Η μπουγάδα




Κάθεται οκλαδόν στο δάπεδο της ταράτσας και ακουμπάει την πλάτη του στον ζεσταμένο από τον ήλιο τοίχο. Οι αρμοί του δαπέδου έχουν αφήσει σημάδια στα πόδια του. Τα χαϊδεύει αφηρημένα και τεντώνεται να βγάλει από την τσέπη του τα χαρτάκια και τον καπνό. Στρίβει το τσιγάρο, το σαλιώνει και το βάζει στο στόμα. Ο ήλιος τον τυφλώνει κι ας είναι ακόμα πρωί. Βάζει το χέρι αντήλιο και χαζεύει την απλωμένη μπουγάδα.

Δύο μαύρα μπλουζάκια, ένα τζιν, δύο γαλάζια σεντόνια, ένα άσπρο πουκάμισο, ένα λιλά. Παραδίπλα τα εσώρουχα. Τα δύο πουλόβερ στάζουν ζαρωμένα. Τα έπλυνε στο χέρι με κρύο νερό, όπως πρέπει. Να μην μπουν.

Κλείνει πάλι τα μάτια. Μυρωδιά από μαλακτικό και καυσαέριο . Το μανίκι ενός πουκάμισου χτυπάει ρυθμικά τον τοίχο πίσω του. Λες να λερωθεί; Δε βαριέσαι! Θα σηκώσει τα μανίκια να μην φαίνεται. Ανάβει το τσιγάρο, ρουφάει μία τζούρα και κρατάει τον καπνό. Απ’ τον φωταγωγό φτάνουν στ’ αυτιά του ήχοι από πιάτα και το τσιτσίρισμα ενός τηγανιού. Κάποιος ψάχνει να βρει σταθμό στο ραδιόφωνο. Ένας λόξιγκας από συλλαβές και νότες ξεκάρφωτες, που αναμιγνύεται με το νυσταλέο κου-κουρ-κου μίας δεκαοχτούρας.

Πάνε χρόνια από τότε που είχε φορέσει για πρώτη φορά το καλοκαιρινό φόρεμα της μάνας του από την απλωμένη μπουγάδα. Κοιταζόταν στη τζαμαρία του πλυσταριού ώρα γέρνοντας το κεφάλι μία δεξιά, μία αριστερά. Μετά σηκωνόταν στις μύτες των ποδιών κάνοντας μία στροφή. Κι άλλη μία, κι άλλη μία. Και δώστου η βουάλ φούστα να σηκώνεται και να φουσκώνει. Και δώστου αυτός να γυρίζει ασταμάτητα, ξεκαρδισμένος και ξέπνοος.

Το χαστούκι αντήχησε στο πλυσταριό. ― Μη σε ξαναδώ κακομοίρη μου, θα στο φορέσω σάβανο.

Πετάγεται πάνω απότομα δαγκώνοντας το τσιγάρο με τα δόντια του. Άκρη-άκρη στο σύρμα έχει απλώσει την ποδιά της κουζίνας. Κόκκινη με άσπρα πουά, φανταχτερή, με φραμπαλάδες στις τιράντες, στις τσέπες και στο στρίφωμα. Την ξεκρεμάει και τη χώνει βιαστικά στη λεκάνη. Μαζεύει και όσα ρούχα έχουν στεγνώσει και κατεβαίνει. Στο ασανσέρ διασταυρώνεται με την κυρία του τρίτου. Κοιτάει τη λεκάνη του και το βλέμμα της πέφτει στον φραμπαλά της ποδιάς, που ξεπροβάλλει κάτω από το μαύρο τζιν. Χαμηλώνει το κεφάλι του. Φιλοξενώ την αδερφή μου, σκέφτεται να της πει, αλλά σωπαίνει.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: