Μπορούσες πια να γράφεις οτιδήποτε, να κλέβεις από οπουδήποτε, να αντιγράφεις χωρίς αιδώ και, το κυριότερο, να βαφτίζεις ένα σύνολο ετερόκλιτων εγγραφών μυθιστόρημα ― ή εν γένει λογοτεχνία. Οι καιροί το ευνοούσαν και επιπλέον το απαιτούσαν. Αντέγραφες κάτι μνημονικό από τον Προυστ, έπαιρνες ένα γαμησερό κομμάτι από τον Χανίφ Κιουρέισι, μιμείσο ένα παραληρηματικό αλληγορικό διάλογο του Σαραμάγκου χωρίς σημεία στίξεως, κούναγες λίγο ένα πικρό πλην απελευθερωτικό διαζύγιο κάπου στη νήσο Βανκούβερ απ’ αυτά που βρίσκεις σε αφθονία στην Άλις Μονρό και κατέγραφες κάνα δυο απεριτίφ σε μικρά γαλλικά μπιστρό παρμένα απ’ ευθείας από τον Σιμενόν. Αχ οι ομίχλες της Φλάνδρας και του Κλοντ Σιμόν, ω τα πατατοχώραφα της Πομερανίας παρμένα από τον Γκρας. Οι αποξηραμένες ρεματιές και τα επίμονα τζιτζίκια στην Κάθοδο των Εννιά. Οι αντικατοπτρισμοί της ερήμου στην μεγάλη λούπα του Νείλου στον Μεγάλο Αμπάι. Οι τίτλοι εφημερίδων εποχής από τον Ντος Πάσσος.
Όλα ήταν εκεί, δεν είχες παρά να τα αντιγράψεις και να τα κάνεις δικά σου. Κάποιοι έκαναν τόσο κόπο για να τα γράψουν όλα τούτα, κάποιοι ανάμεσά τους το πλήρωσαν ακριβά με την υγεία και τη ζωή τους, γιατί να μην διαιωνίσεις το προϊόν του μόχθου τους;
Χωρίς αναφορές, απλώς με μια εύλογη αιτιολόγηση που θα λειτουργούσε ως κοινός παρονομαστής. Κάποιου τύπου συγκολλητική ουσία, βρε αδελφέ.
Μπορούσες βέβαια να δανείζεσαι και ολόκληρες παραγράφους από την wikipedia, όρους επιστημονικούς, συνταγές μαγειρικής, ασθένειες, επεισόδια γυναικοκτονιών κατ’ ευθείαν από τον τύπο, αφηγήσεις για προσωπικά τραύματα. Η σούμα τους συγκροτούσε λογοτεχνία. Ένας κριτικός, που λέει ο λόγος, θα το ονόμαζε αρθρωτό αφήγημα, κάποιος θα μιλούσε για υβριδισμό, ένας τρίτος για μείξη των ειδών. Έκανες ό,τι ήθελες, χωρίς κανόνες, χωρίς συγκράτηση, χωρίς αιδώ. Κάτι σαν αλληνοαναιρούμενα δελτία τύπου του Τραμπ.
Γιατί όχι οι αναρτήσεις του Τραμπ εδώ που τα λέμε;
Γιατί όχι δηλώσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου για το πρέντατορ του Μητσοτάκη;
Κι αν σε έπιαναν για λογοκλοπή η απάντηση είχε ήδη δοθεί από τον Έλληνα πρωθυπουργό: ας αποφανθεί η δικαιοσύνη, την εμπιστευόμαστε. Σε καμμιά εικοσαριά χρόνια πάλι εδώ θα μαστε. Ω! θεοί…
Πρέντατορ σημαίνει στη βιολογία θηρευτής. Κυνηγός, αλιευτής. Όλοι θηρευτές είμαστε, αλλιώς δεν θα επιβιώναμε. Πρέπει να τραφούμε. Αλλά βέβαια ο θηρευτής γίνεται κατά περίπτωση το θήραμα κάποιου άλλου. Λέγεται τροφική αλυσίδα, λέγεται φυσικός κύκλος. Ωστόσο η χρήση της ορολογίας αυτής στα ανθρώπινα είναι επισφαλής. Θέλει προσοχή. Έρχεται η ώρα που η δικαιοσύνη αποφαίνεται για σένα.
Καλά, τότε την αμφισβητείς. Βρίσκεις σκοπιμότητες. Αναρωτιέσαι γιατί τώρα κι όχι πριν. Αποκαλύπτεις συνωμοσίες και συμφέροντα. Ανασηκώνεις τους ώμους κι αναστενάζεις: πάντα έτσι ήταν τα πράγματα. Φιλοσοφείς, μα πού ζείτε εσείς, έτσι είναι η ζωή, ιδού ο άνθρωπος. Άρτσι μπούρτζι και λουλάς. Και πετάς την μπάλα στην εξέδρα.
Κι εγώ από τη μεριά μου σε λέω μαλάκα. Τυχάρπαστο. Επικίνδυνο. Σε χώνω [ιδεατά και ιδεοληπτικά] στη φυλακή αν δεν έχω τα κότσια να πάρω μια καραμπίνα κλπ. κλπ. οπότε αίφνης το μυθιστόρημα θα πάρει σάρκα και οστά. Η πραγματικότητα θα αντικαταστήσει την φαντασία.
Ο Χ. πίστευε ξεκάθαρα στην λογοτεχνική κλοπή. Τη θεωρούσε μάλιστα θεάρεστο έργο, αφού προσέδιδε χαρακτηριστικά αιωνιότητας στο έργο πολλών και ποικίλων, έστω και χωρίς τις δέουσες αναφορές. Άσε τα τούτα για τους πανεπιστημιακούς ― πρέπει να ζήσουν κι αυτοί. Της είχε επιπλέον προσδώσει προγραμματικά χαρακτηριστικά. Την δικαιούτο αφού είχε αφιερώσει τόσο χρόνο, στην έρευνα, την ανάγνωση, την σταχυολόγηση, την αλίευση, την ταξινομία.
Μα αφού δεν μπορώ να το πω εξ ίσου καλά με τον Ρίλκε [ή τον Καρυωτάκη] γιατί να μην το πω ακριβώς σαν κι αυτούς; διερωτάτο ο Χ. Το θέμα ήταν άλλο. Πώς συνδέεις κομμάτια/ γουλιές από τον ωκεανό πληροφορίας και γραπτού λόγου που μας περιβάλλει ώστε να βγει νόημα. Γιατί ο Χ. δεν ήταν ποιητής ή τσιτατολόγος ή φεϊσμπουκάς. Ο Χ. αγαπούσε την μεγάλη φόρμα ― το μυθιστόρημα. Και τώρα έπρεπε να το συνθέσει με αποσπάσματα, να του δώσει μορφή με περίπου τυχαία κομμάτια ― τυχαία υπό την έννοια ότι είχαν παραχθεί από διαφορετικούς ανθρώπους σε απόμακρους τόπους, με διαφορετικές στοχεύσεις και για διαφορετικές ανάγκες.
Ο Χ. παρακολούθησε ευφρόσυνα την απονομή του Παγκοσμίου Κυπέλλου, στον μεγάλο Ρόντρι. Τον Τραμπ να μην ξεκολλάει από την σκηνή του θριάμβου των άλλων κι εκείνο τον Ιταλό μαφιόζο της FΙFΑ να τον γλείφει πατόκορφα. Αυτό κι αν ήταν κλοπή ενός έργου τέχνης όπως το ποδόσφαιρο που προσέφερε η Εθνική Ισπανίας. Πειρατεία. Υφαρπαγή, όπως θες πες το.
Κάπως έπρεπε να το περιλάβει αυτό στο εν δυνάμει έργο του. Ή ίσως, ακόμα καλύτερα, να ξεκινήσει με το συγκεκριμένο παράδειγμα. Αλλά αυτό θα το ‘βλεπε την επομένη. Ήπιε την τελευταία γουλιά απ’ το αραιωμένο πια καναδέζικο ουίσκι του, έσβησε την οθόνη και πήγε ήρεμος για ύπνο.