Βρίσκεται μέσα στο τοπίο που ζωγραφίζει. Είναι καθισμένη στο χιόνι, μαλακές νιφάδες πέφτουν δίπλα της. Είναι σ’ ένα ξέφωτο. Ο αέρας είναι κρύος. Κρατά ένα βιβλίο ανοικτό, είναι καθισμένη με τα γόνατα διπλωμένα. Επάνω της έχει μια κάπα λευκή με μαύρες βούλες σα γούνα. Είναι σ’ ένα τοπίο χιονισμένο αλλά δεν κρυώνει. Κάποιος σκέφτηκε να τη σκεπάσει. Είναι αφημένη εκεί, μόνη. Οι νιφάδες πέφτουν σαν χορός και τις βλέπει.
Ποιος την άφησε εκεί και γιατί. Δεν γνωρίζει. Ξύπνησε εκεί. Έτσι δεν θυμάται τι προηγήθηκε. Τους παράγοντες της αιτιότητας. Είναι μέσα στο κρύο αλλά κάποιος φρόντισε. Κάποιος φροντίζει. Η γούνα είναι απαλή, τη σκεπάζει έτσι όπως κάθεται, από το κεφάλι έως τα πόδια.
Κοιτάζει σ’ ένα βιβλίο αυτή την εικόνα. Είναι το πρόσωπό της καθώς παίρνει μια αναλλοίωτη μορφή και στέκεται στο χρόνο. Αυτό το τοπίο είναι πάντα δίπλα της. Θα το θυμάται ακόμα κι όταν γεράσει. Σα να έζησε εκεί, σαν εκείνη η εικόνα να δείχνει τη ζωή της.
Οι νύχτες περνούσαν σε περιβάλλοντα εξόριστα που πάντα τη φιλοξενούσαν και γι’ αυτό θα έπρεπε να νιώθει ευγνωμοσύνη που της πρόσφεραν φαγητό και ένα στρώμα για ύπνο, είχε φτάσει σ’ αυτά παρά τη θέλησή της, μάλλον την είχαν στείλει από το ένα στο άλλο, με γράμματα, με διάμεσους, με διάφορους τρόπους επικοινωνίας. Ήταν όμως πάντα ομοιόμορφα, ποτέ δεν ένιωσε ότι το ένα ήταν καλύτερο από το άλλο, ποτέ δεν ένιωσε μια αναβάθμιση μέσα της, ίσως γιατί, ναρκωμένη, αναζητούσε τη μοναδική της ταυτότητα που της ήταν άγνωστη. Όταν την έδιωξαν από το γονεϊκό σπίτι έπρεπε να αποδεχθεί την αλήθεια, ότι και αυτό δεν ήταν ακριβώς γονεϊκό όπως της εξήγησαν και έπρεπε να το είχε καταλάβει αυτό πιο νωρίς, αφού μάλλον το ένιωθε, μέχρι που έφτασε η στιγμή της ενηλικίωσης. Αν δεν την έδιωχναν στον έξω κόσμο, η ίδια θα έπρεπε να φύγει, και η απόφαση αυτή ήταν εξάλλου εδραιωμένη μέσα της.
Στο πρώτο ίδρυμα που τη δέχτηκαν οι συνθήκες ήταν σκληρές, οι άνθρωποι απόμακροι, η αρχηγός του ιδρύματος ιδιαίτερα, και παρατηρούσε κάθε πρωί, το ελάχιστο διάστημα που μπορούσε να στέκεται στον περίβολο, κάτι κόκκινα έντομα στο έδαφος με μυτερά κεφάλια και βούλες πολλά μαζί και σκεφτόταν πόσο ακόμη θα τα βλέπει και ήταν σα να ένιωθε ότι θα τα έβλεπε για ένα ορισμένο υποχρεωτικό διάστημα και μετά ποτέ ξανά.
Αυτό έγινε πραγματικότητα γιατί μετατοπίστηκε σ’ ένα άλλο ίδρυμα όπου οι άνθρωποι ήταν πιο ένθερμοι και της φέρονταν πιο ευγενικά. Ωστόσο κι εκεί δεν ένιωθε ότι ανήκει, μέσα της περίμενε τον επόμενο σταθμό, το επόμενο καταφύγιο που ήξερε ότι δεν μπορεί να επιλέξει.
Κάποτε βρέθηκε σ’ ένα πολύ μεγάλο ίδρυμα, ωραία κατασκευασμένο, όπου δεν ήταν ανάγκη να δουλεύει τόσο που να δυσανασχετεί, μάλλον δεν ήταν ανάγκη να δουλεύει καθόλου και κοιτούσε τις ώρες να περνούν μία-μία στο επιτοίχιο στρογγυλό ρολόι, με βάρος, μέχρι οι δείχτες ν’ αγγίξουν την ώρα του μεσημεριού και να αλλάξει χώρο. Το επόμενο πρωί έπρεπε να φτάσει βέβαια στο ίδιο δωμάτιο όπου ήταν και οι άλλοι ένοικοι, τους είχε μάθει μέσα από τον καθημερινό συγχρωτισμό, ο καθένας με την ιδιαιτερότητά του, έλεγαν αστεία και μερικές φορές ξεχνιόταν μαζί τους. Στο ισόγειο εκείνου του ιδρύματος ήταν μια κυρία που εκτελούσε καθήκοντα θυρωρού και είχε πάνω στο τραπέζι της ένα θρησκευτικό περιοδικό, ήταν η κυρία Κ, κούτσαινε ελαφρά και έτρωγε πάντα απέναντι το μεσημέρι μέσα από το τάπερ στο παγκάκι, ενδόμυχα την είχε ζηλέψει για αυτή της την πίστη, την οποία δεν είχε, και όση διέθετε δεν ήταν τόσο στεγανή και περιορισμένη ώστε να την προστατέψει από τη δική της μοίρα, όπως προστάτευε την κυρία Κ η οποία ήταν πάντα εξυπηρετική και χαμογελούσε.
