά του, μα και πως τίποτα δεν του ανήκει σε τούτη εδώ τη γη.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: