Σκιάχτρο

Σκιάχτρο



I. Big bang Crop Crow

Την 1η μέρα έσκισε το υπογάστριο του,
για να γεμίσει το σκοτάδι με φως.

Την 2η μέρα ζωγράφισε τους γαλαξίες,
τους αστερισμούς και τα μετέωρα, με τα χοντρά του δάχτυλα.

Την 3η μέρα δάκρυσε,
και από το δάκρυ του
βάφτηκε μια φλεγόμενη πλάση
με πράσινο και γαλάζιο.

Την 4η μέρα κατάλαβε
Πώς τίποτα δεν ζει αιώνια
Και θύμωσε,
απογοητεύτηκε,
δάκρυσε,
και τέλος τα παράτησε
και έφυγε.

Την 5η μέρα το μετάνιωσε,
και αποφάσισε να φτιάξει εμένα,
τον Σπορέα
και αυτό…
το Κοράκι
και ύστερα
έπεσε σε βαθιά περισυλλογή.

Την 6η μέρα επέστρεψε και είπε: «το αποφάσισα. Θέλω να μου φτιάξετε ένα πλάσμα
“Κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν” να μου κάνει παρέα».

Την 7η μέρα είπε πως κουράστηκε
και πήγε να ξεκουραστεί.
Το κοράκι έκρωξε
κι εγώ έβγαλα τα εργαλεία από την τσάντα.
Είχαμε δουλειά να κάνουμε.

II. Βαλτοτόπι

Όμορφο ήταν το βαλτοτόπι,
όταν φτάσαμε με καραβάνι απ’ την Αφρική.
Νούφαρα κολυμπούσαν στα πράσινα νερά,
Ιτιές χάιδευαν τα ποτάμια,
Άπλετο και το φαγητό για μας και τα παιδιά μας.

Εγκατασταθήκαμε με χαρά, φτιάξαμε καλύβες, αγορές, μπαχτσέδες,
και έναν μεγαλοπρεπέστατο ναό για να προσευχόμαστε στον πράσινο θεό μας.
Να προσευχόμαστε και να παρακαλούμε να μας στείλει έναν Βασιλιά:

Ανάβαμε κάθε βράδυ το καντήλι,
Συνθέσαμε ψαλμούς στο όνομα Του,
Κάναμε θυσία τα παιδιά μας,
Ώσπου μια μέρα, ο θεός εισάκουσε τις προσευχές μας
και έστειλε στα μέρη μας εκείνον που είπε:
«Εγώ είμαι αυτός που ζητάτε»

Εμφανίστηκε στον βάλτο σαν βασιλιάς,
πάνω σε γαϊδούρι, αντί για άρμα
και βάγια να χαϊδεύουν τα σγουρά μαλλιά του.

Γιάτρεψε λεπρούς, αντί να κάνει πόλεμο,
θεράπευσε τρελούς, και μας διέταξε να αγαπάμε
τον διπλανό μας,
τα παιδιά μας,
τις γυναίκες μας.

Τούτο δεν μας άρεσε καθόλου, κι έτσι
τον δείραμε,
τον παραγεμίσαμε με άχυρα και
τον κρεμάσαμε από μία δοκό να διώχνει τους κόρακες,
ο αχυράνθρωπος.

Τα κοράκια φύγαν.
Το αίμα όμως
και η μυρωδιά του θανάτου
προσέλκυσε άλλους,
αρχαιότερους εχθρούς.
Προσέλκυσε τον αητό και το νερόφιδο,
κι άρχισαν να κατασπαράσσουν έναν έναν τους δικούς μας,
να καταστρέφουν την περιουσία μας,
και τέλος γκρέμισαν και τον ναό μας.

Και έτσι εμείς σκορπίσαμε
στα τέσσερα πέρατα της γης
καταδικασμένοι να περιφερόμαστε
πλάνητες σ´ αυτόν τον κόσμο.

Και το βαλτοτόπι;
Επιτέλους ξανάγινε
Βαλτοτόπι.

III. Δαιμονισμένη

Στην πρώτη συνεδρία μας
σε φέραν σηκωτή κι αλυσοδεμένη.
Τα κόκκινα μαλλιά σου
μαστίγωναν τον αέρα
και τα μάτια φτύνανε κατάρες.
― Όλοι έξω, φώναξα οργισμένος
και μείναμε οι δυο μας.
Και τότε,
κάτω από κείνη την Ελιά,
με το στόμα γεμάτο αφρούς
και μαύρη θάλασσα,
άρχισες να λες:

«Μέσα μου υπάρχουν
Χίλιοι άντρες.
Μια αρχαία
Ρωμαϊκή
Λεγεώνα.
Φέρουν ακόντια και δόρατα.
Είναι νεκροί εδώ και χρόνια,
Είναι ζωντανοί.

Κάποιους τους ξέρω:
Να!
Ο πατέρας μου,
Ο άντρας μου,
Ο αδελφός μου,
Ο κόρακας,
Όλοι τους εδώ μέσα –
Στην καρδιά μου.

Κανείς δεν ντρέπεται να με προστάξει.
Φωνάζουν σαν σκυλιά μέσα στη νύχτα
Όλη μέρα
Όλη νύχτα:
― Να κάνεις παιδιά
― Να είσαι υπάκουη
― Να είσαι κυρά στο σπιτικό σου
― Να είσαι σεμνή
― Να μην προκαλείς
― Να γίνεις άντρας.

Όλοι μαζί, μια παράφωνη
ανδρική χορωδία
που αψηφά τον χρόνο,
και με σχίζει στα δύο.

Προστάζουν
ξανά και ξανά:
Τι πρέπει να είμαι τώρα,
Τι να είμαι χθες και
Τι αύριο.

Και εκείνοι απ’ έξω που προσμένουν
λένε: «Μπήκε μέσα της ο Δαίμονας»
και βιάζονται να με ρίξουν στον γκρεμό.
Ξέρεις, Δάσκαλε,
Φοβάμαι».

Σου έπιασα τότε το χέρι και είπα
― Βγες από μέσα της,
και έπειτα σε φίλησα στο στόμα
― Δεν τη χρειάζεσαι άλλο,
είπα.

IV. Θερμοκοιτίδα

Δεν είχε μάγους,
Δεν είχε δώρα,
Δεν είχε άστρο,
Δεν είχε τίποτα.

Είχε μόνο σκοτάδι.
Είχε κρύο και γυαλί.
Είχε σωληνάκια και
μηχανές που μετρούσαν.
Είχε κραυγές και θάνατο.

Κραυγές βρεφικές,
που κρύβαν τις σκιές
του θανάτου ―
Αραχνοϋφαντα που
ασχήμαιναν τους τοίχους.

Ώσπου οι πρώτες ακτίνες φώτισαν
τα πρόσωπα μας στο γυαλί.
Μια γυναίκα εισέβαλε
με το κοντάρι
και ξεκάρφωσε τις αράχνες
του θανάτου
απ' το παράθυρο.

Σιγή πλημμύρισε το γυάλινο κελί
και ύστερα,
Ο τσιριχτός ήχος του σελοτέιπ
που κόλλησε την αφίσα
τού Ηρώδη στην τζαμαρία

«Όλα τα βρέφη στην σφαγή!»

Ο διπλανός μου γύρισε,
Έκλαψε και
τα μάτια του
δεν ξανάκλεισαν ποτέ.

Φοβήθηκα,
αλλά ήξερα ―
Δεν ήταν η σειρά μου.
Δεν ήταν η ώρα να φύγω.

Κάθε βράδυ
κάποιος άλλος.
Όχι εγώ ―
ακόμα.

V. Έγινα Σκιάχτρο

Τόσα χρόνια πλάνητας,
στα τσιμέντα και στο κρύο.
Παντού τα ίδια μάτια,
Τα ίδια ειρωνικά χαμόγελα,
Τα ίδια χέρια να δείχνουν
πίσω απ’ το τζάμι.

Στόματα να σχηματίζουν τα ανείπωτα:
― Τράβα να δουλέψεις, ρε τεμπέλαρε,
― Κοίτα έναν τσαρλατάνο να χαρεί η μάνα του.

Κι έτσι
ο χρόνος,
ο ήλιος
το καυσαέριο
πέρασαν
από το
πετσί μου.

Με έφθειρε,
Μαύρισε το δέρμα μου,
κιτρίνισαν τα μάτια,
τα ρούχα μου γεμίσαν
Άχυρα
και
Σκόνη.

Έγινα
Σκιάχτρο.

Ακόμα και οι ζητιάνοι με απόδιωξαν…

Κλείστηκα
σε μια κουβέρτα
και ένα χαρτοκούτι,
πίσω απ’ τον οίκο
του πατέρα μου.

Εκλιπαρούσα
Σε γλώσσες ανήκουστες
για λίγο νερό, λίγο ψωμί.
Λίγο έλεος...

Γύριζα το βλέμμα στον ουρανό ―
Αλλά κανείς,
Τίποτα.

Μόνο φίδια στους εφιάλτες μου,
κι ένας κόρακας
να περιμένει
καρτερικά
το πρώιμο
Τέλος.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: