Τέσσερα ποιήματα του Aνρί Κόουλ

Στον τάφο του Ρόμπερτ Λόουελ

Τη δέκατη αυτή μέρα του χρόνου ακούω Στραβίνσκι
και αργοπίνω βότκα από ένα χάρτινο κύπελλο, επισκοπώντας τη θέα.
Αναρριχητικά φυτά που ζευγαρώνουν, φύλλα που ανασαλεύουν, σπλάχνα που
απορροφούν θρεπτικές ουσίες,
εγκέφαλοι σημαδεμένοι από εμπειρίες – όλ’ αυτά είναι σκόνη τώρα.
Αυτός, αυτή, όλοι τους κείτονται κάτω απ’ το γρασίδι, άνδρες
και γυναίκες δεν είναι αντίπαλοι στην αγάπη πια. Σώματα γερνούν και σαπίζουν.
Η ιστορία είναι σαν ιμπρεσιονιστικός πίνακας, ένα πολυποίκιλο
τοπίο συναισθηματικών χρωμάτων. Καθώς πέφτει η νύχτα
κουκουβάγιες, νυχτερίδες και σκαντζόχοιροι βγαίνουν για κυνήγι.
Απολαμβάνω να αναλογίζομαι τη γενιά μου. Ξαναγράφω
για να με διαβάσουν, αν και νιώθω ντροπή που τ’ ομολογώ.
Σκόρπια ανάμεσα σε επιβλητικά δέντρα το αρχαίο
και το σύγχρονο διασταυρώνονται, διαδίδοντας μικρόβια πόνου
και ευτυχίας. Κουλουριάζομαι στην προβιά μου και πίνω.

Τέσσερα ποιήματα του Aνρί Κόουλ

Περί υπερηφάνειας

Ζούσα σε σπίτι με ενοικιαζόμενα δωμάτια τότε
και προσπαθούσα να είμαι καλός, αλλά ήμουν σκέτη
απογοήτευση. Ένας άντρας δίχως πονηριά
είναι σαν άδειο σπιρτόκουτο. Δεν μπορώ να θυμηθώ
τώρα τη θλιβερή, αργή πομπή των λέξεων
μεταξύ μας. Τον πόνο μόνο. Κλείσε την τρύπα
αν αιμορραγεί ο ασθενής, σκέφτηκα.
Αν κάνεις τις σωστές κινήσεις τα πρώτα τρία λεπτά
θα επιβιώσεις. Κι έτσι βάλαμε παγάκια στο σβέρκο μας.
Η υπερηφάνεια μου ήταν σαν τεράστια, μακρόστενη
κολοκύθα. Τα λόγια μου έκλαναν σε πέτρα.
Μετά σε φίλησα ώσπου το πρόσωπό σου κοκκίνησε.
Δεν μπορώ να θυμηθώ τώρα πού πήγαν οι λέξεις,
όμως τι πόνος φοβερός.


(Στο ύφος του Απολλιναίρ)

Τέσσερα ποιήματα του Aνρί Κόουλ

Μαύρα μανιτάρια

Στον Σέιμους Χίνι

Όλος ο μυκητόκοσμος είναι άγριος και αφύσικος.
Σε βαμβακένια βλάστηση στο έδαφος του δάσους καταλήγουν μερικοί σπόροι
και αν υπάρχει υγρασία και τροφή φουσκώνουν και αναπτύσσονται
σε εξογκώματα με επιμήκεις μίσχους και ανυψωμένους
πίλους, στύπους και φλοιούς. Δεν είναι πάντοτε δυνατό να τα ταυτοποιήσουμε
– λευκά, μαύρα ή καφετιά· σχισμένα, μωλωπισμένα ή λιανισμένα –
μερικά με κοντόχοντρα σώματα, άλλα δαντελένια. Ακόμη και οι τρυφηλοί Ρωμαίοι
απολάμβαναν την υπερωική αστροφεγγιά τους. Μερικές φορές,
όταν με πνίγει μια ατμόσφαιρα περιορισμών
μέσα μου, τα τηγανίζω σε βούτυρο, με πιπέρι και αλάτι,
και ξεχνώ την πηγή του πόνου μου. Στη θέση του βιώνω
την επιθυμία που γεννά επιθυμία, και μετά μια πιο ήπια εκδοχή
αγάπης που είναι προσωρινή και αθώα, λες και κλωνάρια
και φλοιός δέντρου επέστρεφαν στη ζωή μου τη δική της γεύση.

Τέσσερα ποιήματα του Aνρί Κόουλ

Αναχώρηση

Στη διάρκεια των λεπτών που το όχημα ψεκάζοντας
καθαρίζει τα φτερά του μικρού αεροπλάνου από τον παγετό

δύο ελάφια βόσκουν έξω απ’ τον φράχτη των διαδρόμων,
τα πόδια τους ευλύγιστα, τα πλευρά τους αντλούν αέρα.

Το κεφάλι του αρσενικού είναι στολισμένο μ’ ένα δάσος
που ανανεώνεται κάθε χρόνο.

«Κατεβήκαμε απ’ το βουνό
για περίπατο», δηλώνει η ελαφίνα,

φορώντας μια παγωμένη εσθήτα, μυρίζοντας το τραχύ του τρίχωμα,
ενώ η βάση των οπλών τους αφουγκράζεται το ξεπαγιασμένο τοπίο.

Δείχνει να είναι μερικώς μόνο σίγουρη
ότι αυτός νοιάζεται γι’ αυτήν όσο αυτή γι’ αυτόν.

Στρέφοντας την κομψότητά τους προς τον διάδρομο αποπροσγειώσεων
με ατενίζουν καθώς τους ατενίζω,

και μετά το αεροπλάνο συνεχίζει να τροχοδρομεί, υψώνεται σε γκρίζα,
βολβοειδή σύννεφα και χάνεται αργά αργά.

Καθώς ανοίγω την εφημερίδα μπορώ και νιώθω το ύψος
καταπάνω στο πρόσωπό μου, αλλά κάτι πιο βαθύ:

Τι ήταν αυτό εκεί πριν λίγο; Ο χρόνος είναι σύντομος.
Αν πλησιάζει η τρυφερότητα, τρέξε προς αυτήν.

Τέσσερα ποιήματα του Aνρί Κόουλ

Ο Ανρί Κόουλ (Henri Cole) γεννήθηκε το 1956 στη Φουκουόκα (Ιαπωνία), μεγάλωσε στη Βιρτζίνια και ζει στη Βοστόνη. Είναι βραβευμένος ποιητής με εννιά συλλογές και καθηγητής δημιουργικής γραφής σε διάφορα πανεπιστήμια των Ηνωμένων Πολιτειών. Στα ελληνικά παρουσιάστηκε το 2012 στο περ. Νέα Εστία, τ. 1853, με πέντε ποιήματα μεταφρασμένα από τον Βασίλη Παπαγεωργίου. Τα ποιήματα που παρουσιάζουμε εδώ είναι από νέα, υπό έκδοση, συλλογή.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: