Ε δε θα καυχηθώ πως είμαι κι ο καλύτερος. Αυτά τα είχα προσπεράσει από καιρό. Μυρίστηκα την απατεωνιά, τα ‘χα σε άλλες εποχές μες στο καλάθι των αχρήστων ξαποστείλει. Κι ούτε θα πω ότι αξίζω περισσότερο από τα άλλα πλάσματα του κόσμου. Υπήρξαν άλλοι κραταιότεροι, πιο εμβριθείς, διαυγέστεροι στη σκέψη τους, μα και στην πράξη τους πιο τίμιοι. Όμως δεν είμαι κι ο χειρότερος. Αυτά τα αφήνω για όσους κοκορεύονται ―ας μου επιτραπεί η παρομοίωση― πως εάν ίσως η μεγαλοσύνη τους από τον κόσμο τούτον απουσίαζε, κάτι θα έχανε το σύμπαν απ’ την περιλάλητη ισορροπία του. Θα επέσπευδε κατά τι την προαναγγελθείσα του καταστροφή, κι αυτό κατά μια μόνο απειροελάχιστη του χρόνου του υποδιαίρεση, που από κανένα έμβιο δεν θα γινόταν στο ελάχιστο αντιληπτή, θα επέφερε όμως μία αδιόρατη ―καίτοι από πολλούς υπολογίσιμη― αναστάτωση στο οικοσύστημα του κοινού μας παραδείσου, ο οποίος, λέει, με τη σειρά του, κατά τη διάρκεια αυτής της ανεπαίσθητα μετατονιζόμενης μες στον συμπαντικό χρόνο στιγμής, θα αντιλαμβανόταν στα έγκατα της ζώσας φύσης του μια κάποια αδιαθεσία, ένα αεράκι ελαφρύ, μα καίριο για την έκβαση τής επιμένουσας διαμάχης σημαινόντων και σημαινομένων μες στο αενάως μαγευόμενο και απομαγευόμενο σύστημά του. Το αεράκι τώρα εκείνο θα έπνεε λέει μέσα σε όλων ταυτοχρόνως των θνητών και των αθανάτων το όνειρο, και έτσι, υπό το φως ετούτης της πολύπλοκης συνθήκης θα εθεωρείτο κρίσιμης σημασίας το να φιλοξενηθεί στο υπερευαίσθητο τούτο σύμπαν, αυτών των εκτάκτως εκλεκτών η παρουσία. Αυτά. Με κάποιον, λοιπόν, τρόπο, ήταν οι ίδιοι που φιλοξενούσαν μέσα τους το σύμπαν ―έτσι έλεγαν― ισχυρισμός εξόχως αδιαπραγμάτευτος, καθότι η απόδειξή του, σύμφωνα με τους περισσοτέρους, κατοικεί στη σφαίρα του αοράτου. Μα ας επιστρέψω: Μακριά από μένα, το λοιπόν, οι τέτοιες μεγαλοστομίες. Εγώ για τα μικρά ήμουν εξ αρχής πλασμένος. Για κείνα που μυρίζανε αλμύρα, και γδυνόντουσαν στην ώρα τους το σκοτεινό κεφαλομάντιλο, κι έλαμπαν σαν μαργαριτάρι μες στον θόλο του κρανίου των ποιητών και των αλαφροΐσκιωτων. Αυτά που σ’ άλλες εποχές γυρίζανε τη φόδρα των αισθήσεων τα μέσα έξω, και κύλαγε ο κόσμος κάπως πιο χαρούμενος. Με τέτοια και με άλλα γέμιζα της μέρας μου το πουγκάκι, με ταπεινοφροσύνη και με σύνεση. Ποτέ δε μου περίσσεψε το μπόι μία σπιθαμή έξω απ’ τη σκιά των άλλων, πάντα το λίγο ήταν που μαστόρευε η μεγαλοσύνη μου. Και μη νομίσετε ότι μιλώ όπως οι μαυροφόροι με τους αδαμάντινους σταυρούς και με τα χρυσοποίκιλτα τα πετραχήλια. Πάντα στο μέτρο κατοικούσε η μετριότητά μου. Όχι από φόβο, όχι από αδυναμία, μόνο εξαιτίας κάποιας δυσεξήγητης πρόνοιας, γιατί κι εγώ την ψυχανεμιζόμουνα των ταπεινών την ευγενή υπεκφυγή, εκεί, βαθιά απ’ το θησαυροφυλάκιο του θανάτου, που έχει λένε το ίδιο πρόσωπο για όλους. Κι αυτά τα πίστευα μέχρις κεραίας, είχα να πεις από την κούνια μου τον σπόρο για τη δόξα των μικρών πραγμάτων στην καρδιά μου φυτεμένο, κι αυτός ο σπόρος με άνδρωνε όσο τα άλλα με γερνούσαν και με μίκραιναν. Μέσα στα άχτιστα κολύμπαγα, πόντο τον πόντο, σαν θαλάσσιος σαλίγκαρος, σέρνοντας το μικρό κρανίο μου επάνω στη γιγαντιαία κλίμακα, την άναρχη, την ατελεύτητη, τη δίχως μια ελπίδα επιστροφής, τη δίχως φως κανένα. Και κάποιος κάποτε ―θα ‘τανε μέσα στ’ όνειρο― ψιθύρισε ότι εκείνο το σκαρφάλωμα ήταν η μόνη ελπίδα που απέμενε, ανήλικη ελπίδα που αύριο, σε στάση προσοχής πάνω στου κατηγορουμένου το εδώλιο, θα μιλούσε για λογαριασμό μας, θα πρόσφερε το λιγνό κορμάκι της στων στρατοδικών τα βρωμισμένα χέρια, δίχως φόβο, κι αυτός ο εθελοντισμός δε θα ‘ταν λίγο πράγμα. Θα ‘ταν τα πάντα στερεωμένα σε μια μόνη εικόνα. Και τώρα η κλίμακα θα ‘ταν το νόημα, και νόημα η κλίμακα, σπείρα χρησμών που χύθηκαν από της καλοσύνης τη διαρρηγμένη μήτρα και λείαναν της νέας αγραμματοσύνης την αγυρτεία, χρησμοί που καθρεφτίστηκαν ο ένας στου άλλου το ωραίο πρόσωπο, και κατακλύσαν των ανθρώπων τις καρδιές, εκείνων που τους δόθηκαν τα μάτια μόνο για να βλέπουνε τα ασήμαντα. Τα ήξερα εγώ αυτά, δεν ήμουνα ανόητος. Έτσι κι ο κόσμος χτίστηκε για μένα απ’ την αρχή, με ένα τόσο δα που ήτανε τα πάντα, με μια αραχνοΰφαντη κλωστή που ένα βράδυ λήστεψα απ’ τον ουράνιο αργαλειό ―μ’ αρέσει να μιλώ για κείνα που νομίζουν πως δε φτάνω― τότε που τα άστρα σβήσανε για μια στιγμή μέσα στο νου μου. Κλωστή αραχνοΰφαντη και φοβερή χορδή του υπερκόσμιου λαούτου ―σκέψου!― που γεφυρώνει ό,τι μες το χρόνο προεξέχει όχι δίχως λόγο, τη γέννηση κι αμέσως ύστερα την απουσία ― μπορεί όμως κι ανάποδα, γιατί δεν είναι τίποτα στον κόσμο με μια οριστική σειρά. Και κράταγε η χορδή και άλλα μέσα της να πει, κάποια τραγούδια ανάμεσά τους που περίμεναν αυτιά παρθένα να τα ακούσουνε, κι εκείνο το τοπίο που απ’ τη γέννηση με σφαλισμένα βλέφαρα κοιτούσες και δεν αναγνώριζες ― κι εδώ αν προσέξεις κρύβεται η πρόνοια που γέννησε κι εμένα. Δίπλα μου είναι το λοιπόν που θα διαβάσεις το πολύ και το καθόλου σ’ ένα σώμα ξαναγεννημένα. Το τρυφερό και το πολέμαρχο, το εφικτό και το αδιανόητο, φίλοι που ξαναβρέθηκαν στη μέση της πλατείας και σφιχταγκαλιάστηκαν, και έμειναν εκεί για πάντα. Γιατί το πάντα είναι ίσως μια στιγμή κι εκείνο, αλλά με άπειρη υπομονή. Τέτοια και μερικά ακόμα έτρεχαν μια μέρα όπως η σημερινή μέσα στο νου μου, κι έκρυβα το λουλούδι του κρανίου μου σε ένα σκοτεινό κεφαλομάντιλο, μη δει το φωτοστέφανο κανείς αφηρημένος και ντραπεί. Και φωτοβόλαγαν οι σκέψεις όπως τρούλος Αιγαιοπελαγίτης, που τονε λούζει ο ήλιος το καταμεσήμερο, ψηλά σε λόφο αβάφτιστο, σπήλαιο δίχως πόρτα για να μπεις, φωλιά κρυμμένη μες σε δάσος που την κατοικήσανε θηρία κι επιβίωσε, του πιο βαθύ βυθού ένα μονοπάτι, που στον αιώνα του κανείς ποτέ δε διάβηκε και που κανείς ποτέ ούτε φαντάστηκε, κι έτσι μπορείς να πεις ότι αυτό το μονοπάτι