Μια άλλη Κριμαία
Παραθαλάσσια λουτρόπολη, δόξα παλιά, τώρα
σε παρακμή, «ζήσε το Αιγαίο» κοψοχρονιά, παλιές
επιτυχίες ν΄αντηχούν απ’ του ξενοδοχείου την ταράτσα:
«Είδες τι όμορφη η θέα του τοπίου;» Κάθεται μόνη,
σε μια γωνιά, κούρεμα κοντό, στρατιωτικό σχεδόν,
να λικνίζεται στο ρυθμό διακριτικά, φόρεμα
φαρδύ, που στο μελτέμι κυματίζει, εβδομήντα
ουκρανικούς χειμώνες να ξορκίζει· μια ―παλομοδίτικη
τώρα πια― χάρη οι κινήσεις έχουν στόχο, που ο πειθαρχημένος
της τρόπος αναιρεί, στον μελαμψό ξενοδόχο τα μάτια καρφωμένα,
να θυμάται το πρώτο άκουσμα της μελωδίας αυτής. Δεν την αφορά
η συνάντηση για την προσάρτηση κάποιας γης, το μυαλό της
κολλημένο στου παρελθόντος μια περιοχή, μιαν ιδέα:
υπερασπίζεται τη δική της, ιδιωτική, Κριμαία.
Περατζάδα
Πάνω κάτω την ίδια κακοφωτισμένη παραλιακή,
τόσα χρόνια, πάνω κάτω αυτή τη μίζερη περατζάδα,
στο ίδιο ποδήλατο επάνω―
κι ας άλλαξες τρεις μάρκες από τότε,
ξαφνιάζεσαι απ΄ τη νοσταλγία μιας εποχής,
πολύ ή και λιγότερο μακρινής:
εδώ που ‘κλεισε το μπαράκι από πέρσι
έστηνες αυτί σαν τραγούδαγε η Ρίτα
στο σκυλάδικο το ’81,
περνώντας με το ίδιο ποδήλατο ―
κι ας άλλαξες τρεις μάρκες από τότε,
προσπερνώντας τις ατέλειωτες γριές
στον πεζόδρομο και τους λουκουμάδες,
τις κουμκανατζούδες στα μπαλκόνια,
που πήγαιναν στα μπάνια πριν τις δέκα,
τα σινεμά να περικλείουν την ανία σου,
γιατί πάντα ό,τι ποθούσες ήταν αλλού,
γιατί πάντα ό,τι ποθούσες ήταν άλλο,
κλείσαν κι αυτά κι ησύχασες,
προς τι λοιπόν αυτή η νοσταλγία
γι’ αυτό που δεν ήταν, εδώ που τα λέμε,
καλύτερο απ’ το τώρα
ή μόνο για τα μαλλιά που τότε ακόμα
ανέμιζαν στο μελτεμάκι
―μιλάμε για τρίχες δηλαδή―
για την ευκολία που έκανες πετάλι,
πάνω κάτω την ίδια κακοφωτισμένη παραλιακή,
τόσα χρόνια, πάνω κάτω αυτή τη μίζερη περατζάδα,
στο ίδιο ποδήλατο επάνω―
κι ας άλλαξες τρεις μάρκες από τότε,
βλάκα.
Μόνο εσύ δεν άλλαξες.
Αγκάθι (Ιούλιος 2025)
άσ’ τις εφημερίδες, κλείσ’ τις ειδήσεις,
το καλοκαίρι αυτό ακολούθα,
δίπλα στη θάλασσα κάνοντας πετάλι ―
όμορφα μυρίζει το αρμυρίκι αυτό
που σου γρατζούνισε την πλάτη,
φαίνεται κάπως διαφορετικό,
ας το ψάξεις, να μια ευχάριστη
απασχόληση, καλοκαιρινή:
δεν είναι λέει αρμυρίκι
μα Παρκινσόνια, κάποιοι
το λένε και αγκάθι
της Ιερουσαλήμ.
Μάραθα
Γερανοί, φασαρία, μήνες τώρα στη μεγάλη αλάνα
που έβγαζαν οι γείτονες βόλτα τα σκυλιά τους.
Την τελευταία που’χε μείνει.
Στο πόστερ τετραπλό συγκρότημα,
λέει, με πισίνα.
Στη στενή άκρη που άφησαν για πεζοδρόμιο,
απέμειναν κάτι αγριομάραθα―
ποιος ξέρει για πόσο ακόμα.
Παλιά το χωράφι ήταν γεμάτο.
― Δεν ήταν προτιμότερο
να σας κατουράνε τα σκυλιά;
τα ρώτησα κι εγώ περνώντας
Ψάχνοντας
Αδέσποτο στην παραλιακή ψάχνει στα σκουπίδια για τίποτα αποφάγια. Αποκαρδιωμένο περνάει από μπροστά μου, γαυγίζοντας που και που προς την κίνηση. Όπως είναι κοντά, παρατηρώ το μήνυμα στο ξεφτισμένο του κολάρο:
ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΟΧΙ ΚΟΚΑΛΑ
Να θυμίζει τον καιρό που υπήρχαν ―φαίνεται― επιλογές.
Highgate Ponds
Γυρνώντας απ’ τις λίμνες
πάνω στο ποδήλατο,
βρεγμένος ακόμα,
σχεδόν γυμνός,
σκαρφαλώνοντας τα τοπικά λοφάκια:
πώς να μην έχει τόσο έντονα
μείνει η μνήμη εκεί.
Μια φορά μόνο,
στα τόσα χρόνια μια φορά,
που η ζέστη να σε τρελαίνει
μέχρι ―ανήκουστο―
αργά το βράδυ.
Αυτή η αίσθηση του απρόσμενου
βαραίνει ίσως πιο πολύ
κι απ’ την απλοχεριά
που ‘χουν τ’ ατέλειωτα
ελληνικά καλοκαίρια.
Κι αυτά
―κακά τα ψέμματα―
προσέφεραν λιγότερα
απ’ ό,τι η θέρμη τους
υποσχόταν.