Στη φετινή, την 22η Διεθνή έκθεση βιβλίου Θεσσαλονίκης, με αφορμή τα βιβλία Τρία Ποιήματα του ποιητή Τζον Άσμπερι (Σαιξπηρικόν 2025) και Θρυμματισμένη Αγάπη του φιλόσοφου Ζαν-Λικ Νανσί (Σαιξπηρικόν 2026), οι μεταφραστές Μιχάλης Μπαρτσίδης (Νανσί) κι εγώ (Άσμπερι) μιλήσαμε για την ποιητική διάσταση στον φιλοσοφικό λόγο και τις στοχαστικές αναπτύξεις στην ποιητική γραφή.
Θρυμματισμένη καρδιά, εύροη αγάπη
Τώρα μέσα στο κατακαλόκαιρο, στη χαλαρότητα που απλώνει σε σώμα και σκέψη το άγγιγμα της πρωινής ζέστης, συνοψίζω τους συνειρμούς στους οποίους μ’ εναπόθεσε η συνεύρεση του ποιητή με τον φιλόσοφο. Ποιος όμως πράγματι είναι ο ποιητής και ποιος ο φιλόσοφος εδώ; Ακριβώς η ερώτηση αυτή ήταν η καρδιά της συζήτησής μας, η καρδιά στη σκέψη και η σκέψη στην καρδιά. Και για μένα προσωπικά, η καρδιά της καρδιάς είναι η αντίληψη της αμεσότητας που διακρίνει τη λειτουργία της καρδιάς, η ανοιχτή αγκαλιά της κατάφασης πριν ακόμη η σκέψη φύγει, όχι μόνο από το στόμα αλλά και από το μυαλό, πριν πετάξει από το σώμα. Έτσι εδώ χασομερεί ένας μικρός δισταγμός μου προς το δοκίμιο του Νανσί, ότι δηλαδή πέφτω πάνω σε μια κάποια απόσταση ανάμεσα στο είναι και στον κόσμο τού είναι αυτού, μικρή βέβαια αλλά διακριτή. Κι ακόμη, ενώ ο Νανσί έχει ήδη γράψει ότι η «σκέψη, μιλώντας πιο σωστά, είναι αγάπη» (43), ή και πιο λιτά η «σκέψη η ίδια είναι αγάπη» (83), στις τελευταίες σειρές του κειμένου διαχωρίζει τη σκέψη από την καρδιά και τα αισθήματα: Η «”Αγάπη”» δεν «ορίζει» το «είναι», (αυτό που ήδη ξέρουμε ότι κατά κάποιον σημαντικό τρόπο «είναι μια καρδιά», 54-55), αλλά «το κατονομάζει και μας υποχρεώνει να το σκεφτούμε». Αυτή η απόσταση ανάμεσα στην «αγάπη» και στο «είναι» μεσολαβεί ως και ελάχιστη και τεράστια συγχρόνως. Η αγάπη ως σκέψη συλλογίζεται τον κόσμο, και ίσως τον περιβάλλει στοργικά έτσι, αλλά η σκέψη είναι αυτή που επικρατεί, βγαίνοντας από τον αυτοστοχασμό της και επιβάλλοντας την εξωτερικότητα του στοχασμού. Η αγάπη, διαισθάνομαι και σκέφτομαι, χάνει ή αποφεύγει τη δυνατότητα να «ορίζει» το είναι. Με αγγίζει τότε η διαφυγή της αμεσότητας μιας κατάφασης, και ανεπαίσθητα και αισθητά την ίδια στιγμή, αφού τα θέματα της αγάπης είναι λεπτά αλλά ουσιαστικής σημασίας και δύναμης. Έτσι η αγάπη μένει εκτός κόσμου, είναι τώρα «αυτό το ίδιο το έξω, το άλλο, κάθε φορά ενικό» (78), βρίσκεται σ’ ένα «αδιάκοπο πήγαινε-έλα» (80) και διασχίζεται πάντα από την «ετερότητα του άλλου» (80), από την «άπειρη μετανάστευση μέσω του άλλου» (58). Η αγάπη αποτελείται από πολλές ετερότητες, και ήδη μας έχει πει ο Νανσί ότι η αγάπη είναι και «ταυτόσημη και πληθυντική» (60). Και να που τελικά η αγάπη καταλήγει να θρυμματίζεται, καθώς τη θρυμματίζει αδιάλειπτα η ετερότητα, εκθέτοντάς την στη βία του άλλου. Αυτό που ακούγεται είναι «πάντοτε ο χτύπος μιας εκτεθειμένης καρδιάς» (60), ασταμάτητοι χτύποι που χαρακτηρίζονται από την «ίδια» τη «θραύση που κάνει την καρδιά» (83).