κάποτε υπήρξε, και ταυτοχρόνως ποτέ δεν υπήρξε. Τέτοια και άλλα τέτοια τρέχανε στο νου, τη μέρα αυτή μες στο κατάκλειστό μου μοναστήρι. Κι ο χρόνος ήταν δίχως τέλος και αρχή κι αυτός, αυτό που μες στην πιο καθάρια αίσθηση λογαριαζόταν κάποτε ως χρόνος δίχως χρόνο, κουκίδα όση κι ο θεός που είναι πανταχού παρών εάν το θέλετε έτσι, χρόνος μηδενισμένος που περνά μπροστά σου όπως σε παρέλαση, κι απλώνει πέλμα σαν τον σχοινοβάτη πάνω σε μια θαλερή αχτίνα φως, κι αναμασάει λέξεις μουσκεμένες στην αλμύρα του μυαλού, λέξεις που έτσι μουσκεμένες κοιμηθήκανε αγκαλιά με μια ερωτευμένη κόρη ―έτσι είπανε―, κι έτσι, με τούτα και με τ’ άλλα, φτιάχτηκε ο κόσμος, και ας λένε. Και όλα τώρα θα ‘τανε μεθυστικά, και όλα θα ‘ταν ζαλισμένα. Και τραγουδούσαν εν χορώ οι ποιητές το ένα διαρκές που μέσα στου στρειδιού τον ουρανίσκο λάμπει. Και άκουγες από μακριά να γουργουρίζουν των Ναυτίλων τα μηχανοστάσια, μ’ όλα τα θαύματα στο ρελαντί. Ναύτες με βλέμμα ονειροπόλο, ανοίγουνε το κολατσιό τους σε καρό πετσέτες. Και τα παπαδοπαίδια ψέλνουνε το ἤγγικεν ἡ ὥρα, ώρα αρχαία με τα λιόφυτα και με τα κόκκινα τα μήλα, που τα δαγκώνει ο τραυματισμένος χρόνος και γιατρεύεται. Και τώρα, εδώ, σε τούτη τη στιγμή που εγκυμονεί, θα ανακαταταχθούν τα λάθη. Λάθος ο κίτρινος καρπός τού κατἁ μόνας, λάθος κι η μοναξιά όποιου γεννιέται δίχως να τον περιμένουνε. Αλάνθαστη και μόνη η στιγμή που ο Αισχύλος κραύγασε μέσα απ’ τον τάφο του ότι πολέμησε κι αυτός στον Μαραθώνα, και ήχησε λαμπρή σιωπή για όλα τ’ άλλα τα παιδιά του ― «ἀλκὴν δ᾽ εὐδόκιμον Μαραθώνιον ἄλσος ἂν εἴποι». Πλεονασμός να πεις κι αυτά και τ’ άλλα. Όλα δικά σου είναι μα και πάλι τίποτα δικό σου. Και η ζωή σου ένα σκαλί χτισμένο στη σωστή μεριά να το πατήσουν οι άλλοι να περάσουνε απέναντι. Μηδενικά σιαμαία με κοιλιές σε ενδιαφέρουσα εγκυμονούν κουβέντες όπως βρύση κι όπως λιόφυτο, αδέρφια όμορφα που πήγανε στα καλλιστεία και τα διώξανε οι κριτές, τίποτα αυτοί δεν καταλάβανε. Ήλιος τώρα δεσπόζει δίκαιος ψηλά, ήλιος πυρφόρος, ιδιωτικός, ήλιος δίχως κανέναν να ρωτά, δίχως κανέναν να διαλέγει, όλο το βιος του μες στα σαγονάκια του έρωτα ξοδιάζοντας. Και νανουρίζονται οι λέξεις μες στην άμμο του βυθού, και πλαταγίζει μέσα στ’ όνειρο το σωματάκι τους, και γίνεται πανί και βάρκα καλοτάξιδη για τα πιο μυστικά ταξίδια. Και να με συμπαθάτε έτσι που μιλώ, τα λέω ετούτα κατευθείαν από την κουτσή πλευρά της κούνιας μου ―αυτής που ξεγελάει του μωρού το κλάμα κι ανατέλλει ένα χλομό φεγγάρι μες στον ύπνο του―, και σας τα αφήνω σαν πατέρας κι αδερφός που μες στα χρόνια τον ξεχάσατε, μα τώρα επιστρέφει φορτωμένος δώρα και ευχές, κι όλα της ξενιτιάς του τα ακριβά ποτά σε γυάλινα νταμιτζανάκια φορτωμένα. Έτσι κι εσείς, στον δίκαιο αιώνα σας, θα σηκωθείτε απ’ τον βαθύ σας ύπνο αύριο αναπάντεχα, θεσπέσια μεθυσμένοι. Εξαιτίας μου.
[ 14 Ιουλίου/18 Αυγούστου 2026 ]