Στον προαύλιο χώρο του ιδρύματος, λίγο πριν την πόρτα της εξόδου υπήρχε ένα αρχαίο άγαλμα γυμνό, ένας άνδρας σε μια στάση σαν ηρωική και πολεμική. Η θέα αυτού του αγάλματος είχε γίνει μέρος της ρουτίνας και όταν περνούσε δίπλα του δεν ένιωθε τίποτε και αυτό την παραξένευε. Το μάρμαρο έλαμπε στα πόδια του αγάλματος, ο χώρος ήταν ευρύς και απόμακρος. Έτσι κατάλαβε ότι ούτε και αυτός δεν ήταν ο χώρος της ούτε θα γινόταν ποτέ. Εν τω μεταξύ άλλοι ένιωθαν ευτυχισμένοι σχεδόν ανακουφισμένοι μέσα σ’ αυτόν καθώς τους προστάτευε από τα προβλήματά τους ―γιατί ήταν πράγματι ένας ευνοϊκός χώρος― και κατάλαβε ότι δεν ήθελαν να φύγουν ποτέ από εκεί.
Μέχρι που έφτασε εκείνο το γράμμα και συνέβη εκείνο που είχε ξεχάσει ότι θα μπορούσε να συμβεί. Το γράμμα αυτό την έστελνε μακριά, πολύ μακριά μέσα στην εξοχή, σ’ ένα μεγάλο οίκημα όπου κατοικούσε ο κύριος για τον οποίο δεν είχε ακούσει ποτέ τίποτε ούτε τι έκανε σε κείνον τον κόσμο.
Όταν έφτασε εκεί ήταν μια νύχτα καταιγίδας. Μπαίνοντας εκεί, μέσα στον κήπο του οικήματος η καταιγίδα άφησε την τελευταία της πνοή. Την υποδέχτηκε ακραία ησυχία.
Επικρατούσε ημίφως, η ατμόσφαιρα έφεγγε όσο τα αναμμένα κεριά στο εσωτερικό το επέτρεπαν. Μέχρι που τον είδε. Με βάση το γράμμα ήξερε περίπου ποιος είναι γενεαλογικά, αλλά δεν τον είχε δει ποτέ ζωντανά.
Αυτός, ευτραφής και γέρος, κατοικούσε ολομόναχος εκεί με κάποιο νέο συνοδό, τη δέχτηκε με πολύ συναίσθημα περισσότερο απ’ όσο μπορούσε να δείξει ή ν’ αντέξει. Τα μάτια του ήταν υγρά, το πρόσωπο κουρασμένο και πρησμένο. Της είπε σε περίμενα και εννοούσε τώρα μπορώ να πεθάνω και αποσύρθηκε στο δωμάτιό του ξανά. Παρατηρούσε την πολυτέλεια του οικήματος, το γεγονός ότι αν και παλιό δεν είχε ίχνος γυμνού τοίχου, όλα ήταν καλυμμένα με βελούδινα παλιά υφάσματα με ρόμβους και όπου άγγιζε το χέρι της ένιωθε την απαλότητα ενός άλλου κόσμου. Το χρώμα εκεί μέσα ήταν κόκκινο βαθύ, τα έπιπλα βαριά και αναπαυτικά. Εκεί που την είχε οδηγήσει το γράμμα. Και επικρατούσε η ησυχία του οικήματος που είχε ίσως ζήσει έντονα ένα παρελθόν που ίδια αγνοούσε κι όμως είχε σχέση με τη ζωή της.
Σε λίγες μέρες πράγματι ο γέρος έφυγε, ανακουφισμένος, και κρατούσε στα χέρια της το γράμμα που της είχε επιδοθεί, ότι μπορούσε και ήταν η κατάληξή της να μείνει για πάντα εκεί, μετά από τόσες ταλαιπωρίες και περιπέτειες σε άδοξους και επαναλαμβανόμενους χώρους.
Τα παγωμένα δάχτυλά της στολισμένα με σταγόνες πάγου ακουμπούσαν τα χιονισμένα ξύλινα κάγκελα του μπαλκονιού. Η θέα από κει ήταν ένα πάρκο μεγάλο, μακρύ, γεωμετρικό. Ψηλά δέντρα έστεκαν ανάμεσα σε φροντισμένους πράσινους ρόμβους μέχρι που το μάτι χανόταν σε μια προοπτική που δεν είχε τέλος. Φορούσε εκείνη τη μακριά γούνα και ήταν μόνη στο τοπίο. Το γεγονός ότι το αντίκριζε μετά από τόσο καιρό και χωρίς να το έχει δει πριν ήταν πρωτόγνωρο. Ήταν εκείνη και αυτό. Είχε επιτέλους επιστρέψει.
Η επιστροφή