Επισκέφτηκα το σχολείο, που έχει παραχωρηθεί στο πυροσβεστικό σώμα. Ήταν λίγο παχουλό, αλλά ψηλό, γερό και με στιλπνό δέρμα. Πέρασε τη γλώσσα πάνω στα χείλη του δυο-τρεις φορές καθώς με άκουγε, όταν πήγα να πλύνω τα χέρια μου από τις σκόνες, ανασήκωσε την μπλούζα και χάιδεψε την κοιλιά του. Μαύρα μάτια. Ήξεραν, δεν ήξεραν, υπολόγιζαν ανέλπιδα. Εγώ τον χαβά μου, ξετύλιγα τους χάρτες, α η Αφρική, α η Νότια Ροδεσία (σημερινή Ζιμπάμπουε), α το Σόλσμπερι (σημερινή Χαράρε), α ο ποταμός Ζαμβέζης όπου υπάρχει ελονοσία. Εκείνος είχε πάει μόνο στο Σίδνεϊ (κι εγώ βαριόμουν να παίξω τη δασκάλα).

To βράδυ φάγαμε λουκουμάδες και έτρεξε το μέλι ανάμεσα στη φτέρνα μου και το πέδιλο. Ήμασταν όλοι αγαπημένοι σα να είχαμε γλιτώσει από μια καταστροφή. ‘Ημασταν όλοι αγαπημένοι επειδή είχαμε γλιτώσει από μια καταστροφή. Η Καρμέλα είχε μείνει στην Αθήνα, οι γιατροί είπαν πως δεν θα έχανε το μάτι της τελικά. Στην κατεπείγουσα διαδρομή κρατούσε το φυλαχτό που της είχα φέρει από το μοναστήρι - ένα χάντρινο μάτι. Δεν πίστευα στα φυλαχτά, και τελικά δεν είχαν στο μοναστήρι, οπότε το είχα πάρει από ένα μαγαζί αργότερα. Με ενοχλούσε αδιάκοπα η ιδέα πως μπορεί να ήταν φτιαγμένο στην Κίνα. Η Αριάδνη επεσήμανε πως αν επρόκειτο για δικό μου παιδί δεν θα είχα ασχοληθεί με φυλαχτά και αηδίες. Γέλασα προσεχτικά μέσα στη νύχτα και πάτησα το γκάζι με το πόδι που πάνω του είχε πέσει το σιρόπι από τους λουκουμάδες.

Είναι καφέ το αίμα που πιτσιλάει όλους τους τοίχους της κουζίνας. Ε βέβαια με παντόφλα, ποια έλαια. Το Μανταλένα έχει πια προσαράξει, επιστρέφοντας τον έφηβο με την κρίση πανικού απ’ το νησί. Μες στον ήλιο και άυπνος, θυμήθηκε λέει ένα κακό τριπ με μέριτζέιν στα Πυρηναία. Το μεγαλύτερο εκ των επτά βγήκε μόνο δυο φορές για μπάνιο, τo υπόλοιπo το έβγαλε στο δωμάτιο με τα ακουστικά του κινητού. Ξέχασε μια μέρα τα αντικαταθλιπτικά, και να τώρα. Της άλλης της έκλεψαν το πορτοφόλι με την ταυτότητα και έχασε την πτήση για Βαρκελώνη μέσω Βενετίας. Τρέχαμε τηλεφωνικώς με τα προξενεία και τους υπαρχιφύλακες ώσπου να εντοπιστεί ανέγγιχτο στα ΚΤΕΛ του Κηφισού, υπάρχει θεός. Έβγαλε καινούριο εισιτήριο, έτσι κι αλλιώς χωρίς επίσημο χαρτί, θα της είχε κάνει τη ζωή ποδήλατο η Μελόνι. Ρίχνω πολύ πρωινή βουτιά με μελτέμι φουλ και αστράφτω μέσα έξω. Ο ωραίος μανάβης της λαϊκής μου εύχεται Καλή Παναγιά χωρίς να με κοιτάξει στα μάτια. Στο καφενείο μού βάζει τον μέτριο στη θέση μου ενώ πετάγομαι τράπεζα, σούπερ μάρκετ, φαρμακείο για αντισταμινικό. Μες στο φλιτζάνι μου, το ίδιο χρώμα με το αίμα του σκορπιού, ίσα με την παλάμη μου ήταν. Όλα όσα δεν συμβαίνουν στο σπίτι κι εκείνα που συμβαίνουν εκεί, μου φαίνεται πως λαμποκοπάνε σαν να ΄τανε πλαγκτόν τη νύχτα.

Στην πραγματικότητα, αυτό που θέλω να πω είναι πως με τρομάζει πολύ η ιδέα ότι οι άλλοι μπορεί να μην αγαπιούνται. Eίχα αναγκαστεί να μεταμορφώσω τον ρυθμικό τρόμο σε χερούλι, ίσως και χειρόφρενο, εντάξει, αλλά όχι αυτό να συμβαίνει και στους άλλους. Ειδικά μετά που πέφτει ο ήλιος και κάνουμε τις τελευταίες βουτιές, θέλω οπωσδήποτε να κρατιούνται απ’ το χέρι κι ας βουλιάζουν.