Ποιήματα




Ασκληπιού

Φλεβάρης στην Αθήνα. Το μεσημέρι μ’ έπιασ’ ένα ψιλόβροχο καθώς τριγυρνούσα στο κέντρο. Ήταν ευχάριστο, κοπάνισα και μια μπίρα. Οι δρόμοι μ' έβγαλαν στην Ασκληπιού. Είπα ν’ ανέβω ως τη Συνεσίου Κυρήνης, στο σπίτι της Κατερίνας, δεν έχω περάσει από τότε. Πάνω στον ανήφορο η βροχή δυνάμωσε πολύ. Σ’ ένα λεπτό τα ρείθρα των πεζοδρομίων έγιναν ρέματα. Ο δρόμος ερήμωσε, ο κόσμος έτρεξε να βρει εν’ ασφαλές μέρος. Είχα το αδιάβροχό μου, είπα να συνεχίσω. Κάτω από ένα υπόστεγο κάποιος κάθεται στα σκαλάκια. Κρατάει απ’ το λουρί ένα λυκόσκυλο, τεράστιο αλλά ήμερο, μου ‘ριξε ένα καταδεχτικό βλέμμα. Έφτασα στη Συνεσίου, ως την πόρτα της πολυκατοικίας. Δεν είχε αλλάξει μόνο το κουδούνι, όλος ο πίνακας ήταν καινούργιος. Η βροχή συνέχιζε, κατέβηκα την Ιπποκράτους. Σ’ ένα πλακάκι ριγωτό γλίστρησα μα έπεσα στα μαλακά, όλα εντάξει. Ήθελε προσοχή όμως, τα ρέματα όλο και φούντωναν. Λίγο πιο κάτω ένα αξιοπρεπές καφέ. Είχα βραχεί, ένας καφές ό,τι πρέπει. Δίπλα μου ένα νεαρό ζευγάρι μ’ ένα παιδί δυο-τριώ χρονώ. Όλοι ξανθοί και στρουμπουλοί Έλληνες, ίσως Βλάχοι. Μόλις σηκώθηκαν να φύγουν ο μπουφετζής αστειεύεται με το μικρό, αυτό τσαχπίνικο, του λέει:

―Πού είναι τα μαλλιά σου;
―Α, θα τα πήρε ο αέρας στο μηχανάκι. Θα ‘ρθεις την άλλη βδομάδα;
―Θα ‘ρθω αλλά να έχεις μαλλιά.
―Θα πάρω απ’ τα δικά σου άμα τα κόψεις.

Κι ο μικρός: τα δικά μου δεν κολλάνε σε άλλους.
Και σαν να ολοκληρώθηκε η πράξη μιας σκηνής.


Η άγνωστη

Ανέβηκε στο λεωφορείο από τη Γλυφάδα, γύρω στις οχτώ το βράδυ. Φορούσε αθλητικά ρούχα, πολύ τριμμένα. Μαύρη φόρμα, μπλε φανελάκι, υπόλευκο αδιάβροχο. Στον καρπό, δυο πολύχρωμα, πλεχτά βραχιολάκια, έμοιαζαν μ’ ενθύμια της νιότης. Κρατούσε μια μεγάλη καφέ γυναικεία τσάντα από δερματίνη. Μετά από λίγο έβγαλε το αδιάβροχο, η νύχτα ήταν ζεστή, ακόμα περισσότερο μέσα στο λεωφορείο. Όμως ο φτωχός πρέπει να παίρνει τα μέτρα του. Το πρόσωπό της κουρασμένο, ήρεμα περήφανο, πέτρινο. Το σώμα γέρικο αλλά δουλεμένο, δυνατό. Κόντευε τα εβδομήντα κι ακόμα δούλευε καθαρίστρια. Αισθάνθηκα δίπλα της σαν τσόφλι. Μετά από κανένα τέταρτο σηκώθηκε, προτιμούσε όρθια. Το δεξί της χέρι άγγιξε το ισχίο, η κλείδωση την πονούσε, το πρόσωπο παρέμεινε πέτρινο. Κατέβηκε στο Κορωπί.



Δεριγνί

Βράδυ, κοντά μεσάνυχτα,     καλοκαίρι
κατέβαινε τη Δεριγνί                    με συνοδό,
πιθανώς τον αδελφό του.          Και φανερά,
σκληρή ανάγκη τον φέρνει       στην Αθήνα.
Λεπτός από την άσκηση,          το ράσο του
έπλεε πάνω στο σώμα.               Η σιωπή τους
απέπνεε την πορεία                     και το δεσμό.

Αριστερά ο συνοδός                      τον ασκητή
κρατούσε από τον καρπό           πολύ απαλά
ακουμπώντας την παλάμη        στο στήθος του
ανοιχτή. Οδηγεί μαζί                      και οδηγείται.
Με ορθάνοιχτα τα μάτια              προχωρούσε
ο άλλος. Σα φοβισμένο                 ζώο και σαν
υπνωτισμένος. Γύρω τους           ξένοι παντού
χαμηλόφωνοι στα ρείθρα           και τα σκαλιά.
Οι νεραντζιές επέτειναν              το σκοτάδι.
Διακρίνονταν τα φώτα                  των πορνείων
και του χασίς η μυρωδιά,             η θέρμη της φτώχειας.

Φύσις

Μέτρο και άμετρο μάχονται συνέχεια.
Φυσικά, πάντα το άμετρο κερδίζει.
Όμως για να συμβαίνει αυτό πρέπει
και να χάνει με κάποιο μέτρο.



Πολύστιχο

Στην αρχή λες ότι πας προς τα πάνω
Μετά ότι ανοίγεσαι προς τα έξω
Ύστερα ότι προχωράς προς τα μέσα
Ή ότι σκάβεις προς τα κάτω
Κάποτε διαπιστώνεις ότι δεν πας πουθενά
Στο τέλος βλέπεις ότι πας και δεν πας



Μπρεχτικό

Σαν τους γέρους που είν’ εθισμένοι στη δηλωτή κι άμα τους κόψεις το καφενείο για δυο βδομάδες θα πεθάνουν, έτσι παίζουν του κόσμου οι δυνατοί το ποκεράκι τους. Δημοσιογράφοι και πολιτικοί τρέχουνε πάνω κάτω σαν τον καφετζή, σκίζονται να τους εξυπηρετήσουν. Στη θέση τους τασάκι καθαρό και αναπτήρας, ο καφές όπως τον πίνουν πάντα, χωρίς να παραγγείλουν. Και προπαντός κανένας άσχετος να μην τους πλησιάσει, ούτε να μιλήσει, ούτε και να κοιτάξει προς τα ‘κει. Γρουσουζιά, θάνατος είναι γι αυτούς το βλέμμα του αθώου. Δεν υπάρχουν αθώοι, λεν τα σκληρά τους μάτια ένα γύρω, μόνο δύναμη και τύχη.



Μέρες στο σταθμό

Βρέθηκε ξαφνικά μπροστά μου – καταμεσήμερο
στο δρόμο. Ζητούσε να μάθει πού πέφτ’ η Ομόνοια.
Ο πόλεμος θα σάρωσε κι αυτό το νέο βλαστάρι,
τον Σύρο Άδωνι μέχρι τις πλάκες της Αθήνας.
Είχε τη σκιά στο βλέμμα αυτών που μπλέχτηκαν νωρίς
μα ίσως είν’ αυτό που λένε τα ποιητικά τα μάτια.
Άραγε θα τα δω ξανά ; Μου δίνονταν μ’ ευκολία
και δε μοιάζω πλούσιος, γι άλλα έψαχνε, ίσως κι αυτός
άνθρωπο ζητούσε. Ξένε, να είσ’ ευγενικός με το παιδί.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: