Οικογενειακές φωτογραφίες

Φωτ. Α. Βετράν (Ψηφιακό Αρχείο «Χάρτη»)
Φωτ. Α. Βετράν (Ψηφιακό Αρχείο «Χάρτη»)




Η μάνα μου κάθεται, ελαφρώς λοξά, στο παγκάκι του καταστρώματος. Έχει τις γάμπες προσεκτικά σταυρωμένες. Φοράει τριγωνικό μαντήλι στα μαλλιά. Η άκρη του τεντώνεται στον αέρα σαν εμπριμέ ανεμοδείκτης. Το αριστερό χέρι της είναι τυλιγμένο γύρω από τη μέση μου. Η σκιά των γυμνών ποδιών μου πέφτει στο δάπεδο του καραβιού. Με τον δείκτη του άλλου χεριού της με προτρέπει να κοιτάξω τον φωτογραφικό φακό. Φαίνεται να υπακούω συνοφρυωμένη. Μια αχνή ρυτίδα χαράζει ήδη το παιδικό μεσόφρυο μου.
Κάθομαι, ελαφρώς λοξά, στο παγκάκι του καταστρώματος. Γύρω μου τυλιγμένο ένα πολύχρωμο παρεό. Φοράω κόκκινη μπαντάνα στα μαλλιά. Ο αέρας έχει ανακατέψει όσες τούφες περισσεύουν. Το αριστερό χέρι μου είναι τυλιγμένο γύρω από τη μέση της κόρης μου. Τα γυμνά της πόδια δεν φτάνουν ν’ ακουμπήσουν στο δάπεδο του καραβιού. Με τον δείκτη του άλλου χεριού μου την προτρέπω να κοιτάξει τον φωτογραφικό φακό. Φαίνεται να υπακούει συνοφρυωμένη. Μια αχνή ρυτίδα χαράζει ήδη το παιδικό μεσόφρυο της.
Τα άσπρα αθλητικά παπούτσια μου. Τα πόδια μου μέσα στα παπούτσια, ακίνητα στην ξύλινη εξέδρα. Η εξέδρα με τα τρία σκαλοπάτια. Το καφετί ξύλο της είχε τρίξει καθώς ανέβαινα.
Μήπως το κεφάλι μου πρόκειται να πέσει με γδούπο στον κουβά της λαιμητόμου; Ή το σκοινί θα σφιχτεί γύρω από τον λαιμό και το σώμα μου θα αιωρηθεί άτσαλα στον αέρα;
Ο κόσμος θα ζητωκραυγάζει; Ή θα κλαίει;
Σηκώνω τα μάτια. Προσπαθώ να μην τα στρέψω στο πλήθος, να μείνω καρφωμένη στο αόρατο τίποτα. Κάποιο χέρι διορθώνει το ύψος της μεταλλικής στήλης μπροστά μου. Το μικρόφωνο είναι τώρα στη σωστή θέση.
Ένας κίτρινος ήλιος φυτρώνει ξαφνικά στον ουρανό. Φωτίζει ένα μόνο πρόσωπο ανάμεσα στα πολλά. Η μάνα μου με την καλή μεταξωτή της μπλούζα και κολιέ με πέρλες. Τα βλέμματα μας συναντιούνται. Ανοιγοκλείνει χωρίς ήχο το στόμα. Διαβάζω τα χείλη της.

            Αν δεν πεις το ποίημα σου, θα πεθάνω, λέει.

Λέξη δεν βγαίνει από το στόμα μου.

Ο παππούς μου φοράει κοστούμι με ψιλή ρίγα, γιλέκο και γραβάτα δεμένη σε τριγωνικό κόμπο. Με κρατάει σφιχτά απ’ το χέρι μέχρι να φτάσουμε στη λίμνη με τις πάπιες. Αγοράζει ένα σουσαμένιο κουλούρι. Δεν μου αρέσει να ταΐζω τις πάπιες, είναι ζώα όλο φασαρία. Κάνε πως τους πετάς ένα κομμάτι κουλούρι, λέει ο άντρας με την άσπρη ποδιά. Η μηχανή του στο κίτρινο τρίποδο είναι κουκουλωμένη με μαύρο πανί. Ο άντρας βάζει το κεφάλι του κάτω από το πανί. Αυτό σημαίνει πως ήρθε η ώρα για να βγει η φωτογραφία. Κάνω πως χαμογελάω. Μου τριβελίζουν το μυαλό οι φωνές των πουλιών.
Το σακάκι του παππού έχει μια εσωτερική τσέπη στην αριστερή πλευρά. Από εκεί βγάζει κάθε μέρα μια γκοφρέτα ΜΕΛΟ και μου τη δίνει. Η σοκολάτα γάλακτος λιώνει λίγο στις άκρες από τη ζεστασιά της καρδιάς του. Μες στο περιτύλιγμα βρίσκω πάντα ένα μικρό χαρτόνι όλο γράμματα και χρωματιστές εικόνες: μια σημαία, μια φιγούρα με παράξενα ρούχα και το όνομα κάποιας χώρας. Έχω μαζέψει πολλά τέτοια χαρτόνια. Έχω πολλές Ονδούρες, πολλές Βραζιλίες, πολλά Κονγκό αλλά μόνο μια Δαχομέη. Όλα τα χαρτόνια μυρίζουν γκοφρέτα όπως ο παππούς μου.
Στο πασχαλινό τραπέζι η οικογένεια κοιτάζει χαμογελαστή τον φωτογράφο. Μόνο ο παππούς κοιτάζει σκυφτός τα χέρια του λες και τα αντικρίζει για πρώτη φορά.
Ο παππούς φοράει πιτζάμες με ψιλή ρίγα. Τώρα πια, περνάει τις περισσότερες ώρες της μέρας μπροστά στο τζάμι της μπαλκονόπορτας σαν άγαλμα καταδικασμένο σε αιώνια ακινησία. Δεν ξέρουμε αν βλέπει κάτι στο λουλουδάτο πανί της κατεβασμένης τέντας. Δεν ξέρουμε τι σκέφτεται ούτε αν σκέφτεται.
Μπορεί να σκέφτεται το παρελθόν και να μετανιώνει που μας έδερνε με δερμάτινη ζώνη, λέει ο αδελφός της μαμάς, .
Τώρα πια, ο παππούς δεν έχει ζώνες αφού φοράει μόνο πιτζάμες.
Τώρα πια, η Δαχομέη είναι μια λέξη εξαφανισμένη απ΄ τον παγκόσμιο χάρτη.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: