1.
Μια πέτρα είναι μια πέτρα είναι μια πέτρα
Είναι μια πέτρα
Καταλαβαίνω αυτήν τη φιλότιμη ηλιθιότητα
Που έχει η μεταφυσική της παρουσίας
Έστω κι αν κάτι μέσα μου την αρνείται
Υπάρχει η πέτρα του αναμάρτητου, για παράδειγμα,
Η πέτρα που τη ματιάζει ένα μυρμήγκι
Η εδώδιμη πέτρα με τους χίλιους μύθους της
Η διαμαντοκοτρόνα στο στέμμα της Κοινοπολιτείας
Η ελαφρόπετρα του Μαγκρίτ
Η πέτρα με τον σκορπιό από κάτω
H πέτρα άγρυπνο κώμα
Ο πετροπόλεμος στα Ποταμούδια
Οπότε, κι ο Γιαννάκης Μπ. είναι ο Γιαννάκης Μπ. είναι ο Γιαννάκης Μπ.
Ναι, ο Γιαννάκης Μπ.
Μείον τα όσο κατέθεσε εκείνο το βράδυ
στους κλεπταποδόχους της οδού Ευριπίδου.
Κι αυτός ο αυνανιστικός νομιναλισμός
Αυτή η ουροβόρος μεταφυσική
Αυτό το τίποτα που φιλοδοξεί να γίνει κάτι για να καταστραφεί
Αυτό το πρίσμα στη μέση του πουθενά
Που είναι η θέα του Θεού
Όταν λείπω
και ο Θεός είναι στο πόδι μου
Είναι αυτό που σώζει τον Γιαννάκη Μπ.
Ή μάλλον που κάνει τον Γιαννάκη Μπ. να είναι ο Γιαννάκης Μπ.
να είναι ο Γιαννάκης Μπ.
Απλώς.
2.
Για χρόνια έλεγες αυτός
Και εννοούσες εκείνον
που σηκωνόταν από τον μεσημεριανό ύπνο
Γρύλιζε και έφτυνε στην τουαλέτα
Δεν τραβούσε το καζανάκι
Σημάδι ότι δεν είχες κρατήσει απόλυτη άπνοια
Ενόσω κοιμόταν
Κι ύστερα απάλλασσε το σπίτι από τη μυρωδιά του
Για χρόνια έλεγες αλλού
Νομίζοντας ότι σήμαινε άλλοθι
Ενώ απλώς ήταν οφσάιντ
Βάσει κανονισμών που άλλαζαν απροειδοποίητα
Όπως για κάποιους ανυποψίαστους περαστικούς
Που κατασκοπεύουμε από μακριά
Να μην ξέρουν τι θέλουν μες στην άδεια πλατεία
Εκεί όπου κάποτε
Όταν ξέμεινες από μυστικά έτρεξες πανικόβλητος
Και στην ατμόσφαιρα μια υγρασία φιλιού
Και όλοι οι ακροβολιστές σκοτωμένοι
Μόλυναν με την ανάσα τους τον αέρα
Καθώς ο αέρας ξεφύλλιζε τα σύννεφα
Που είχαν μια ούγια ψυχεδέλειας
Σαν γιαπωνέζικη τράπουλα
Μια απροσδιόριστης και ευτράπελης Γιάκουζα
Σύννεφα που τα κοιτάζαμε από μακριά
Σαν επαγγελματίες ναυαγοσώστες
Για χρόνια έλεγες κάτω
Κι ήθελα να ήμουν από πάνω
Για χρόνια έλεγα πίσω
Και μου έλεγες να μη γίνομαι πρόστυχος
Για χρόνια έλεγες αριστερά
Και σου απαντούσα: από μένα ή από σένα;
Για χρόνια έλεγες παραπέρα
Κι εννοούσες τρία στενά και μερικά παιδικά χρόνια πιο εκεί
Για χρόνια έλεγες δεξιά
Και σου απαντούσα ότι τα επιρρήματα δεν κλίνονται
Ούτε έχουν αριθμούς
Για χρόνια έλεγα εδώ
Κι εννοούσα πάντα ένα τυχοδιωκτικό εκεί
Που πίστευα ότι ήταν ένα θαυματουργό σημείο αρχιμήδειας μηχανικής
Για να κάνω τραμπάλα με το σύμπαν
Για χρόνια έλεγα αυτό
Κι έκανα μια κίνηση να το πιάσω
Εκείνο ανάμεσα στα σκέλη
Ενώ η αδερφή της γιαγιάς
Με αγέρωχο ήδη το μουστάκι της έλεγε ειρωνικά
«ότι συνδέομαι με κέντρο»
Κι ότι «οι κακές συνήθειες κόβονται πριν από τα εφτά»
Κι εγώ το επαναλάμβανα από μέσα μου
Χωρίς να ξέρω ότι ποτέ δεν μεγαλώνεις πέρα από τα εφτά
Χωρίς να ξέρω όμως ότι τη λέξη την είχαν μαγαρίσει προ πολλού οι φροϋδικοί
Για χρόνια έλεγα αυτή και κυνηγούσα την κουβαρίστρα της
Που κυλούσε ελεύθερα
Αλλά απλώς μου όριζε μέχρι πού μπορώ να φύγω
Έστω κι αν δεν ντρέπομαι να την κρατώ στο χέρι
Με μια υποψία αιμοσταγούς λώρου
Έστω κι αν με γύριζε αργά αργά πίσω
Καθώς γινόταν το πλεκτό
Που θα με τύλιγε τον χειμώνα και θα με στιγμάτιζε με τα μοτίβα του
Κι αυτή η κουβαρίστρα πήγαινε παντού και πουθενά
Δεν τελείωνε ποτέ και τελείωνε πάντα
Παντού, πουθενά, ποτέ, πάντα
Λέξεις τόσο άψυχες μπροστά στο αυτή
Αυτή, η μαρσιποφόρα, ο μάρσιπος του μαρσίπου
Η πτυχή του πύου και του θυμιάματος
Για χρόνια έλεγες μέσα
Και δεν ακουγόταν ούτε τρίξιμο
Είχες εκπαιδεύσεις τις πόρτες να είναι τόσο διακριτικές
Για χρόνια έλεγες έξω
Και εννοούσες μια νοσταλγία να κατουρήσεις μέσα
Να φέρεις τα ούρα σου στο σπίτι
Να μην τα σπαταλήσεις σε ξένα WC
Για χρόνια έλεγες πάνω και νόμιζες ότι ήταν έξω
Για χρόνια έλεγες κάτω και εννοούσες το λιμάνι
Κι ενώ κατέβαινες
αναμετριόσουν με τη στάθμη του νερού
και τη σημάδευες διαδοχικά στον δικό σου αέρα
σαν ενσταντανέ με το μπόι σου
Για χρόνια έλεγες έξω
Και απαντούσα «γιατί;»
Για χρόνια έλεγες μέσα
Και απαντούσα ότι είναι απλώς ένας αντικατοπτρισμός του έξω.
3.
Oύρλιαζε όσο θες
Δεν θα με πείσεις ότι δεν είσαι στο απέναντι πεζοδρόμιο
Σπάραξε όσο θες
Δεν θα πείσεις ότι καμιά ιτιά δεν φύτρωσε στην όχθη σου
Που είναι πάντα απέναντι
Και σε αυτήν την κατάκοιτη γη
Καμιά πέτρα πια δεν έχει φυτρώσει
Ψιθύριζε όσο θες
Μέσα από τις μεσοτοιχίες των χειμώνων
Από τον ομφαλό του τίποτα
Κάτι θα σκιρτά πάντα
Που θα προκαλεί τη βαρηκοΐα μου
Ή μάλλον την ακουστική μου περηφάνια
Με τις υστερικές δυσανεξίες της
Γιατί τόσων χρονών κι ακόμη δεν έχω μάθει
πως οι ορίζοντες υπάρχουν εκεί
για να προκαλούν πάντα
την οπτική μου ταπεινότητα.
4.
Φως από το λαμπατέρ
Ένα συμπαθητικό σχεδόν κίτρινο
Που έδιωξε σαν πλέγμα περιστεροδιωκτικών ακίδων το φως της μέρας
Πώς αλλιώς θα ήταν
Όλα τακτοποιημένα πάνω στο γραφείο
Χαρτιά, ημερολόγια, προς διενέργεια
Όλα τετραγωνισμένα
Μέχρι την ελαφρώς φθαρμένη γωνία‒ αναπόφευκτο.
Το καθετί δηλώνει τα σχέδιά σου.
Πόσο χρόνο πήρε όμως στους φιλότιμους αγγέλους
Να μπαζώσουν τον λυγμό
Που ηχεί
Σαν κλειστή στροφή σε κάποιο μακρινό διάνυσμα
Αυτόν τον λυγμό
Με την άγνωστη τεκτονική μνησικακία
Δεν μπορείς ούτε καν να τον σπείρεις.
Μόνο κάποτε χαϊδεύει τον ομφάλιο λώρο σου
Τον τραβάς για να συναντήσεις αγνώστους
Και να τους φιλήσεις στα χείλη καταμεσής του δρόμου
Και κάποτε ο λώρος μέσα στην τσέπη σου κοκκινίζει
Στάζει σταγόνες αίμα
Πόσες μαμές τον κατακράτησαν
Τον υπεξαίρεσαν
Μόνο και μόνο για να μαστιγώνουν με αυτόν τα παιδιά τους
Και να τα σφίγγουν μέχρι παραισθήσεως πνιγμού.
5.
Αποφατικό
Τεντώναμε τα πόδια μας
Όπως κάποιοι στον θρόνο τους
Στο θρανίο
Ή στη θέση του μετρό
Για να δουν ότι το σύμπαν είναι απέραντο
Για να νιώσουν τη θαλπωρή της περατότητάς τους
Για να δείξουν ότι δεν μετρήθηκαν σωστά
Και οι αντίχειρές μας γυρνούσαν αδιάκοπα
Περήφανοι που δεν είχαν το αντίστοιχό τους στα δάχτυλα των ποδιών
Ναι, σε κείνα τα μεγάλα δάχτυλα
Από όπου θα κρεμάσουν κάποτε
Το καρτελάκι του νεκροτομείου
Τεντώσαμε τις πλάτες μας προς τα πίσω
Για να δείξουμε ότι τα φτερά μας είναι αυτοφυή
Ότι δεν είμαστε ακριβώς παράλληλοι με τον τοίχο
Ότι δεν είμαστε οι τελευταίοι τής περιπόλου
Και οι αντίχειρές μας να γυρνούν
Στο σχήμα ενός ιερογλυφικού φιδιού
Να μας μαθαίνουν ότι δεν υπάρχουν ιδέες
Μόνο πράγματα
Πράγματα με αόρατες ρίζες
Ή το πολύ-πολύ ένα μακρινό κοπάδι αγριόχηνες στον θαμπό ουρανό
Σαν στίγματα
Μόνο πράγματα
Από όπου φυτρώνουν αυτό που λεν ιδέες
Ή μάλλον ιστορίες
Γιατί ακόμη και το χρώμα των πραγμάτων
Είναι μια ιστορία
Που κάποιοι την παίρνουν για ιδέα
Και κατεβαίνουμε κάποτε
Να περπατήσουμε
Με τα φτερά στην πλάτη
Με τα δικά μου να λιώνουν
Και τα δικά σου να τα τραβώ για να πέσουν επιτέλους
Τότε χωρίζουμε
Στη γωνία του φαρμακείου
Φιλιόμαστε επίτηδες μπροστά στην κάμερα
(ο φαρμακοποιός και η βοηθός του
θα γαργαλιστούν τη Δευτέρα το πρωί)
Και οι αντίχειρες να γυρνούν ασταμάτητα
Και τα φτερά ― τα δικά μου, τα δικά σου
Πεταμένα, έτοιμα για τα συνεργεία του Δήμου.