Ο κόσμος μας βιώνει μια συνεχή αϋπνία, ο βόμβος από το χτυποκάρδι του είναι μια ανοιχτότητα πριν από και μέσα στον λόγο. Η διάχυτη κοσμητική μιας ρέουσας διασποράς είναι και της καρδιάς του κόσμου επίσης. Έτσι προσλαμβάνω και απολαμβάνω την ποίηση του Άσμπερι. Δίχως τη βία της θραύσης και της απόστασης ανάμεσα στον κόσμο και την αυτοκατάφασή του. Η αγάπη της καρδιάς αυτής είναι άμεση και ποτέ δεδομένη ή ορισμένη. Ο ίδιος ο ποιητής έχει γράψει σκόρπια και φαινομενικά απρογραμμάτιστα για την περιρρέουσα κατάφαση και την εξίσου ξέχειλη αγάπη μέσα στις οποίες είτε βιώνονται και αυτοβιώνονται είτε προβληματίζουν και καταγράφουν ανατροπές η ηρεμία και ταραχή, το φως και ο ζόφος του κόσμου. Στα Τρία ποιήματα, το πιο φιλοσοφικό και στοχαστικό απ’ όλα του τα έργα ίσως, η καρδιά και η αγάπη μας συνοδεύουν από την αρχή μέχρι το τέλος. Για την πρώτη διαβάζουμε πόση σημασία έχουν τα μύχια της και η εξερεύνησή τους:
«Ίσως όμως η εξήγηση βρίσκεται εδώ ακριβώς: αυτό που βλέπαμε δεν ήταν παρά η πίσω όψη ενός γεγονότος κοσμικής ευδαιμονίας για όλους εκτός από μας που δεν το βλέπαμε, επειδή συνέβαινε μέσα μας. Στο μεταξύ το σχήμα της ζωής έχει αλλάξει οριστικά προς το καλύτερο για όλους εξωτερικά. Όλοι είναι λουσμένοι στο φως αυτής της τρομερής έκπληξης σαν μέσα στο φως ενός νέου ήλιου, από τον οποίο εκπέμπονται θεραπευτικές μόνο και καθόλου διαβρωτικές ακτίνες· σχολιάζουν την απίστευτη αλλαγή όπως σχολιάζουν οι άνθρωποι την εκθαμβωτική ομορφιά μιας μέρας στις αρχές του φθινοπώρου, ξεχνώντας ότι για τον τυφλό ανάμεσά τους δεν είναι παρά μια μέρα σαν όλες τις άλλες, έτσι που η ομορφιά της δεν μπορεί να πει κανείς ότι έχει παγκόσμια εγκυρότητα, παρά πρέπει να αμφισβητείται ουσιαστικά. Αυτή η μοναδική πηγή τόσο μεγάλης απόλαυσης και πόνου είναι επομένως κάτι για το οποίο δεν μπορεί ποτέ κανείς να πάψει ν’ αναρωτιέται. Από τη μια, τέτοια απεριόριστη ευτυχία για τόσο πολλούς· από την άλλη, τόσος πόνος συγκεντρωμένος στην καρδιά του ανθρώπου. Και είναι αλήθεια ότι ο καθένας μας είναι και αυτό το πλήθος και εκείνο το απομονωμένο άτομο· βιώνουμε την ενέργεια και την ομορφιά των άλλων σαν θαυματουργό μάννα εξ ουρανού· την ίδια στιγμή τα μάτια μας είναι στραμμένα προς τα μέσα, προς το σκοτάδι και το κενό μέσα μας.» (122-123)
Όπως η καρδιά, έτσι και η αγάπη μάς ευεργετούν με τρόπους άπειρους, απρόβλεπτους και συχνά απροσδιόριστους δίχως στενότητες, συμμετρίες και άλλες επιβολές:
«Η γρήγορη σκέψη από τη μεριά σου όμως μας έσωσε από ένα τόσο μελοδραματικό τέλος: αποκατέστησες απλώς τη διάσταση του διερευνητικού διαλόγου που διεξάγεται για το γενικό συμφέρον κι επιστρέψαμε στους ρόλους μας ως προοδευτικοί στοχαστές και δημιουργοί της τέχνης της αγάπης.» (31)
Κι απ’ ό,τι μπορούμε να περιμένουμε στην ποίηση του Άσμπερι δεν πρόκειται γι’ αγάπη που μόνο θα παρέπεμπε σε κάτι πέρα ή πριν από αυτή. Πρόκειται για «την υψηλότερη μορφή αγάπης, η οποία αναγνωρίζει μόνο τη δική της γενναιοδωρία», το δώρο της σε μας (55), για μια ξεχωριστή με «την ενέργεια και την ομορφιά» της και, το πιο σημαντικό, για μια προϋπάρχουσα αγάπη:
«Οι ασφάλειες είχαν πέσει, μπορούμε να πούμε, ο κόσμος όλος ή η περιορισμένη αλλά επακριβής ιδέα γι’ αυτόν λουζόταν σε λαμπερή αγάπη, του είδους που δεν χρειαζόταν ποτέ να έχει γεννηθεί, αλλά που πια ήταν απαραίτητο, όπως ο αέρας για τα ζωντανά πλάσματα.» (62)
Το θέμα της καρδιάς, που ο Νανσί άλλωστε γνώριζε τόσο καλά, ως τα μύχια της καρδιάς του, της δικής του και της ξένης, αυτού του σωτήρα και «εισβολέα», της πληθυντικής καρδιάς που κατά τον Ντεριντά είναι πάντα και του άλλου, το θέμα αυτό είναι αδιαχώριστο από το θέμα που ανοίγει το τόσο πολυσχιδές και απύθμενο «you» με το οποίο ο Άσμπερι συνομιλεί σ’ όλα σχεδόν τα ποιήματά του και το οποίο έρχεται και μας συναντά με τέτοια νανσική σαφήνεια (η καρδιά, γράφει ο Νανσί, λέει «Σ’ αγαπώ, μια δήλωση όπου το ”εγώ” τίθεται μόνο με το να εκτίθεται στο ”εσύ”», 57) στην τελευταία στροφή στο ποίημα «A blessing in disguise», στη συλλογή Rivers and Mountains (το μεταμφιεσμένο καλό σε κάθε εμπόδιο, Ποτάμια και βουνά, 1966, Collected Poems 1956-1987, The Library of America 2008, 126):
Προτιμώ «εσύ» στον πληθυντικό, θέλω «εσάς»,
πρέπει να έρθετε σε μένα, ολόχρυσοι και χλομοί
σαν τη δρόσο και τον αέρα.
και τότε αρχίζω να έχω αυτό το αίσθημα μεταρσίωσης.
Κι ενώ στα ποιήματα του Άσμπερι περνάμε άτρυτα από τον ένα απρόβλεπτο ειρμό στον άλλον, η ίδια η διαδοχή των συνειρμών και των εικόνων του παραμένει εκεί εύροη, αυτορυθμιζόμενη, διατηρεί την απολαυστική απαλότητά της, δεν πέφτει πάνω μας θρυμματισμένη, αποσπασματική, δεν εμφανίζει «ρωγμές» και «ραγίσματα», μας αγγίζει χωρίς να εισβάλλει. Είναι η ροή ως αγάπη, ως κατάφαση χωρίς όρους (θα ήταν πολύ ενδιαφέρουσα εδώ μια διευρυμένη συμπερίληψη της κατάφασης στον Ζιλ Ντελέζ, η οποία αναφέρεται στη σημείωση του μεταφραστή, 105), κι έτσι πάντα ανοιχτή και στην τραγική επίγνωση της περατότητας στην καρδιά του απείρου και στο άπειρο της καρδιάς, δηλαδή και μελαγχολική και ευφορική συγχρόνως. Έτσι βέβαια, αλλά βίαια τώρα, και με την αγάπη του Νανσί:
«Από τη στιγμή που υπάρχει αγάπη, η παραμικρή πράξη του έρωτα, η παραμικρή σπίθα, υπάρχει αυτή η οντολογική ρωγμή που διατρέχει και αποσυνδέει τα στοιχεία του ιδίου του υποκειμένου – τις ίνες της καρδιάς του.» (76)
Εκτός από την αγάπη και την καρδιά, που παρά τις δομικές και φιλοσοφικές αποχρώσεις στη λειτουργία τους ενώνουν, παρά απλά συνδέουν, τους δυο συγγραφείς (και μάλιστα η ομοιότητα είναι από μια γωνιά μεγαλύτερη από τη διαφορά τους, όπως όταν ο Νανσί μιλά για τη σκέψη «στην ουσία της και στην ολότητά της» ως βίωμα που εγγράφεται, ως εμπειρία αγάπης, 42-43), υπάρχει και η ποιητική, η μεταφορική γλώσσα μέσ’ από την οποία διηθείται και ανυψώνεται ο στοχασμός. Να σταθούμε μόνο σε δυο σημεία: Ο Νανσί χαρακτηριστικά καταφεύγει στον Ρενέ Σαρ (53) για να μιλήσει για την αγάπη σε σχέση με την επιθυμία, ενώ κάπου αλλού μπαίνει στα μονοπάτια της ποίησης όταν αναφέρεται στο σκοτάδι και στο προαίσθημα:
«Το μόνο που γνωρίζουμε, με ένα είδος σκοτεινής βεβαιότητας ή προαισθήματος, είναι πως πρέπει και θα χρειαστεί μια μέρα να πιστοποιηθεί αυτή η φράση: ”Η σκέψη είναι αγάπη”. Αλλά η φιλοσοφία δεν την έχει βεβαιώσει ρητά ποτέ.» (45)
Ούτε και η ποίηση θα μπορούσε να το κατορθώσει αυτό, ακόμη κι αν ενδιαφερόταν για κάτι τέτοιο. Όχι δηλαδή η ποίηση του Άσμπερι όπως τη βιώνω, ακολουθώντας τον σε μια ανοιχτότητα, όπου όλοι μας ερωτευόμαστε, όπου είμαστε όλοι ένα «ερωτεύομαι», και την οποία ας την αφήσουμε απείραχτη: «We are all a falling in love. / Let’s leave it that way.» (‘The Latvian’, Can You Hear, Bird, 1995, 116, «Ο Λετονός», Ακούς, πουλί.)