Ο Κωστής Παλαμάς τιτλοφόρησε τον τόμο με τις ποιητικές μεταφράσεις του Ξανατονισμένη μουσική. Ο Γιώργος Σεφέρης, Αντιγραφές, ο Οδυσσέας Ελύτης Δεύτερη γραφή και για τον Αντώνη Μακρυδημήτρη είναι ο Δεύτερος πλους, μια και ο πρώτος είναι η δική του εμπειρία από το ποιητικό ταξίδι. Σ’ αυτόν τον δεύτερο πλουν θα επιβιβάσει στο σκάφος του τριάντα δύο ποιητές. Όλοι γνωστοί και αγαπημένοι, μερικοί όμως γνωστότεροι από άλλους.
Μεταφράσεις υπάρχουν πολλές, αλλά επειδή για τον κάθε ποιητή-μεταφραστή, το αίσθημα είναι απολύτως προσωπικό, επόμενο είναι να μπει στη διαδικασία να σχολιάσει, να εγκύψει με ενδιαφέρον στο έργο ενός άλλου και κυρίως για να δει τι λέει που ο ίδιος θέλει να μεταγράψει, να μεταφράσει, να μεταφέρει ή να ξανατονίσει στη δική του γλώσσα. Με άλλα λόγια η «Ξανατονισμένη μουσική» έδειχνε πως Ο Παλαμάς έριχνε το βάρος στη μουσικότητα του στίχου, και ήταν φυσικό μια και το τέλος του 19ου αιώνα έδινε μεγάλη σημασία στον ήχο. Λέγεται πως ο Σεφέρης, αργότερα βέβαια, χτυπούσε με το μολύβι, σαν χρονομέτρης, το γραφείο του, για να ακούει τον ήχο, τον τόνο, από το περπάτημα του στίχου.
Αν και στο τέλος του 19ου αιώνα ο Συμβολισμός έδινε μεγάλη σημασία στη μουσική του στίχου, τότε ήταν που αναπτύχθηκε και η ατονική μουσική, κάτι που ξένιζε φυσικά, αλλά αποτελούσε την εισαγωγή στη μεγάλη ανατροπή που ακολούθησε με τον μοντερνισμό και για μερικούς μουσικούς και ποιητές την αναθεώρηση και της καθιερωμένης μουσικότητας. Καλύτερα θα ήταν να πούμε πως επρόκειτο για μια κρυμμένη μουσική –αναγνωστική ή ηχητική- που ο αναγνώστης ακροατής έπρεπε να ανακαλύψει. Ωστόσο, όλα υπάρχουν στην ποίηση από πάντα και αυτό φαίνεται και στους ανθολογημένους ποιητές του τόμου.
Ο Μακρυδημήτρης μπαίνει στη διαδικασία της μετάφρασης της ποίησης με όπλα του την αγάπη, την πλατιά και βαθιά εντρύφηση στους ποιητές από τον Όμηρο και τους μεγάλους κλασικούς της Ευρώπης και της Αμερικής μέχρι την εποχή μας. Οπωσδήποτε τα κριτήρια τα έχει θέσει ο ίδιος. Είναι η αναζήτηση ή προσέγγιση των πηγών, το ύφος, ο τόνος, το περιεχόμενο και το πνεύμα του πρωτοτύπου.
Ο αναγνώστης θα προσθέσει σ’ αυτά τα δικά του από τα οποία δεν λείπουν ποτέ τα αιώνια προβλήματα της ζωής, ο χρόνος, ο πόλεμος, ο έρωτας και ο θάνατος, παρόντα πάντοτε ανεξαρτήτως εποχής, ρεύματος και όποιας τεχνοτροπίας. Ο Μακρυδημήτρης αισθάνεται όπως και κάθε δημιουργός ότι ο «πλους» αυτός, ο δεύτερος, «δίνει πολλές φορές τη χαρά και την ικανοποίηση της πρωτότυπης ποιητικής εμπειρίας».
«It is a happy thing that there is no royal road to poetry» / Δεν υπάρχει βασιλικός δρόμος, δεν υπάρχει λεωφόρος Συγγρού που να οδηγεί ίσια στην ποίηση», μεταφράζει ο Γιώργος Σεφέρης τον Grerald Manley Hopkins (Δοκιμές, τ. Α΄, «Μονόλογος πάνω στην Ποίηση», σελ. 153), ενώ ο Ελύτης προσθέτει τη δική του παρεμφερή άποψη: «Συχνά για ν' ακολουθήσεις την ευθεία οδό στην Ποίηση χρειάζεται να παίρνεις τις παρακαμπτήριες» (Ανοιχτά χαρτιά, "Πρώτα-Πρώτα", σελ. 37) και, φυσικά, πώς αλλιώς, όλα έχουν προλάβει και τα έχουν πει οι αρχαίοι μας∙ «Μή εἶναι βασιλικὴν ἀτραπὸν ἐπὶ γεωμετρίαν / Δεν υπάρχει βασιλική οδός για τη γεωμετρία» απάντησε ο Ευκλείδης στον Πτολεμαίο Α΄ όταν του ζήτησε έναν πιο εύκολο τρόπο για να μάθει γεωμετρία… Έτσι για να συλλάβει ο ποιητής αυτό που του διαφεύγει, χρειάζεται τη μαγεία της ποίησης, πάλι λέει ο Ελύτης, ή αλλιώς χρειάζεται την «ευλυγισία των μονοπατιών που ιδιοποιούνται όλα τα βήματα». Στο ευλύγιστο μονοπάτι, στην παρακαμπτήριο, σαν σε μαγική εικόνα, βρίσκεται η αλήθεια, μπροστά στα μάτια μας αλλά απαιτείται ένα ανήσυχο πνεύμα που αναζητεί το εκθαμβωτικό περιστρεφόμενο ευ που δεν φαίνεται. Ο Μακρυδημήτρης όμως ψάχνει και, επειδή έχει υπόψη του τη ρήση που λέει ότι στη μετάφραση χάνεται η ποίηση και εκείνο που προσλαμβάνει ο ξένος αναγνώστης ίσως πόρρω απέχει από την ομορφιά του πρωτοτύπου, φροντίζει να συλλάβει εκείνο ακριβώς που τείνει να διαφεύγει.
Έχουμε και λέμε, λοιπόν. Ένας ποιητής έγραψε στη γλώσσα του, ένας άλλος τα μετέφερε στη δική του γλώσσα κι ένας αναγνώστης επιλέγει σπαράγματα που ανταποκρίνονται στη δική του αίσθηση.
Το ταξίδι αρχίζει με τον Philip Larkin, κορυφαίο Βρετανό ποιητή, που εργάστηκε στα αρχεία του πανεπιστημίου του Leicecter ως βιβλιοθηκάριος μέχρι το τέλος του 1940. Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το ποίημα «βορεινό πλοίο»:
Και θα ανύψωνα προς την ανατολή
Ένα ποτήρι νερό όπου φως πανταχόθεν
Θα συλλεγόταν ατελεύτητα.
Συνεχίζει με τον γιο του Έζρα, Omar Pound, που παραπονιέται στα Αραβικά και περσικά ποιήματα:
Τι σου κάναμε θάνατε και τόσο μας βασανίζεις;
Και πιο κάτω:
Ρωτάς τι ηλικία έχω/ Ασπρισμένα από τον ήλιο τα μαλλιά. Τα δόντια πεσμένα/ Πόσων χρόνων είμαι;
Η Isumi Shikibu έζησε ανάμεσα στον 10ο και 11ο μ.Χ. αιώνα, είχε μια ταραγμένη ερωτική ζωή και μία βασανισμένη ψυχή. Έγραψε πολλά, πάρα πολλά, ερωτικά ποιήματα. Μοιάζει κάπως με τη Σαπφώ που περιμένει με τεταμένες τις αισθήσεις «εκείνον» και η ώρα περνά, «πάρα δ’ ἔρχετ’ ὤρα», αλλά εκείνος δεν έρχεται ή έρχεται και τον χάνει πάλι και πάλι. Και το καλοκαίρι φεύγει και το φθινόπωρο πλησιάζει :
Νύχτα καλοκαιριού/ / Ένα χτύπημα πάνω στην πόρτα,/ Όμως αντί για κείνον ήταν / Το νεροπούλι.
Και πιο κάτω το θλιβερό συμπέρασμα:
Με τρόμαξε σήμερα το πρωινό αγιάζι,/ Κατάλαβα/ Σε μια μόλις νύχτα / Το φθινόπωρο είχε φτάσει...
Και μετά από μια μακρά αναμονή και μια πικρή διάψευση, φτάνει στο φιλοσοφημένο τέλος:
Αν το καλοσκεφτείς,/ Από τον χρόνο τίποτα δεν μένει/ Και τίποτα δεν είναι από την ηλικία πιο θλιβερό.
Ο Ceslaw Milosz, ανάμεσα σε πολλά, καταγράφει μια συζήτηση με τον ποιητή Turowicz στη Via dei Condotti στο Café Greco:
Είδαμε πολλά πάθαμε πολλά / Κράτη διαλύθηκαν, χώρες εξαφανίστηκαν …
και μετά από μακρά περιδιάβαση και συνολική θεώρηση του κόσμου καταλήγει:
Όταν πεθάνω θα δω του κόσμου τη φόδρα.
Την άλλη πλευρά, πέρα από τα πουλιά, όρη και δειλινά.
Το νόημα το αληθινό, έτοιμο να αποκρυπτογραφηθεί..
Κι ο πρώτος επανέρχεται:
Κι αν δεν υπάρχει φόδρα του κόσμου;
[...]
Κι αν στη γη δεν υπάρχει τίποτα άλλο εκτός από τούτη τη γη;
Ακόμα κι αν είναι έτσι, πάντα θα μένει
Μια λέξη ζωντανεμένη από χείλη που χάνονται.
[...]
Η συμπερίληψη του Λόρδου Μπάιρον στον Δεύτερο πλου μας ξαναθυμίζει πόσο μεγάλο ρεύμα ήταν ο Ρομαντισμός. Και αυτός, ο ωραίος νέος και ευγενής πόσο συγκινητικά μιλάει για την Ελλάδα, ο Μπάιρον που «είχε επινοήσει τον εαυτό του ως Childe Harold, στην πρώτη του επίσκεψη, ενώ στη δεύτερη ένιωσε ως «Νέος Προμηθέας». Η Ελλάδα ήταν ο τόπος, που θα γινόταν η τελική του μεταμόρφωσή σε δημόσιο άνδρα και πολιτικό ηγέτη, κατά τον Ρόντρικ Μπίτον. Γράφει λοιπόν πριν και μετά τη μεταμόρφωσή του, προοικονομώντας την μετέπειτα απόφασή του να πολεμήσει και να πεθάνει για την ελευθερία της.
Όποιος σε τέτοιον αγώνα πεθάνει
Θα θέσει κοντά σ’ εκείνους ένα όνομα
Που θα κάνει τους Τυράννους να τρέμουν
(Απόσπασμα ΧΙ από τον Γκιαούρ)
Και ακολουθούν οι δύο τελευταίες στροφές από το τελευταίο ποίημα που έγραψε στις 22 Ιανουαρίου 1824 στο Μεσολόγγι, «Σήμερα κλείνω τα τριάντα έξι»:
Αν πικραίνεσαι για τη χαμένη σου νιότη, γιατί ζεις;
Ο τόπος του γενναίου θανάτου
Είναι εδώ: ― σήκω, πήγαινε στη μάχη κι άφησε
Εκεί την τελευταία πνοή!
Ζήτησα ―αυτό που κάποιοι βρίσκουν χωρίς να το ξέρουν―
Να σου τύχει τάφος στρατιώτη, έπαθλο αρίστων·
Κι αφού κοιτάξεις γύρω και διαλέξεις το μνήμα
Αναπαύσου για πάντα μέσα εκεί.
Τελευταίος ο Σαίξπηρ, στο βιβλίο, «Ο Άμλετ μονολογεί» όπου ο σαιξπηρικός ήρωας σε πολλά θυμίζει τον Μπάιρον (Σαίξπηρ, Άμλετ, ΙΙΙ, Ι, στιχ. 56-74) και κλείνει ταιριαστά τον Δεύετρο πλου. Από τον μονόλογο παραθέτω τους πρώτους έξι στίχους:
Να ζει κανείς ή να μη ζει ― ιδού η απορία:
Ευγενέστερο είναι για την ψυχή να υποφέρει
Τα βέλη και τα χτυπήματα της άδικης μοίρας
Ή να αντιστέκεται απέναντι στα μύρια βάσανα
Και να πολεμά ώς το τέλος; Να πεθάνεις· να κοιμηθείς·
Τίποτ’ άλλο….
Ο Μπάιρον και ως Γκιαούρ και ως ήρωας στο Μεσολόγγι συνομιλεί με τον Άμλετ. Οι δυο ήρωες έχουν παρεμφερή μελαγχολία και προσβλέπουν στον ηρωικό θάνατο με θάρρος.
Στο βιβλίο υπάρχουν πολλοί ακόμα μεγάλοι ποιητές με ονόματα «τρανά», όπως θα έλεγε ο Άγγελος Σικελιανός, αλλά δεν είναι η ώρα και ο χώρος …Το βιβλίο δεν έχει Πρόλογο και Επίμετρο, έχει όμως κατατοπιστικά Σχόλια και υποσελίδιες σημειώσεις με πλούσιες και χρησιμότατες πληροφορίες.
Το εξώφυλλο, στο χρώμα της γαλάζιας αιωνιότητας, με τις τρεις στήλες ονομάτων, μας θυμίζει το περίφημο «κατεβατό μαρμάρου …του αθάνατου Πινδάρου».
Ο Δεύτερος πλους καταπλέει με ούριο άνεμο!!!