Δείξε τα σκουπίδια σου για να μην καταλάβω τι δεν είσαι.
6.
Δεν είχε ακόμη στεγνώσει η κόλλα του κόσμου
Κι ήρθε μια πρωινή καταιγίδα
Που τα έκανε όλα χαλάστρα
Τύποι πρωινοί
Παρατρεχάμενοι του φωτός
Με το αντίδωρο της νύχτας στο στόμα
Έτρεχαν να κρυφτούν
Κι εγώ πίσω απ’ το τζάμι
Με τη μια βροντή πάνω στην άλλη
Να ανοίγω το στήθος μου
Πίσω απ’ το τζάμι το ανοίγω τόσο εύκολα
Με τη μια βροντή
Σαν πατρική οργή
Να χαϊδεύω το στήθος μου
Απέναντι στις βροντές του Θεού
Κι άφοβα να λέω:
Πρώτος σε ρώτησα εγώ.
7.
Θα αφήσω πίσω το ποίημα αυτό
Και πάνω σε αγαπημένα κράσπεδα
θα τινάξω χτυπώντας τα σανδάλια μου
Την αστρόσκονή του.
Έτσι κι αλλιώς θα είναι μεσημέρι
Μέσα στο κοινό φως
Το εφέ δεν θα έχει επιτυχία
Το ξέρω,
αλλά ως κλασικός ηλίθιος
Θα γυρίσω πίσω για να κοιτάξω.
8.
Μ’ αρέσουν οι πέτρες που πέφτουν από τον ουρανό
Εκτός κι αν είναι πάνω στο κεφάλι μου
Αυτές που κάθονται πάνω στη γη
Προσποιούμενες ότι ρίζωσαν
Ότι φτιάχνουν κάποιο νόημα αν τις συνδέσεις νοερά
Ένα νόημα που είναι η αιωνιότητά τους
Αυτές που αλλάζουν ύφος κάτω από μια θανατόφιλη σελήνη
Και είναι σαν να ονειρεύονται το αμνημόνευτο πέσιμό τους
Από τον ουρανό
που κανείς δεν θα πίστευε
απλώνοντας τις νοητές ουρές της πτώσης τους
σαν δάσος από φτερά παγονιού
σαν επιδαπέδιο σπιτικό σιντριβάνι
ενώ εκείνο που τις δόξασε
δεν είναι παρά η ανορεξία των ποιητών.
9.
Βγήκε έξω
Και ήδη έκανε σχέδια
Για το πού θα παρκάρει όταν γυρίσει
Δεν ήταν δύσκολο
Όπως τα μυρμήγκια λένε αναγραμματισμένες επωδές
Για χάρη του θεού ήλιου
Με την υποψία του επερχόμενου χειμώνα
Όπως στα μεθύσια τους οι φοιτητές
Θυμούνται τριγωνομετρικούς αριθμούς
Για να καυχηθούν ότι είναι ακόμη νηφάλιοι
Και θα φιλοδοξεί πάντα ένα παρκάρισμα
Απόμερα του πουθενά
Για όλη την ατέλειωτη νύχτα.
Και τα άστρα ψηλά
Κανείς δεν θα τα σβήσει σαν καύτρες τσιγάρου
Πάνω στο ανυποψίαστο δέρμα τους
Θα είναι πάντα
Τα χύμα ρέστα του απείρου―
Αλληγορία του ταμείου της ημέρας
Ενός συνοικιακού περιπτέρoυ.
10.
H νύχτα του μοναχικού λαμπατέρ
Θα διαψευστεί από την αιθρία των αμετανόητων εκδρομέων
Θα έρθει καιρός όμως που οι εθισμένοι στην ψίχα του γλαυκού
Θα την ξεράσουν σαν μιαν αντιστρέψιμη Μετάληψη.
11.
Σύννεφα λευκά στον δρόμο μου
Πειθαρχημένες πετσέτες του μετρ ντ’ οτέλ
Τουριστικά εκμαγεία ευτυχίας
Κάποτε εξαφανίστηκαν, κανείς δεν με ειδοποίησε.