Για τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά

Για τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά




Η σιωπή που έχω επιλέξει να κρατήσω μέχρι τώρα είναι μια ομιλούσα σιωπή. Μια εκκωφαντική, ίσως σιωπή. Κάθε αυτοβιογραφική αναφορά είναι και μια προδοσία της αλήθειας. Το μέλημα της προστασίας εαυτού υφέρπει σε κάθε αυτοβιογραφικό εγχείρημα. Δεν ξεφεύγεις από αυτή την παγίδα.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ

Παρά ταύτα, το έργο αυτού του τελευταίου εγκυκλοπαιδιστή, που έδωσε στον χαρακτήρα μου την γλυκύτητα που λείπει, είναι μια αισθηματική αγωγή Μια αυτοβιογραφία με αλλά λόγια ― αντισταθμιστική, πιστεύω, της κοινής μας ενοχής: της αστικής μας καταγωγής. 
Ο Τσουκαλάς θέλησε αλλά δεν μπόρεσε να πει αυτό που δεν λέγεται κι αυτό που διαψεύδεται αφ' εαυτού: την αλήθεια.
Κι αυτό είναι ίσως ―να χρησιμοποιήσω κι εγώ το "ίσως" που τόσο τον διευκόλυνε― η παγίδα που στήνει το ψέμα στην αλήθεια για να την μπερδέψει όπως μας μπερδεύει ο Ταρκόφσκι στη "Νοσταλγία" του με την εξίσωση: "1+1=1".
Ή, όπως μας εμπλέκει ο Μπόρχες στα διχαλωτά μονοπάτια των σελίδων τού κήπου του.

Το έργο του Κωνσταντίνου, η "εκκωφαντική" του ομιλία, είναι το μαρτύριο ενός μυαλού που αμφέβαλλε για όλα εκτός από την βούλησή του να θέλει να τα πει υφολογημένα. Να προτείνει νέους όρους όπως η "πολυσθένεια" ή το "πολιτικό χρήμα". Να σαρκάσει με το "Πλουτίστε!" του François Guizot.
Να προχωρήσει, αποφεύγοντας τα αλτουσεριανά αδιέξοδα περί "ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους", αναθέτοντας μάλιστα σ' αυτούς (π.χ. στο σχολείο) την επεξεργασία "προσδοκιών" κοινωνικής υπέρβασης.
Και την ίδια στιγμή, ο πράος αυτός άνθρωπος αμφιβάλλοντας για όλα, να εννοήσει την αλήθεια ως συνάρτηση της δικαιοσύνης, μια που "αλήθεια" ήταν γι' αυτόν μόνον η κοινωνική αδικία -και είχε δίκιο.
Το έργο του λοιπόν, το διαβάζω σαν μια συνεχή λαϊμπνιτσιανή πτύχωση, ένα "pli sur pli" του Ντελέζ, μια "ταινία" του Μέμπιους.
Ένα έργο double face.

Αυτή τη λογοτεχνική κοινωνιολογία του ή μάλλον την κοινωνιολογική του λογοτεχνία (α λα Μπαλζάκ;) την αποκαλώ "Summa atheologica".
Σε ομιλία μου μάλιστα, με την ευκαιρία της αγόρευσής του σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστήμιου Κρήτης το 2009, κόντεψα να αποβληθώ από τους αισιόδοξους κήνσορες που τον περιτριγύριζαν.
O ίδιος ο Τσουκαλάς όμως, με το "δείγμα" της γραφής του ―που εξελίσσεται σε βαθύ "δήγμα" στους κοινωνιολόγους και τους ευκαιριακούς νεκρολόγους του― επιβεβαίωσε τον ισχυρισμό μου για το απορητικό "ίσως" του, που υπεισέρχεται μέσω της ερώτησης στην κατακλείδα ενός κειμένου-συνεντεύξής του. Το αντιγράφω:

Ένας απρόσωπος και αόρατος Λεβιάθαν βρίσκεται παντού και πουθενά. Όπως αναφέρω και στο βιβλίο μου: «Παρόλο που τα σώματα εξακολουθούν να ανήκουν σε ανθρώπους με σάρκα και οστά, όλοι είναι ριγμένοι στο έλεος μιας μετα-ανθρώπινης εξουσίας που ούτε αξίες επικαλείται, ούτε πηγή έχει, ούτε νομιμοποίηση χρειάζεται. Μιας αδέκαστα τυφλής εξουσίας που αρκείται απλώς στο να ασκείται, δηλαδή στο να “υπάρχει”. Ο βασικός στόχος κάθε εξουσίας είναι να μην αλλάξει τίποτα.
Επομένως, πώς μπορεί ο ελεύθερος άνθρωπος να προγραμματίζει το μέλλον του κινούμενος και αλλάζοντας τη ζωή του;

Το ερώτημα όμως αυτό: "πώς μπορεί;", ανατρέπει την κοινωνιολογία ως επιστήμη που υποτίθεται ότι απαντά στο "ίσως" και το "πώς" των θεραπόντων της -τουλάχιστον από τον Πιερακάκη και μετά και προφανώς, ουδέποτε από τον Φούνες τον μνήμονα του Μπόρχες- χαρακτηριστικό πρόσωπο της "μυθοπλασίας" του Τσουκαλά, μαζί με τον "Λαχνό στη Βαβυλώνα", εκείνο το "παιχνίδι" (τον καπιταλισμό) που ενώ μοίραζε μόνο χρηματικά κέρδη, εξελίχθηκε σε μηχανισμό που ορίζει τις ζωές μας.

Το ίδιο αναπάντητο από την κοινωνιολογία ερώτημα εξαιτίας του οποίου ο Τσουκαλάς ενέδωσε στην γοητεία της κριτικής, υπήρξε και για μένα αφορμή να εκδώσω στη "Νεφέλη", το 1988, ένα αντισυμβατικό για τα Πανεπιστήμιά μας βιβλίο που ονόμασα: "Η Μη-κοινωνιολογία" προκειμένου να μην απαντήσω υποτίθεται με τον τρόπο της κοινωνικής κριτικής και επιπλέον, για να προκαλέσω τον φίλο μου όχι απλώς να το προσέξει αλλά και να το ενοφθαλμίσει στα βιβλία που εξέδωσε: τον "μέγα ιστό" του που ύφανε δια βίου. Και το έπραξε. Και ήταν τότε που με κάθισε στο "σκαμνί" του Πρωτοδικείου Αθηνών ο Φίλιας. Τότε, που ο Τσουκαλάς με τον Σημίτη με υπερασπίστηκαν.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια περίληψη της ομιλίας μου ενώπιόν του στην Κρήτη.

