[ δωδέκατο μέρος ]
Όταν πέφτει το φράγμα που χωρίζει κανονικά την πραγματικότητα από τη μυθοπλασία, τότε μιλάμε για παραλήρημα
Roland Barthes, Μαρσέλ Προυστ / Σύμμικτα
α. Φορσβίλ!, όχι, όχι, jamais, σε καμία περίπτωση, ποτέ των ποτών Φορσβίλ, ουδέποτε και ουδεπώποτε Φορσβίλ, δεν πιάνει το κόλπο, το έχουμε δει το έργο, και ο Σουάν το είχε δει επίσης, πλην όμως εμείς, με την πάροδο τόσων δεκαετιών, το έχουμε δει καλύτερα, εναργέστερα, λίαν αποτελεσματικά, εμβριθέστερα το εν λόγω έργο, τουθόπερ σημαίνει ουδείς ουτιδανός καιροσκόπος ψοφοδεής Φορσβίλ δύναται να διαταράξει την γαλανή γαλήνη μας, να διασαλεύσει περαιτέρω το ήδη λυτρωτικώς διασαλευμένο πνεύμα μας, το ξέρουν άλλωστε κι οι πέτρες ότι η λέξις φθόνος και η λέξη ζήλεια συμβαίνει να είναι λέξεις που μάλλον δεν μας αρμόζουν, δεν παίξαμε τέτοια μπάλα ποτέ, αρνηθήκαμε τις τζιριτζάντζουλες και τα κορδελάκια των ψευτο-power games, κι άμα, φίλε κι όμοιέ μου κι αδελφέ μου, ακούς από την εφηβεία σου Lou Reed, διαβάζεις ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του Ογδόντα Marcel Proust, James Joyce, Guy Debord, και θητεύεις καμιά δεκαπενταριά χρόνια τώρα στον μέγιστο David Markson, πού να σου μείνει δευτερόλεπτο και ψήγμα διάθεσης για ματσαράγκες τύπου όχι, γλυκό μου, δεν έχει κατλέγιες απόψε, καθόσον προκρίνουμε ασμένως, έναντι οιασδήποτε άλλης, την αβρότατη και στρατηγικότατη στάση του Brian Eno (υπενθυμίζω: Ah-ha, you'll see one day these dreams will pull you through my door / And I'll come running to tie your shoe / I'll come running to tie your shoe), αμ τι γαρ!
β. Παραλήρημα (Barthes, 1979), Παραρλάμα (Βουτυράς, 1908), Τεμρόκ (Faraldo, 1973), και πάει λέγοντας (θυμόμαστε Δούγια, θυμόμαστε Isidore Isou, θυμόμαστε Serge Berna – αλίμονο!, άλλωστε η Εύα έφερε από το Παρίσι και προσέφερε στον (εν προκειμένω εκ νέου μελετητή των lettristes & situationnistes τον πολύτιμο τόμο Écrits et documents. n.p. [Παρίσι]: Éditions du Sandre, 2024. 200 σ.; ill.; 31 x 21 cm.), αλλά όχι, σε καμία περίπτωση, επ᾽ ουδενί, Φορσβίλ, και είναι τωόντι να υποτροπιάζεις ολισθαίνοντας στο ντελίριο κάθε που διανοείσαι το αδιανόητο, ήτοι το γεγονός ότι – άκουσον! άκουσον! – η τελευταία λέξη που έγραψε ο Proust και βρέθηκε τη στιγμή του θανάτου του κοντά στο κρεβάτι του, σ᾽ ένα χαρτί λεκιασμένο από βερονάλ, ήταν η λέξη (με δυσκολία διαβάζεται αλλά είναι σίγουρη): Φορσβίλ (Barthes, Σύμμικτα, σ. 135) – είναι να τρελαίνεσαι, να σου στρίβει, να μουρλαίνεσαι, να σού ᾽ρχεται να πηδήξεις απ᾽ το μπαλκόνι, να τα χάνεις, να θες σ᾽ ένα βαρέλι ρούμι να χωθείς και να χαθείς, αλλά όχι, μην το κάνεις, μην παραφρονήσεις κι ας αξίζει να παραφρονήσεις, κι ας συνέλαβες τον εαυτό σου να σκυλοβρίζει (νοερώς) τον έρμο τον Barthes για το ότι κατέγραψε το εξωφρενικό αυτό γεγονός, μας κοινοποίησε ποια ήταν η τελευταία λέξη που χάραξε η πένα του Μεγάλου, ας είναι, ναι, ας είναι, ξέχνα την Οντέτ, ξέχνα τον Σουάν, ξέχνα (όσο γίνεται) τον Marcel Proust, ετοίμασε να πιείς ένα αφέψημα, κι άνοιξε το Δελτίο Τέρψεων και Υποχρεώσεων, το και Τεφτέρι λεγόμενο.
γ. Τσάκο μεταπολιτευτική μεταμαντλέν, κουμπάρε: “Tomorrow Never Knows’’, 801 Live, 3 Σεπτεμβρίου 1976, κι ύστερα από κάτι μήνες να το παίζεις στο ξύλινο πικάπ, στο διαμέρισμα της οδού Κασσαβέτη, τι παραλήρημα, Θεέ μου (πάλι ναν το πούμε: εκρήξεις στο κρανίο!) με τον Γιαννάκο, τη Μόνικα, τον Κωνσταντίνο, τη Μάνια, στροβιλισμοί και περιδινήσεις, η καλύτερη προετοιμασία, μαθές, προκειμένου να μάθεις να διαβάζεις στροβοσκοπικά, so zu sagen, και βουαλά, για να δώσουμε ένα παράδειγμα, ενώ μεσολαβούν κάμποσα χρόνια από τη μία ανάγνωση στην άλλη, και δεκαετίες από το ένα έργο στο άλλο, εντοπίζεις, σε κατάσταση ενεργητικού ληθάργου μάλιστα, την εκπληκτική συνάφεια της φράσης Δεν αποκλείεται, βέβαια, στην πραγματικότητα να μην είναι μια άγνωστη απόλαυση, ίσως το μυστήριό της από κοντά να διαλυόταν, να μην ήταν παρά μια προβολή, μια οφθαλμαπάτη του πόθου (Sans doute, il se pouvait qu’il ne fût pas en réalité un plaisir inconnu, que de près son mystère se dissipât, qu’il ne fût qu’une projection, qu’un mirage du désir) με την φράση Εφόρμησε στην επικράτεια της υπερβολής για να διεκδικήσει κάτι. Κι αυτό το κάτι ήταν μια τρεμάμενη και παραφουσκωμένη οφθαλμαπάτη της καρδιάς (He rushed into the territory of excess to stake himself a claim. This claim was a swollen and quaking heart-mirage), Proust, οφκόρς, από τη μια, Saul Bellow, φυσικά, από την άλλη.
δ. Το λέει κι ο άλλος, δεν το λέμε μονάχα εμείς οι συμποσιαζόμενοι φτηνοφαγάδες που καβγαδίζουμε πλειστάκις και πολλαχώς για τον Marcel Proust και τον James Joyce, για τις επιδράσεις τους σε μπητνίκους και σιτούνια, βεβαίως λοιπόν και ο άλλος το λέει πως καλόν είναι να προχωρήσουμε σε μια βίαιη έγχυση θεωρίας και ιστορίας μέσα στο μυθιστόρημα, σάματις κάνουμε και τίποτε άλλο από το να διακονούμε το υβρίδιο, να ανακατεύουμε την τράπουλα ξανά, να πασχίζουμε κατιτίς να κάνουμε κι εμείς με το κολάζ, το ντεκουπάζ, το ρεπεράζ, το μοντάζ, και με το εταλονάζ επιπροσθέτως, με την κοπή αρνητικού, με την αποδιάρθρωση και την αναδιάρθρωση, ούτως ώστε να μαστορέψουμε έργα που να φέρουν πολυπλοκότητες εντός τους πλην όμως έτσι εναρμονισμένες ώστε να φουρφουρίζουν σαν μίνι πολύχρωμοι ανεμόμυλοι που κρατούν στο χέρι και τρέχουν πιτσιρικάκια ανά τας οδούς και τας ρύμας και τας αγυιάς, φέρ᾽ ειπείν συνυφαίνουμε, με τρόπο, την αλιευμένη από σχόλιο στο facebook φράση Χρήστο! Βλέπω έναν Χάιντεγκερ στα γερμανικά σφενδονισμένο στον τοίχο~ στο βάθος μια τηλεόραση έπαιζε Παρατζάνοφ από βιντεοκασέτα με την διαπίστωση ότι ο νεαρός Ιάκωβος, καίτοι πολύ κατέχει πράμα από Immanuel Kant, αγνοεί τι εστί τηλεγράφημα, καθώς και με την σύνταξη και ένθεση, στο under construction έργο, των βασικών ιδεών που επεξεργάστηκαν οι καταστασιακοί κατά την Πέμπτη Συνδιάσκεψη (28 έως 30 Αυγούστου του 1961, στο Γκέτεμποργκ) και επιλεγμένων στίχων από το αλλόκοτο αριστούργημα Bach’s Bottom (1981) του Alex Chilton.