Ο κάκτος
Εκείνο το πρωί η Μπλανς ξύπνησε στη γλάστρα του χολ. Ήταν ένας παχύς, όμορφος κάκτος. Κανείς δεν είχε αντιληφθεί την απουσία του κοριτσιού, μέχρι που η μητέρα της διαπίστωσε πως η κόρη της δεν κοιμήθηκε ποτέ στο κρεβάτι της. Όλοι γνώριζαν την συνήθειά της να βγαίνει έξω τις νύχτες και να καταναλώνει απίστευτες ποσότητες πράσινων φυτών, αλλά πάντα γυρνούσε στο σπίτι πριν τις 8:00 το πρωί. Ο πατέρας της δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία, καθώς ποτέ του δεν συνδέθηκε μαζί της ουσιαστικά. Αυτή της η μανία να κυλιέται στο χορτάρι και να καταβροχθίζει ωμά πράσινα φύλλα τον αηδίαζε. Η μητέρα της με τον καιρό το είχε συνηθίσει. Φτάνει που την διαβεβαίωσαν οι γιατροί, ότι δεν πρόκειται να αρρωστήσει απ’ αυτή της την συνήθεια αφού είχε στο αίμα της ένα ένζυμο, που λείπει από τους ανθρώπους, αλλά, που υπάρχει σε αφθονία στα φυτά. Αυτοί οι βιοκαταλύτες ήταν η ασπίδα προστασίας της. Ωστόσο, το θέαμα ήταν αποκρουστικό. Από το στόμα της Μπλανς έτρεχε ένα πράσινο υγρό, που λέκιαζε τις πετσέτες και τα σεντόνια αφήνοντας μόνιμους λεκέδες. Ούτε ήταν ευχάριστο όλοι στο τραπέζι να τρώνε κανονικό φαγητό και αυτή να τρώει σαλάτες και κάθε είδους χορταρικό, που φύτρωνε στον κήπο. Ο μικρός της αδερφός, ο Πίτερ, την αγαπούσε και τη θαύμαζε, γιατί έκανε πάντα ότι της άρεσε και δεν ρωτούσε ποτέ κανέναν κι ας έδιναν κι έπαιρναν οι καυγάδες κάθε μέρα στο σπίτι. Με τον καιρό το συνήθισαν. Ο πατέρας επιτηρούσε αυστηρά τον Πίτερ και τον κλείδωνε συχνά στο δωμάτιό του, για να μην τον «κολλήσει» η Μπλανς αυτή την αηδιαστική αρρώστια.
Κι ενώ η μητέρα της μέσα στην αγωνία της, ήταν έτοιμη να καλέσει την αστυνομία, ο Πίτερ αναφώνησε: «Η Μπλανς έγινε κάκτος!» Μόνο εκείνος αναγνώρισε τα δάχτυλα της αδερφής του με τα νύχια της μαύρα από το χώμα, που κατέληγαν στην κορυφή του βλαστού. Η μητέρα το επιβεβαίωσε. Αφού έκλαψε για ώρες, κάλεσε τον γιατρό, ο οποίος αποφάνθηκε ότι η κατάσταση ήταν μη αναστρέψιμη. Μόνο ο πατέρας της δεν ενδιαφέρθηκε να πάρει μέρος στην παράξενη αυτή ιστορία. Του αρκούσε που είχε απαλλαγεί από το αηδιαστικό πλάσμα, που περιφερόταν σαν δεμάτι χόρτου μέσα στο σπίτι. Η Μπλανς δεν μπορούσε να μιλήσει, άνθιζε, όμως, μέσα στη γλάστρα και ψήλωνε. Η μητέρα της έμαθε πως έπρεπε να τη φροντίζει και της έδινε νερό μέρα παρά μέρα. Μετακίνησε, μάλιστα, τη γλάστρα σε σημείο, να το βλέπει ο ήλιος κι έτσι η Μπλανς συνέχισε να μεγαλώνει και να αποτελεί μέλος της οικογένειας με τον δικό της τρόπο. Ο Πίτερ της διάβαζε παραμύθια και τότε εκείνη έγερνε το σώμα της προς το μέρος του και οι πόροι του κορμιού της άνοιγαν διάπλατα. Όταν ο Πίτερ αρρώστησε και χρειάστηκε να νοσηλευτεί για αρκετό καιρό στο νοσοκομείο, ο πατέρας της Μπλανς βρήκε την ευκαιρία να την ξεφορτωθεί. Μετέφερε τη γλάστρα στο υπόγειο και την άφησε χωρίς νερό για μέρες. Σίγουρος ότι είχε πια μαραθεί, ένα πρωί αποφάσισε να την ξεριζώσει και να την πετάξει. Μόλις, όμως, την ακούμπησε τα χέρια του γέμισαν αίμα και έπεσε κάτω σφαδάζοντας από τον πόνο. Γρήγορα το δέρμα του έγινε μπλε κι έπειτα διάφανο. Δεν είχε φροντίσει να μάθει ότι οι κάκτοι, ακόμη κι αν μαραθούν, τα αγκάθια τους δεν πεθαίνουν ποτέ.