Αυτό το "ενώπιος ενωπίω" μας δεν θα πάψει να με ακολουθεί.
"Διαβάζω πάντα στον Κωνσταντίνο Τσουκαλά, κάτω απ’ το κοινωνιολογικό του κείμενο, ένα δεύτερο λογοτεχνικό κείμενο, υποκείμενο στην «απόλαυση του κειμένου». Σε βαθμό μάλιστα που το πρώτο, εμφανές κείμενό του, να ενεργοποιείται από το δεύτερο με την πτύχωση των δύο κειμένων, που αναπτυχώνονται ξανά και ξανά σε ένα επόμενο βιβλίο του, επ’ άπειρον.
Ας μου επιτραπεί όμως να πω ευθέως πως κάθε παρουσίαση και κάθε βιβλιοκρισία σε τέτοιου είδους διπλά κείμενα είναι ένα πρόσχημα ρητορικού χαρακτήρα. Και προφανώς θέτει απροσχημάτιστα ένα εγγενές πρόβλημα – και στην κοινωνιολογία. Το πρόβλημα συνίσταται στο εξής: Πώς μια προσωπική εμπειρία – η πολυετής σχέση μου με τον Τσουκαλά – κατατεθειμένη σ’ έναν ιδιωματικό λόγο, δικαιούται να αναφέρεται ευθέως και στην κανονιστική ορθότητα και στην προτασιακή αλήθεια των κοινωνικών επιστημών των οποίων ο Τσουκαλάς είναι ο επιφανής εκπρόσωπός της; Και πώς κάποιος που εκ συστήματος παρακάμπτει την αυτοτέλεια των "ειδών του λόγου" με αυτοαναφορικές τακτικές, μπορεί να μιλήσει (αντι-κειμενικά) για ένα σημαντικό επιστημονικό έργο;
Η απάντηση αντλείται από τη σημασία που ο Ρίτσαρντ Ρόρτι απέδιδε στα νέα διαταρακτικά "λεξιλόγια" για το καθεστώς της αλήθειας εν γένει. Όπως επίσης από την παράγραφο εκείνη από το "Πανεπιστήμιο άνευ όρων" του Ζακ Ντεριντά όπου αμφισβητείται εάν «ένας μαθησιακός λόγος εντός των Ανθρωπιστικών Σπουδών είναι μόνο μάθηση».
Διότι ποιο μπορεί να είναι το μέλημα ενός κοινωνιολόγου που ως παιδί βυθίζονταν στη βιβλιοθήκη της αστής μητέρας του, ως έφηβος γνώρισε τον υπερρεαλισμό από τον Γιώργο Μακρή και τον Μπάμπη στο "Βυζάντιο", ως φοιτητής τον 'Εγελο στη Γερμανία, και ως ώριμος πιά―στη δικτατορία― την "Δημοκρατικη Άμυνα" (με τον Σημίτη); Και επιπλέον πώς αυτός ο χαρισματικος άνδρας, ο σύντροφος διαχρονικά της Φωτεινής, θα συναναστρέφονταν, λόγω Πουλαντζά, τον Αλτουσέρ; Ποιο άλλο από τις εικοτολογίες και τις ενοράσεις "πέραν" της κοινωνιολογίας (το καταθέτει για την ψυχανάλυση ο Φρόιντ γράφοντας το "Πέραν της αρχής της ηδονής"), θα ήταν το διακύβευμα;
Ο αναθεωρημένος μαρξισμός ―τον οποίο παρακολούθησε να μετεξελίσσεται σε έναν παγιωμένο, στους περισσότερους μαρξιστές, καντιανισμό προβάλλοντάς του μάλιστα ενστάσεις φουκωικής εμπνεύσεως και μπορχιανής ευφυΐας― που υπήρξε η κεντρική αναφορά του, τόσο όσο και η μουσική του λιμπρέτου του σε μία και μοναδική αενάως γραφόμενη Όπερα: "Τη δύναμη του πεπρωμένου";
Όλα αυτά προϋπέθεταν έναν ανομολόγητο ντελεζιανισμό μέσω της έννοιας της "εμμένειας" (immanence) και της "πολλαπλότητας" (multiplicité) ―που επεξεργάστηκε ο Ζιλ Ντελέζ― αλλά εξίσου και της έννοιας της "πτύχωσης" (pli) ως διαπλοκής των μορφολογικών εκείνων στοιχείων (μπαρόκ) που εμφανίζονται στη σκέψη και στην τέχνη με την υπερβολή και τις λάμψεις ενός αγάλματος του Μπερνίνι.
Ποιο μπορεί να είναι λοιπόν το καθήκον ενός πολιτικού διανοητή που προτάσσει, εμμένοντας, την κατάφαση της κοινωνικής δικαιοσύνης και βιώνει με μια εργασία πένθους την απόσυρση του μαρξιστικού παραδείγματος, επιδιδόμενος αόκνως στη γραφή;
Έγκλειστος εντός αυτού του "πεδίου εμμένειας" (plan d’immanence), σαν άλλος Mαρκήσιος ντε Σαντ που προτρέπει από τη φυλακή του για "ακόμη μια προσπάθεια για να γίνουμε δημοκράτες";
Και πώς αυτή η γραφή ηθική και αισθητική μάλλον από το ένα βιβλίο (σ)το άλλο, απαντά στο ερώτημα του Λένιν: «Τι να κάνουμε;», με ένα : ―Να γράψουμε για το «τι να κάνουμε;»!
Να γράφουμε δηλαδή, συνεχώς πτυχώνοντας το: «τι να κάνουμε;»
Έτσι θα ξορκίσουμε τη μοίρα του νεοέλληνα θεωρητικού: την ανορεξία και την στασιμότητα.
Έτσι η ευφυής κοινωνιολογία του Κωνσταντίνου Τσουκαλά θα έχει ως βάση τις επ’ άπειρον εννοιολογικές πτυχώσεις του συγγραφέα, καθώς κυρτώνονται και ανακυρτώνονται στη γραφή του, ώσπου να φτάσουν στο άπειρο ως «πτυχώσεις επί πτυχώσεων».
Όταν ο Τσουκαλάς αναλύει το κοινωνικό, το κάνει προκειμένου να εξηγήσει πως είναι αδύνατον να εξασφαλιστεί η οριστική συγκρότηση της έννοιας της πολιτικής. Το πλέγμα όμως των ερωτημάτων μέσα στο οποίο θα αποκτούσε η έννοια της πολιτικής σημασία, δεν το περιορίζει σε επιστημολογικά δεδομένα. Ούτε σε νεφελώματα περί ορθοδοξίας και ελληνισμού.
Αντίθετα, η επιστημονική σκεύη του προϋποθέτει αναπόδεικτες λογοτεχνικές προτάσεις που συνδέονται με κυρίαρχα θεωρητικά ρεύματα τα οποία δικαιολογούν την ανοησία της εξουσίας.
Οι εκπτυχώσεις, που με υπομονή μεγάλου μόδιστρου ράβει και ξηλώνει ο Τσουκαλάς, τα στριφώματα και τα πλισέ (οι υποσημειώσεις του), κυρίως τα πατρόν του (το έθνος, ο λαός, ο πόλεμος, η παιδεία), είναι ό,τι ο Λάιμπνιτς ονομάζει «διφορούμενα σημεία». Οι εκπτυχώσεις προφανώς δεν είναι το αντίθετο των πτυχώσεων, όπως και η "σταθερά" δεν είναι το αντίθετο της παραλλαγής: είναι μια «σταθερά μετασχηματισμού», όπου τίποτε δεν μπορεί να είναι δεδομένο.
Ο Τσουκαλάς δεν "δείχνει" απλώς, ούτε "διευκρινίζει", αλλά εκτυλίσσει το νήμα στο μέτρο που αυτές οι ίδιες οι έννοιες (εξουσία, λαός, έθνος) υφίστανται από μόνες τους την «περιπέτεια των σημασιών τους».
Αλλά ― και σ’ αυτό έγκειται η συνεισφορά του: να εκπτυχώνονται διαρκώς συνιστώντας μία σταθερά μετασχηματισμού.
Ο Τσουκαλάς καταθέτει με τη "Summa" του μία  α-θεολογία με τον ίδιο σε ρόλο όμως παναδύναμου Θεού".
Εξού και δεν μετεστράφει ποτέ σε άλλο από αυτό που υπέθεσε πως είναι, ή αυτό που η γραφή του τον διαβεβαίωσε πως έγινε.

            Adieu l' ami λοιπόν.

Σε χαιρετώ με τα λόγια που είπες προ μηνών ο ίδιος αποχαιρετώντας τον Κώστα Σημίτη: «Σε μια εποχή που όλα στο τέλος καταλήγουν σε μια εικόνα ή ένα ολόγραμμα, εσύ ήσουν αλλού».


ΥΓ.

Τι θα μπορούσε να είναι η κοινωνιολογία ως μη-κοινωνιολογία; Την οφείλω αυτή την απάντηση σε όλους πλην του Κωνσταντίνου που την "άσκησε" με τον δικό του μοναδικό τρόπο.
Η Μη-κοινωνιολογία είναι πρωτίστως αναγνωστική θεωρία, ερμηνεία του κειμένου ως δράσης, γενεαλογία της γραφής ως εξουσίας, γραμματολογία αναιρετική του φωνοκεντρισμού, ικανότητα του κρίνειν αυτού που δεν μπορεί να κριθεί πλέον διότι έχει υποσκάψει τους κανόνες της κρίσης του.Η Μη-κοινωνιολογία είναι επίσης αναλυτική μιας κοινωνίας κειμενικής. Προϋποθέτει εκτός από κίνητρα εννοιολογικά και την κινητήρια διαίσθηση του μελετητή σαν «θλιμμένη γνώση» ενός ατέλεστου post. Επιβάλλει ακόμη την προσχώρησή του σε μια διευρυμένη σκέψη που κρίνει αισθητικά και ηθικά την πολιτική και την κοινωνία, εντοπίζοντας - με μια έρευνα που αποσκοπεί στο «νόημα» του νοήματος - τη γραμματολογική περισσότερο παρά την αιτιώδη λογική του στις αλληγορίες, τα λογοτεχνικά κείμενα και τα λογοπαίγνια. Τα ατήρητα εκείνα pacta ενός ανομικού συμβιβασμού που το Κράτος Προνοίας έχει επιτυχώς διαπράξει με την κοινωνία εις βάρος του ιδιωτικού χώρου και της α-σήμαντης μικρο-ιστορίας της ιδιωτικής ζωής. Μόνον σ' αυτήν έχουμε υπάρξει.


ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: