ἀπὸ δὲ ἕκτης ὥρας σκότος ἐγένετο ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης
– Κατά Ματθαίον, (27:45)
Ω θλίψη των ματιών του Κυρίου μου,
της αιωνιότητας ο κάματος,
έχω πολύ συνεργήσει για να υπάρχεις,
είναι πολύ σ᾽ εμένα το μερίδιο της ανομίας.
―Νίκος Καρούζος, Πάσχα των πιστών
Μ. Παρασκευή
Με λένε τίποτα. Ουκ είμαι. Ανυπάρχω σε πλησμονή είναι. Μα δεν είμαι, το είπαμε αυτό. Και τα λοιπά. Ωραία ― από που να ξεκινήσω;― μια επιταγή ιστορικού ενεστώτα χορεύει μέσα μου, τώρα, εσχάτη λυσιτέλεια της διηγήσεως, ναι, τώρα που συγγράφω άνελπις πίνοντας κρασί λευκό αυτές τις ποταπές αράδες, χορός μυκηναϊκής αβρότητος, σάμπως εγώ ο ίδιος σαν το μεγάλο καλούπι του λόγου, βρυχώμαι μελλούμενη αφήγηση, έτσι πως την αργοσμιλεύουν τα φωνήεντα και οι φθόγγοι…
― Τρεις είμαστε.
Το σπίτι όλο και όλο 15 τετραγωνικά, ανεπανάληπτη τρώγλη, μόνον ένα χολ με μια όζουσα τουαλέτα, ο νιπτήρας βουλωμένος, με σβόλους ξερούς παλιού εμετού, είτε από μένα, είτε από άλλον, γιατί περί κοινοβίου ομιλούμε, και στη χέστρα το καζανάκι αδιόρθωτα χαλασμένο∙ έτσι που κατουράμε στη μπανιέρα, ικτερικά κιτρινισμένη στον κρατήρα, απ’ την γενικότερη απλυσιά και ατημελησία.
Ο περιστασιακά διαμένων, δηλαδή διανυκτερεύοντας σε στιγμές μεταμεσονύκτιες σούρας βαθύτατης, μη τυχόν τον πάρει χαμπάρι η κοπέλα του, η Στέλλα, φοιτήτρια Νομικής, ότι έχει πάλι παραπιεί, και τον περιορίσει στον καναπέ, ο Ιάκωβος, το αποκαλεί, αστεϊευτικά, «γραφόπιστο», επηρεασμένος απ’ τα παλιά του διαβάσματα, χώρια που δεν γράφει, αλλά ούτε και, – πια –, διαβάζει: είναι, απ’ την άλλη, στην ιατρική του ειδικότητα, αρχίζοντας από ψυχιατρική, κατασταλάζοντας, λόγω του «γενικότερου εκφυλισμού πάσης κοινωνικής πρόνοιας, απ’ τους κρατικούς υπηρέτες» στην Παιδιατρική. Πίνει μόνον τις διακοπές πλέον. Μου μιλάει διαρκώς για άχερα παιδάκια στο Παίδων, όπου και εργάζεται, υποβεβλημένος σε απανωτές εφημερίες, έχοντας ρυθμίσει ούτως το πιόμα του, ώστε να το ελαττώνει λιγάκι προτού πάλιν αρχίσει μετά τις διακοπές τις βάρδιες του στους δαιδαλώδεις, υπόφεγγους νοσοκομειακούς διαδρόμους, ώστε η στέρηση να αποφεύγεται – γιατί «εδώ, φίλε μου, το τερπνόν μετά του ωφελίμου, δεν υφίσταται.» Όχι ότι ουδέποτε είχε εμφανίσει αξιοσημείωτη στέρηση, πέραν ενός ελαφριού τρόμου στα ακροδάχτυλα ή στο λαγόχειλο. Κάποτε, έπινε πέντε μπουκάλια κρασί στη διάρκεια της ημέρας. Τώρα, δεν πίνει παρά μια μπύρα τις εργάσιμες, μα στις διακοπές τον άμπακα. Ναι, τον άμπακα. Φιάλες ολάκερες τζιν, χωρίς να τρώγει τίποτε, απλώς αντλώντας τις θερμίδες του απ’ το αλκοόλ. Πάντως, επιμένω πως ορθώς πράττει, γιατί «σωστά, παλιόφιλε – με τις ανθρώπινες ζωές, δεν παίζεις – ιδίως των παιδιών.»
Το σπίτι το απέκτησε από έναν παλαβό θείο, – πάσχων από διπολική διαταραχή τύπου ένα –, που χωρίς να τον έχει δει ούτε μια φορά στη ζωή του, αποφεύγοντας τους συγγενείς του άπαντες σαν η πουτάνα το σεξουαλικό νόσημα, απλώς επειδής φυλλομετρούσε, λίγο προτού αποβεί εις Κύριον, την ατζέντα του, του καλάρεσε το όνομα που ανάγνωσε του μην-τον-είδατε ανιψιού, λέγοντας «Μα τι ωραίο όνομα! ούτε κοινότοπο, ούτε επιτηδευμένο! – δικό σου το σπιτάκι!».
Μα ήμασταν τρεις. Διότι ήτανε, εκείνο το απόγευμα, και ο πρωτοξάδερφος του Ιακώβου, ο Γιάννης – ένας πιτσιρικάς σίγουρα ευειδής, με τρομαχτικά γυμνασμένο, μόλο που’ ταν λιγνό, σώμα, και ένα τυπικό της νεότερης Αθήνας «συμμορίτικο» ένδυμα, ξέρετε, μαύρο φουσκωτό μπουφάν, μαύρη φόρμα, κουκούλα (μαύρη, αλίμονο!, half-face, κλπ. Όταν τον βλέπω μένει έκπληκτος απ’ το απηρχαιωμένο ντύσιμο μου, «Γιατί φοράς πουλόβερ και σακάκι;» μου λέει, και εγώ, βλέποντας (χώρια που’ ταν ντυμένος ολόσωμα) το ογκώδες, στιβαρό κορμί του, λέω στα αστεία, «τον ξέρεις τον Ηρόδικο; Αυτός σε γυμνάζει;».
«Ποιος σκατά είναι αυτός, ρε Ιάκωβε;» κοιτώντας απορημένα τον συγγενή του. «Ένας αρχαίος παιδοτρίβης, υπεύθυνος, υποθέτω, για άλλους έτερους μυώδεις σαν εσένα.»
«Εσύ είσαι παλιός φίλος του Ιακώβου, έτσι;».
«Ναι.»
«Μου είπε ότι θα έρθεις. Μου είπε ότι σπουδάζεις.»
«Ναι, παράλληλα (και κυριότερα)» μουγκρίζω με περίσσια επιτήδευση, αν όχι αμετανόητη σοβαροφάνεια, μα στα-αρχίδια-μου για πάντες λοιπούς, αυτό είναι το motto μου αυτές τις μέρες, ακόμα και αν με μισήσεις ή με διαπομπεύσουν, εγώ θα λέω τα δικά μου, τα φταίει ο Stirner, «είμαι συγγραφέας πραγματικά.»
«Τι κάνουν οι συγγραφείς;».
«Γράφουν. Μετά, εσείς, τα διαβάζετε.»
«Φράγκα έχει το πράγμα;».
«Όχι, δεν έχω εκδώσει τίποτα! – και, ακόμα και αν είχα εκδώσει σαράντα βιβλία, άνευ εργασίας σταθερής, δεν θα έβγαζα το μηνιάτικο.»
«Και γιατί το κάνεις αυτό, τότε;».
Το μικρό χολ, εποικισμένο από τρεις άνισης ηλικίας βλακέντιους, χαριεντίζεται σαν λιονταρίνα με λέοντα, μετά σκιερών και χλομών εξαγωγών μισερής λάμψης, που, εισδύοντας ποταμίσια απ’ τα μισοκατεβασμένα στόρια του παραθύρου, εκρήγνυνται σε ευανθείς πιρουέτες μπροστά στα ξερά στόματα μας, εμένα, δηλαδή, και του Ιακώβου, γιατί ο μικρός ατμίζει και ουχί καπνίζει, έτσι πως αυτά τα χείλη κρατούν ανέμελα το χοντρό τσιγάρο, που, μπασταρδεύοντας χθόνιο και υψιπετές, πλάθει σαν πουλάκι αγέρωχο μικρά σύννεφα-φωλιές στο σκονισμένο ταβάνι, όπου μετά τα ίδια ακριβώς προηγούμενα εξάγωνα ξεθωριασμένης αίγλης παίρνουν την σιέστα τους. «Δεν ξέρω. Δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο.»
«Και τι σπουδάζεις;».
«Μαλακίες. Εσύ, με τι ασχολείσαι;».
«Είμαι κομμωτής.»
Χαμογελάει και κάθομαι στην άδεια πολυθρόνα κάτω απ’ το παραθύρι. Αν δεν το είπα ήδη, βρισκόμεθα στο ισόγειο. Ακούμε απ’ έξω, αθλίας ηχομόνωσης ένεκεν, κάθε περαστικό, κάθε ρόδα που λαχταρισμένα γαμιέται με το τραχύ ασφαλτόστρωτο δρόμο, κάθε σκουπιδιάρικο ή λεωφορείο, ακούμε τα πάντα∙ ξεροβήχω, μεταλοιμώδης βηξ από περασμένο κρύωμα, μα δεν παύω να καπνίζω αρειμανίως. Το δεξιό μου χέρι, το μανίκι πιασμένο στον αγκώνα, τώρα που έχω αφήσει στον (κι όμως! υπαρκτός!) καλόγερο τα πανωφόρια μου, έτσι που οι τρίχες αυγάζουν με κίτρινη μεταμέλεια μέσα στο ημίφωτο, βαστάει ένα μπουκάλι ξανθή μπύρα, και κάθε γουλιά με φέρνει πιο κοντά στην αποκτήνωση. Αυτές οι πασχαλινές μέρες έχουνε περάσει με Καρούζο ατέλειωτο προ ύπνου και τα πρωινά με αυτιστικά επαναλαμβανόμενη μνημόνευση Dylan Thomas, έτσι που οι απαγγελίες μου, δημοσία σαφώς, μετά χάριτος τρομοκρατούν ανύποπτους περαστικούς ή σερβιτόρους στα καφενεία. Είναι οι μόνοι δύο ποιητές που διαβάζω από λίγο κάθε μέρα – χρόνια τώρα… ενώ χάνομαι στις σκέψεις μου, φοβερό πράμα το να ξεχνάς με θέληση, περνάει ένα παχύσαρκο αγροτικό, τα σκυλάδικα στη διαπασών. Δεν δίδω ουδεμίαν σημασία. Απλώς κατεβάζω τις ριγηλές γουλιές μου, αναγνωρίζοντας πως ήδη βρίσκομαι στην έκτη μπύρα, και, αν συνεχίσω έτσι, θα είμαι φέσι στην περιφορά του Επιταφίου, κατά τις εννιά πάρα. Μα δε γαμιέται! Η αλήθεια είναι πως μ’ αρέσει να μιλώ πολύ, όχι γιατί λέω ποτέ τίποτε το αξιόσκεπτο ή ενδιαφέρον, αλλά επειδής μου αρέσει να ακούω τη φωνή μου, γιατί, ομολογώ ξεδιάντροπα, όταν ήμουν στο πρώτο έτος, μια εξαισίως όμορφη κοπέλα σε ένα ρεμπέτικο γλέντι απ’ το Εθνικό Θέατρο, αφότου την φίλησα, αν και δεν μου άρεσε ιδιαίτερα, απλά ήτανε μειλίχιος ο τρόπος που την έραινε το σεληνόφωτο στην απλωμένη αυλή, μου είπε «η φωνή σου είναι αρρενωπή αλλά γλυκιά ― σαν του Richard Burton.»
Από τότε, άρχισα να απολαμβάνω την φωνή μου – ενώ πάντοτε την απεχθανόμουν, και θα προτιμούσα να ήμουν μουγγός. Σε ευχαριστώ, Αναστασία μου (που μάλιστα προσφάτως σε είδα να εργάζεσαι σερβιτόρα σε γνωστό νεανικό στέκι, επί τα Εξάρχεια, από αυτά τα τρισάθλια και βορβορωδώς πολυσύχναστα, αλλά που δεν αποτόλμησα να σου πω λέξη, γιατί ήσουν με το αγόρι σου, άνθρωπο που επίσης γνωρίζω απ’ τον λογοτεχνικό χώρο, έναν βρομο-κνίτη αλκοολικό με ζηλοφθονικό παραλήρημα, που όποιος μιλάει στην εκάστοτε κοπέλα του αμέσως τον κοπανάει – μετά από ανταλλαγή υβρεολόγιου ολιγόλεπτου. Ε – άντε να μπλέκεις με τον κάθε καραγκιόζη, γιατί απλά ήθελες να πεις μια «καλησπέρα»!).
Τέλος πάντων, η κοπέλα μου συχνά λέει ότι αδίκως έφτιαξα μίαν μυθολογία γύρω απ’ τον εαυτό μου η οποία κατέληξε αναπόδραστη. Άντε να βρεις εκδότη με τέτοια ιλαρά καμώματα. Και να πεις ότι είμαι τις αυτοκαταστροφικός! Βέβαια, των ημερών ένεκεν, έχω υποστεί πολλάκις λογοκρισία. Και σκέπτομαι: αν είναι δυνατόν! Ο Miller επανεκδίδεται με το κιλό, και εμένα με κοιτούν στραβά αν βάλω τι λέξη «γαμήσι»! Γελάνε και οι κότες. Ναι, συμφωνώ, κάθε φορά που την ακούω. Η κοπέλα μου παραείναι γνωστική. Το αποθαυμάζω ασύστολα ετούτο. Την ενάρετη ορθότητα της. Καλά τα λέει, μωρέ. Σπάνιας αξιοπρέπειας άνθρωπος, και ακόμα σπανιότερης ομορφιάς… σαν λαγοί έναστρης αλήθειας τρέχουν μέσα στο κεντρικό λίμνασμα τους τα ματάκια της, έτσι πως σχίζονται αιφνιδίως στο φιλί, και οι κόρες σε ερωτευμένη διαστολή τρυγούν τα δικά μου πιο μικρά, απείραχτα, βαθιά μελαγχολικά μάτια. Μάλλον τρώμε απ’ την ίδιαν της νευρώσεως πίτα – νευρωσική εκείνη, νευρωσικός εγώ. Ασύλληπτα εμμονικοί, αμφότεροι. Το άγχος το φιλί το λύει, άντε, ίσως και το αντικαταθλιπτικό, ή η περιστασιακή κρασοκατάνυξη (στο τέταρτο κιλό, σταματάμε!). «Μην μυθολογείς τον εαυτό σου». Σωστά, καλή μου, αλλά τώρα, ενώπιον αγνώστου, έπρεπε να παίξω και εγώ το ρόλο μου. Η αυτομυθολόγηση μου επιτάσσεται τούμπαλιν. Νιώθω λίγο αμήχανα, αλλά με το άνοιγμα της αυλαίας αρχινώ τα δικά μου… μιλάω για ζωγράφους, – ωωωω, ο Courbet, μικρέ, ή ο απειρομέγιστος, ο Turner! –, για το Πάσχα, για το ένα και το άλλο. «Βγάζω το ψωμί μου πουλώντας μαύρο» λέει ο πιτσιρικάς, κάποια στιγμή ανύποπτη. Μας επιδεικνύει ένα γραμμάριο σε πλαστική σακούλα. Μα το Θεό, είναι πραγματικά κατάμαυρο. «Αυτό δεν πρέπει να είναι πράσινο;» λέω εγώ. «Μήπως το έχουνε ποτίσει με τίποτα; βρομάει κιόλας…». Γελάει και κάτι εξηγεί – και παρά που σίγουρα έχει δίκιο, κανείς δεν αμφισβητεί την πολυετή εργασία του στο υπο-περιθώριο, αυτού του είδους το περιθώριο έστω, εκείνος δεν παύει να δικαιολογείται – ηλικίας ένεκεν – διαρκώς. Πραγματικά, σταματώ να ακούω μετά από μισό λεπτό. Ουδεμίαν όρεξη έχω. «Θέλετε να σκάσουμε ένα;».
Βγάζουν χαρτάκια και ιστορίες. Εγώ διαπιστώνω έναν άθλιο στομαχόπονο, πιθανώς ψυχοσωματικής προέλευσης (πέθανε ο θείος μου προσφάτως…).
Ο ξάδερφος αρχίζει να σκοτώνεται με ξάδερφο. Ο ένας νουθετεί, ο άλλος υπεραμύνεται (όλο αυτά ενώ στρίβει ο νεανίας τον μπάφο – στρίβει επιδέξια και γρήγορα, πραγματικά είναι δεξιοτέχνης, άρα έμπειρος – μένω έκπληκτος, τόσα χρόνια καπνιστής, ουδέποτε έστριψα στριφτό τόσο σβέλτα και… φινετσάτα, πραγματικό αλφάδι ο μικρός). Όχι, δεν θα γίνεις και εσύ καγκουρο-συμμορίτης, σαν αυτούς τους καριόληδες, γαμώ τα νεκρά τους, που λήστεψαν τον φίλο μου, τον Τάκη. Τον έστειλαν νοσοκομείο, τα μουνιά. Θα τις κόψεις αυτές τις παρίες, αρχίδι. Σε αγαπώ και είμαι συγγενής σου, και θα με ακούσεις, βρε μαλάκα.
Κάτι τέτοια ακούγονται. Ο μικρός απλά μέσα απ’ την μαστούρα του (εννοείται είχε καπνίσει προτού έρθω – φαινόταν απ’ τα μισόκλειστα, αναψοκοκκινισμένα μάτια του, ή ίσως απ’ τις περιστασιακές παρανοειδείς φυγές της σκέψης του, Σειρήνα ήτανε αυτή; Ρε – δε πιστεύω να μένει κανείς άλλος στη πολυκατοικία!) προσπαθεί να δείξει ότι τα πράγματα δεν είναι ως φαίνονται. Μα και αυτοί άνθρωποι είναι – τους βάζουν στη πιάτσα οι μεγάλοι, αυτοί είναι τα μουνιά, ξάδερφε. Άλλη επιλογή, ρε μαλάκα, δεν έχουνε. Γαμιούνται όλη μέρα να κλέβουν. Έτσι βγάζουν το ψωμί τους, ρε ξάδερφε. Άνθρωποι είναι και αυτοί. Καλά παιδιά οι περισσότεροι. Μα δε καταλαβαίνεις, ρε ξάδερφε; επειδή είσαι γιατρός, μας το παίζεις κάποιος… ε – εντάξει! απ’ την ίδια φτωχή οικογένεια είμαστε, αλλά επειδή εγώ πουλάω μαύρο και εσύ σώζεις παιδιά, δε πα να πει ότι θα σου επιτρέψω να μου πουλήσεις ιστορία…
Δεν χαιρετάω καν. Άντε να μπλέκεις. Φευ! Απλά βάζω το σακάκι μου, σβήνω το άφιλτρο σιγαρέτο και τη κάνω.
Ένας κνησμός στο κώλο. Μια ενόχληση στους κροτάφους. Μια υπόνοια στύσης. Σαν να αρχίζει μια ανήμερη φαλλική μελαγχολία, μετώνυμη χρόνια τώρα του βραδιού, έτσι πως ετούτο από προσπερματικά λούεται.
Κάνω ένα σεργιάνι στη πλατεία. Όλοι με τα καλά τους, ετοιμάζονται. Το ίδιο και εγώ. Βεβαία, όσο καλλωπισμένος είμαι (τάχατις, τουλάχιστον στα άγουρα μάτια των γειτόνων) άλλο τόσο αισθάνομαι αμήχανα και αγανακτώ μπροστά στην τόσο ψευδεπίγραφη κατανυκτικότητα αυτών των οπορτουνιστών μικροαστών, που εποικίζουν απ’ το ’60 τη γειτονιά μας… όλοι κοιτάνε στο κενό, όλοι αγοράζουν επιδόρπια, όλοι ανταλλάσσουν μηχανιστικές χαιρετούρες, ίσως λόγω Πάσχατος λιγάκι πιο ζωηρές απ’ το υποτονικό, ρουτινιάρικιο σύνηθες, όλοι μιλάνε στο τηλέφωνο, κλείνουν τραπέζια για του Πάσχατος την Κυριακήν…, ανταλλάσσουν και ευχές!, τίποτα δεν τους σταματάει, η μικροαστική τους μάνητα είναι ανεξέλεγκτη, ούτε ένα εδάφιο δεν ξέρουν, οι έρμοι, απ’ τα κείμενα, και στη λειτουργία (που δεν χάνω ποτέ, ούτε λεπτό) ενώ άλλοτε κοιτούσαν ευλαβικά τον παράφωνο παπά, με την εκστατική απορία του καθυστερημένου που κοιτάει τον δάσκαλο, τώρα απλώς συνομιλούν αναμεταξύ τους, έχοντας οι πιότεροι βρει τρόπο η φωνή τους να χάνεται στον γενικότερο τραχύφωνο απόηχο της πατερικής απαγγελίας, γιατί ο παπάς μας, χρόνια τώρα, είναι ασυναγώνιστα βραχνιασμένος, καθότι λένε ότι έκανε πέντε πακέτα προτού βάλει τα ράσα, και η φωνή του τα έπαιξε τελείως, αποφεύγοντας και την αμαρτία τε και την κοινωνική κατακραυγή.
Κατηφορίζω στο δημοτικό πάρκο, όπου θα γίνει η περιφορά. Καπνίζω μανιωδώς. Μνημονεύω εδάφια. Έχω όλο το κείμενο μέσα μου. Η Ελληνιστική Κοινή με λικνίζει σαν η γραία μετανοημένη για την εξελικτική αγριάδα της το μικρό εγγόνι της σε ένα ανεμοδαρμένο, ακρόκρημνο χωριό… όλο το κείμενο βρυχάται μέσα μου, μα δεν αισθάνομαι σχεδόν τίποτα. Κάτι με σαρώνει, που δεν μπορώ να προσδιορίσω επ’ ουδενί τρόπω. Είναι σαν να θες να τελειώσεις όταν επιδίδεσαι σε γενετήσιο έρωτα, και ενώ είσαι κοντά, τόσο διαολεμένα κοντά, με τίποτα να μην φτάνεις στον ιδεατό, λυσιτελή οργασμό. Έτσι και τώρα. Τόσο θέλω να συγκινηθώ, δάκρυα πυρά να τρέξουν στα αμμουδερά μου μάγουλα, μα αδύνατον να βρω φυγή σε μεταρσίωση. Κάτι γύρα μου με ταράσσει. Όλοι ετούτοι οι γείτονες με άγχουν.
Παντού πρόσωπα ζωντανά μα νεκρά, ημι-τεθνεώτα, που με απομονώνουν σε μια σπαραξικάρδια σύγχυση… διάολε, έτσι ακριβώς, τι το θνησίτμημο με πιάνει απ’ το σβέρκο σαν παχουλή γάτα το γατί, και με τραβολογάει πέρα δώθε, προς το οριστικό πουθενά, ανάμεσα σε όλους αυτούς τους Φαρισαίους, μια μαζική αποκτήνωση, μέσα στην φαινομενική αταραξία του άθνητου θνητού, που ονομάζεται Ιησούς. Η ανάσα του επ’ ημών, χαίνουσα, ριγηλή σαν κερί που τρεμοσβήνει, όλο ένα μεγάλο τσίρκο ασυνάρτητης υποκρισίας…
Θεέ μου! γιατί είμαι εγώ εδώ;!
Κατωφερής άρα, με το τσιγάρο στο στόμα το λοξόστραβο, σε απόσταση ανάσας απ’ τον ίδιο τον Επιτάφιο, οι πρόσκοποι τον βαστάζουν ανδρικά και λεβέντικα, η σελήνη και αυτή μας ακολουθεί με πένθιμη βηματισιά, απαντάω σε μια ευπρεπώς ενδεδυμένη κυράτσα που με επιτιμά για την καπνιστική μου συνήθεια «σε μια τέτοια ημέρα πένθους και οιμωγής», ψιθυρίζοντας εγώ «ο Καρούζος, μείζων χριστιανός, γράφει ότι ‘το κάπνισμα είναι ανελκυστήρας προς τα θεία’», και εκείνη με ένα ανάβλεμμα σαν κεραυνός που έπεσε σε ποταμό και κρύωσε αύτανδρα, μου στρέφει την πλάτη (όσο της επιτρεπόταν χωρικά έστω, μέσα στο ανθρωπομάνι…), αλλά η ντροπή μου είναι μεγάλη, και το καθολικόθεν non serviam δεν πιάνει τόπο στην βαθύρριζη ανασφάλεια μου, άρα σβήνω στο παπούτσι μου το τσιγάρο, αναστενάζω και συνεχίζω το πενθηματικό περπάτημα…
Η κατηφοριά ηλεκτρισμένη απ’ την αμφιλαφή νύκτα, με τις φυλλωσιές του συσκοτισμένου ουρανού να χύνονται απάνω στη γλώσσα της τσουρουφλίζοντας την άτριχη επιφάνεια της, μου προκαλούν μιαν ανίατη δυσθυμία, μα η στοιχειώδης λάμψη των λαμπάδων σαν κεντρομόλο αντίβαρο στη βαρύθυμη σκοτεινιά του ανεωγότος ουρανού, επέτειναν το κλίμα της αμφιχρωμίας, σε ένα μικρομέγαλο κολοφώνα νυχτερινού tango, λίγο μαύρο μπροστά, λίγο χρώμα πίσω, και οι ψαλμοί – οι σκανδαλωδώς παράφωνοι – διαλύουν την υστερία του κόσμου, στηλιτεύοντας θαρρώ την ψευτο-πίστη τους. Έχω όλο το κείμενο μέσα μου… Η Ελληνιστική χαριεντίζεται με τα ομηρικά έπη που τελευταία προσπαθώ να αποστηθίζω, και η ιστορική ασυμφωνία μέσα μου μουγκρίζει σαν τερατογεννημένος εφιάλτης.
Και μόλο που χρόνια έχω να γράψω στίχο, «άθλιος ποιητής είσαι – αλλά καλός πεζογράφος» μου είπαν διάφοροι αξιόλογοι άνθρωποι, δεν μπορώ παρά να σκεφτώ μια εσχάτη ρίμα:
ερώντες νυκτός χρυσαφιάς
αναλύουμε το αμήν.
Μ. Σάββατο
Δεν μου παραστέκει ουδεμία διδαχή. Βρίθω από λιπαρές δοξασίες, από μισερά πλάσματα ψευδεπίγραφης ύλης, που δηλούν αενάως μόνον ψεύδη και αυθυποβολές. Το στέαρ το δυσοίωνο ετούτο σταλάζει απ’ τα αυτιά μου, που απ’ το πρωί ακούνε Bach, στη διαπασών, προς ενόχληση γειτόνων και συγγενών. Καπνίζω σαν αράπης απ’ τις εφτά το πρωί, μα το Θεό, νιώθω το δέρμα μου το μεσογειακό να νεγρίζει, μπολιάζοντας τον οργανισμό μου με καφεΐνη, έτσι που αυτές τις γιορτές μετανιώνω για ό τι διάβασα, για ό τι έγραψα, αφού όλα ήσαν άθλια και ίσως γι’ αυτό δεν τα εκδίδει ούτε ο πιο σαλταρισμένος και αυτοκαταστροφικός εκδότης. Βρίσκομαι στην ολοκλήρωση του έβδομου μου μυθιστορήματος, – θαρρώ πως είναι απ’ τα καλλίτερα μου γραφτά, γεμάτο πάθος, στιλ και μιζέρια – σχετικά σύντομο, και γράφω αυτό το διήγημα σαν διάλειμμα. Ομολογώ πως δεν θα το διαβάσει κανείς, αλλά έχω πιο σοβαρά να ασχοληθώ, απ’ το ποιος θα διαβάσει τι γραμμένο απ’ το βλοσυρό χέρι μου. Σήμερα κάνει μέρα καλή, και η κυανίλα με παραπέμπει ευθύς αμέσως σε καταραμένο ποίημα του Trakl. Είδα στον ανήσυχο ύπνο μου τον Ρωμανό τον Μελωδό, να απαγγέλλει τα ποιητικά του. Είδα στον ανήσυχο ύπνο μου την σύντροφο μου γυμνή να πασαλείβεται με λάδι ρίγανης. Είδα διάφορα, όλα αξιοσημείωτα. Μα σιγά σιγά τα απολησμονάω, και εγκιβωτίζομαι στο μηδέν της λήθης. Η αγάπη ουδέποτε πίπτει, κλπ. Αυτό το θυμάμαι. «Για σκεφτείτε ο Προμηθέας στο βουνό, να έπασχε από κίρρωση του ήπατος…». Μείζων δε τούτων η αγάπη. Ο Παύλος, που τόσο σιχαίνομαι για την πολιτική του προπαγάνδα και την εν γένει ανεντιμότητα του, αφού θεσμοποιός ήτανε, και ουχί άγιος, έχει γράψει τόσο σπουδαίες αράδες σε αυτές τις επιστολές, που νιώθω ότι αρκετές είναι – άμα τραγουδιστά τις ουρλιάσεις – για να ξορκίσουν κάθε διάολο, είτε αυτός λέγεται Ισραήλ, είτε Αμερική, είτε σχιζοφρένεια. Βέβαια, και εγώ παρανοϊκός είμαι… σας είχα πει τότε που νόμιζα ότι με ακολουθούσαν δολοφόνοι στο δρόμο για να σκοτώσουν εμένα και την οικογένεια μου; – εντάξει, δέκα mg αντιψυχωσικού, και ισιώνεις εντελώς. Ουδέν πρόβλημα. Είναι και η μουσική… η μείζων αρχή, η μόνη αρχή που ο αναρχικός αποδέχεται. Αφού αρχή είναι, εφόσον ίσταται σαν τελευταία αλήθεια. Ακριβώς γιατί κατακρεουργεί τη λήθη, εξού και το στερητικό άλφα, βιάζει το «αχ, ξέχασα!», και γονιμοποιεί βιαίως το αφυπνισμένο πνεύμα. Στο μετρό τις προάλλες ένας χεσμένος άστεγος μου ζήτησε ένα μαντήλι. Του έδωσα καθαρό, και μάλλον αν θυμάμαι καλά τον πήρα αγκαλιά. Η σκατίλα ήτανε ανεπανάληπτη. Όλοι είχανε φρίξει, μα εγώ το απήλαυσα. Η ρώμη της αγκάλης μετουσίωνε την μυρουδιά του σκατός σε μύρο. Τοῖς σκατέσι… μην εκπλήσσεσθε, είναι εκ του αρχαιοελληνικού «σκῶρ», με περισπωμένη – στο ίδιο λοιπόν βαγόνι, ήτανε το τελευταίο δρομολόγιο, από Ελληνικό σε Ανθούπολη, εγώ θα περπάταγα σπίτι μου από Ευαγγελισμό, νομίζω ένα ζευγαράκι πηδιόταν ήσυχα ήσυχα. Εκείνη πάνω του, εκείνος ασθμαίνοντας. Μα το θεό, η κοπέλα είχε λυσσάξει απάνω του, δεν κρυβόταν το πάθος της. Εκείνος ήτανε παντελώς παραδομένος, σαν σκυλί στον αφέντη. Μου’ ρθε να κάνω εμετό, αλλά θα έλεγα ψέματα ότι δεν ήτανε κάτι το τερπνό να βλέπεις ένα τόσο απονενοημένο γαμήσι μέσα στην μοναξιά του αδειανού βαγονιού. Σαφώς είναι ωραιότατο να κάνεις σεξ σε δημόσιους χώρους, τι πιο πρίμιτιβ; – η πιο ουσιώδης εξέγερση. Το έχω κάνει δυο-τρεις, και θα το ξαναέκανα. Τελευταία φορά, νύκτα χειμώνα, σε μια παραλία… δαχτύλωνα την κοπέλα μου, και εκείνη με έτρωγε, μέχρι που ήρθε μια παρέα νεαρών και μας χάλασε τη φάση. Εκείνη, τάχατις για να μη μας πάρουν χαμπάρι, σάμπως χαζοί ήσαν, έκανε πως έκλαιγε για την –και καλά, επαναλαμβάνω– διασωληνωμένη μητέρα της στο Τζάνειο… τέτοιες φρικώδεις καταστάσεις. Η ερμηνεία της ήτανε εκπληκτική. Πραγματικά, σκέφτηκα αν ποτές κατορθώσω ταινία να φτιάξω, εκείνη θα παίξει κάθε γυναικείο ρόλο. Δεν γίνεται αλλιώτικά, το ομολογώ. Το σουρεάλ στοιχείο ακόμα το θυμάμαι, και μπήγω κατά μόνας τα γέλια, εντελώς αλλοπαρμένα στην γλυκιά τους ύβρι. Βέβαια, είχε την πλάκα του. Ο βοριάς τσουρούφλιζε την πόσθη μου, που η γλώσσα της αναθέρμανε σοφά, με μια μητρική αίσθηση απόλυτης αυταπάρνησης.
Αλλά νυν εποχή νηστείας.
Νηστεύοντας και νηστεύοντας…
Ο Μπαμπασάκης, που μισονήστευε, κάτι μου είχε πει για μερικούς μοναχούς που είχανε παραλλάξει ελαφρώς την νηστεία, πρώτα μελετώντας το θέμα με την πρέπουσα θεολογική εντρύφηση, ώστε να επιτρέπονται (και να δικαιολογούνται μυστικά) κάποιες ατασθαλίες… το σεξ δεν νομίζω να ήτανε μέσα σε αυτές, χα! – αλλά ίσως ούτε το τσιγάρο… το ποτό; – ε, και καπνίζαμε και πίναμε! καλλίτεροι είναι όλοι αυτοί οι ψευτοχριστιανίζοντες;
Έτσι, το λοιπόν, είχα νομίσει ότι αυτό που μου είπε ήτανε αναληθές, αλλά το αναζήτησα, και είχε, όπως πάντα, δίκιο.
Τότε, στη Μυρτιά Κυψέλης, ήτανε ένα πραγματικά χαρμόσυνο δείλι, περιλουσμένο με τσίπουρο, φαγητό μαγειρευτό, γέλια, κουβέντες αρίφνητες περί παντός επιστητού… είχα αισθανθεί ζώντας∙ ουδεμία μεταμέλεια για τους καλλιτέχνες στη ζωή μου, μαζί, σύντροφοι, ανοίγουμε το στήθος μας εμπρός στην χρονίλα, και επιβάλλουμε διάρκεια. Το φευγαλέο της κουβέντας είναι ατέλειωτο, αιωνιότης τόσο ανατριχιαστικά πρόσφατη, τόσο χαρισματικά επίκαιρη… Το βασίλειο του θανάτου θα κατανικηθεί…
Γιατί αναλύουμε το αμήν. Πως; ε – δε ξέρω… Και τέλος πάντων, στον πέμπτο καφέ, Μ. Σάββατο πρωία, σκέτος, ούτε κρέμα ούτε κόκκος ζάχαρης, καστανής ή λευκής, ανοίγω έναν διάλογο του Πλάτωνα, και ξεσκονίζω τα αρχαία μου. Ο Φαίδρος έτυχε να είναι. Κάνω σύνταξη, σημειώνω τις αγαπημένες μου λέξεις, ακούω τον Φαίδρο να απαγγέλλει τον λόγο του Λυσίου, και κάπως καταχαίρομαι με την λογοτεχνική στυγνότητα και την δαιμονιακή εφευρετικότητα του Πλάτωνος. Ρε μπαγάσα, λέω, τους ξεγέλασες άπαντες. Ακόμα και τον ίδιον τον Σωκράτη. Ω, Σώκρατες!
Σε μισή ωρίτσα έχω διαβάσει όλο το βιβλίο. Αν αφήσεις στην άκρη το μεταφρασμένο τμήμα, και διαβάσεις μόνον απ’ το αρχαίο, δεν υπερβαίνει τις εξήντα σελίδες. Σιγά, να πούμε. Μπλα μπλα μπλα. Πλατωνικές οιήσεις. Πάντοτε αισθανόμουν βαθυτάτη αμφιθυμία για τον Πλάτωνα. Ήμουν διακαώς με τους σοφιστές, ως οργανική συνέχεια της Προσωκρατικής σκέψης. Αλλά τον σεβόμουν. Εδώ ο Νίτσε τον σεβόταν, και όχι απλά τον σεβόταν – τον αγαπούσε! Πλάτωνα ἐρῶ.
Ένας αχταρμάς από εντυπώσεις, με μνήμες σύμμεικτες, τυραννάν την σκέψη μου… οι πιο ειδεχθείς εμμένουν σαν στίγματα ανεξίτηλα στο συνειδέναι μου, και δεν μου δίδουν λεπτό ηρεμίας. Μια φίλη μου, φερ’ ειπείν, ανήμερα Μ. Σαββάτου, πριν χρόνια θαρρώ, την βίασαν στο Πεδίον του Άρεως, μέρα-μεσημέρι. Δυο μέρες ήμασταν μαζί απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ και απ’ το βράδυ μέχρι το πρωί, τρέχοντας στις εξετάσεις της στα νοσοκομεία, δεν κόλλησε κανένα νόσημα ευτυχώς, αλλά όλη μέρα έκλαιγε στον ώμο μου – με έναν φίλο μου, είπαμε να πάμε να βρούμε αυτό το τύπο, σαραντάρης Έλληνας, και να το σκοτώσουμε∙ η ιδέα όπως ήρθε έφυγε. Δεν ήμασταν άνθρωποι της βίας… πήρε το χάπι της επόμενης ημέρας, κλαίγοντας. Για έναν χρόνο έβλεπα εφιάλτες. Είχα θεωρήσει ότι θα αποτρελαθώ, μα το λογικό απάντεξε. Εκπληκτικό πράμα του νοός η αυτοπροστασία!
Άλλη μια θύμηση: ένας άστεγος στη Πλατεία Νερού να παθαίνει τρομώδες παραλήρημα, να φωνασκεί έρμαιο παραισθήσεων διάτορων και τρόμου ανείπωτου, και πάνω από αυτό να τρώει και ξύλο από μιαν αρμαθιά γερόντους, που θεωρούσαν ότι τα φερσίματα του φτωχοδιάβολου πρόσβαλαν την δημόσια αιδώ, παιδικής χαράς ένεκεν σε απόσταση εκατό μέτρων απ’ την πλατεία.
Καθόμουν και κοιτούσα το καταχθόνιο θέαμα, καπνίζοντας αδιαλείπτως – άδειος… τέλος πάντων, πήρα στον κακομοίρη μια φτηνόμπυρα, νά του φύγει του ανθρώπου η στέρηση. Αυτό, του το χρωστούσα. Η μύτη του αιμορραγούσε. Τα χείλια του σκασμένα. Αφού ήτανε ξυλοκοπημένος! Του άλλαξαν τα φώτα, του κακομοίρη! Του είπα να πάει στα επείγοντα σαν σταμάτησε να τρέμει. «Α γαμήσου».
«Εντάξει.»
Έφυγα…
Το μεσημέρι φεύγει με μια ασθματική υπερβολή αναγνώσεως. Μάτια πρησμένα απ’ τις αλλεπάλληλες αϋπνίες. Πουλί δυσλειτουργικό. Ουδεμία λυσιτέλεια στη στύση.
Χέρια κιτρινισμένα απ’ το άφιλτρο. Λύσατε τὸν ναὸν τοῦτον. «Σε τρεις μέρες, θα τον ξανακτίσω». Ω, Ιωάννη – δεν ξέρεις σε τι Βαβυλώνα ζούμε;
Είμαι καταβυθισμένος προ ώρας σε ασκόνταφτη μελαγχολία. Κάπου την τσίμπησα τη λέξη, εν πάση περιπτώσει όχι σε λεξικό… Σε σκέφτομαι, της ψιθυρίζω, μάλλον λογίζομαι τις δυσκολίες σου, και δια της βίας απέχω απ’ την κατάχρηση: ω! καφέ, νικοτίνης, αιθανόλης! Απ’ όλα έχει ο μπαξές!
Αυτοσχεδιασμοί λεκτικών συνόλων εκρήγνυνται περίοπτα εντός μου, ανάμεικτοι με βάναυσα κρίματα και μη συγγνωστά λάθη, τέτοια ζημία αισθάνομαι, λέω, σου έχω προκαλέσει, ώστε ακόμα και η πιο λυσιμελής, μεταρσιωτική πρόταση δεν δύναται να με απαλλάξει απ’ το αβυθομέτρητο βάθος της οντικής ενοχής μου, αλλά, καλή μου, είναι και η άλλη μεριά των πραγμάτων, εδώ θέλει italics, εφόσον δυο άνθρωποι αγαπιούνται, δεν λύνονται όλα;
Του Πάσχατος η μελαγχολία και αυτή σωριάζεται μέσα μου σαν αγρίμι προσδεμένο σε αλλόκοσμη μοίρα, μοίρα με την οποίαν αναμετρώμαι σε προοντολογικό επίπεδο, μοίρα που έρχεσαι εσύ, με τη δική σου λύπη, να συμπληρώσεις, νόμισα χαρούμενη θα σε έκανα, έτσι μου λες, αλλοτινή η κατάσταση εμπρός μου, η βιωματική σου φρίκη έρχεται να σείσει την αφέλεια μου και καταχωνιάζομαι σε καθεστώς ανηδονίας, αν όχι ανηδονίας, τότε σιγούρως αλυσιτέλειας, κουτουλώντας σε τοίχους, έτσι που – σήμερα έστω – η αδυναμία μου να αισθανθώ οτιδήποτε ευάρεστο, με καθιστά εμένα τον ίδιον λαβύρινθο ζώντα, και ο τοίχος που κουτουλώ είναι ο εαυτός μου.
Αααααααχ. Ούτε ο αναστεναγμός μου παραστέκει. Σου λέγω: υποφέρεις, άρα και εγώ υποφέρω. Καίπερ νόμισα αλλιώτικο το κόσμο μας, αυτός είναι, μου αρκεί, αλλά το σελάγισμα της αγωνίας εντός μας με καθιστά μαριονέτα του τίποτα. Αααααχ. Α χα! Και εσύ, και εσύ, γλυκιά μου, αναστενάζεις! Μισώ εμένα, μισώ την δική μου αυταπέχθεια, τείνομαι σε πυργώσεις αυτολύπησης, δειλίας και ολολυγμού. Ελπίζω να το κατανοείς αυτό. Αν μπήκες για λίγο στη θέσι μου, ακούγοντας τις σκέψεις μου, που τώρα μεταγράφω σε χαρτί, αύριο σε παντρεύομαι. Φρικτό το να είσαι εγώ. Ουδέν φρικτότερο. Ουδέν ιλαρότερο.
Λοιπόν, σαν βράδιασε, απ’ το πρωί καλοφαγωμένος, ενάντια στο έθιμο, βολτάρω στο μεγάλο δημοτικό άλσος, και μαζεύω τα πρώτα λουλούδια του έαρος. Φρικτά τα βρίσκω. Το στομάχι μου πονάει απ’ την υπερφαγία. Σκέπτομαι ότι – νομοτελειακά – θα με αφήσεις, και ακόμα και η πιο χαρμόσυνη αμυγδαλιά απεικάζεται μέσα μου σαν κολάσεως μίασμα. Περιμένω της αναστασέως αρχήν. Κάθομαι σε παγκάκια και πίνω μπύρες. Μιλάω με τον Ιάκωβο στο τηλέφωνο. «Καλά, σουρωμένος θα σκάσεις στην ανάσταση;»
«Δεν έχει να κάνει με την ανάσταση. Εννοώ, δεν είναι προβοκάτσια.»
«Αλλά; Με τι έχει να κάνει;».
Κλείνω το τηλέφωνο. Ακούω τα παιδιά να παίζουν και όσο σιμώνει η τελετή τόσο να κατασιγάζονται οι φωνές τους, σιγά σιγά δεν ακούς παρά τον άνεμο, τον δρόμο και την σκέψη. Συγνώμη, επαναλαμβάνω πολλάκις μέσα μου, απέναντι στο κόσμο τον ίδιο. Ζητώ άφεση ακόμα και για την γέννηση μου. Όλα λάθος εκτιμώ τα έκανα. Αυτός που είμαι τώρα δεν είναι εκείνο για το οποίο ήμουν πεπλασμένος. Γνωρίζοντας το ετούτο, οδύρομαι ανεπανάληπτα. Είναι σαν το εαρινό παρακάλι του Καρούζου στο απορριμματοφόρο, να τον μαζέψουνε και εκείνον, ομού με τα σκουπίδια…
Στήνομαι από τις έντεκα το βράδυ έξω απ’ την εκκλησία. Τα νέφη μαβιά συνάζονται υπέρ τα κεφάλια εμού και των άλλων λιγοστών στεκάμενων σαν δαγκάνα βαθιάς τιμωρίας. Γραααααααααπ. Θέλω να ουρλιάσω. Δεν ουρλιάζω. Θέλω να ουρλιάσω. Τίποτα τίποτα. Αυτό αντηχεί μέσα μου, μέρες, μήνες τώρα. Τίποτα. Τίποτα. Τίποτα και τίποτα. Θέλω να κάψω την εκκλησία. Να τους σκοτώσω όλους εδώ πέρα, κανείς δεν μου προξενεί συγκίνηση. Λυπάμαι, για το ποιος είμαι. Λυπάμαι, καλή μου, μάλα λυπάμαι. Πεθαίνω, δεν το βλέπεις; Ε, όχι απόψε, ούτε σύντομα – αλλά πεθαίνω, αυτό μεινίσκει. Έχεις να μου δώσεις μια νοερή αγκάλη; Μου δίνεις ένα φιλί, εξ αποστάσεως; Φρίκη γεμάτος αναπολώ την αρχή μας, την προϊστορία μας, και κλείνομαι στο σκοτάδι σαν πουλί στο κλουβί του. Εδώ νιώθω λευτεριά.
Καπνίζω, τούμπαλιν. Γιατί όχι; Τι να κάνουμε, δηλαδή; Οι άνθρωποι έχουνε ανάγκες. Όλοι το γνωρίζουν. Α’ γαμηθείτε όσοι με κοιτάτε καχύποπτα. Σίγα, που προβοκάρω. Δεν υποτιμώ την ιερή ημέρα, μα βδελύσσομαι, δικαίωμα μου; Όχι; - όχι… το ξέρω, δεν είναι δικό μου δικαίωμα ετούτο…
Ας ήμουν άλλος… ας ήμουν άλλος, και… εντάξει, να αγαπάμε όσα έχουμε. Και οσάκις τα έχουμε δικά μας. Τα δικά, να τα αγαπάμε…
Λαθεμένα πίστεψα σ’ ευμάρεια. Σε ιστορείν ή ανατρέπειν, σε επιρρωνύειν ή διαψεύδειν – απέτυχα. Διό, είμαι. Καλό δεν ακούγεται αυτό; - αχ, μα άπαντα γυρίζουν, δεν παύει του χρόνου το γύρισμα, και στο χρονογύρισμα ετούτο, ανείπωτα ασαφής, ελλοχεύω κάτω απ’ την ξάστερη αναλγησία του Θεού, σαν μικρό στάρι που μασουλάει μεγάλο γαϊδούρι. Νύκτα είναι και, ως κάθε νύκτα, έξω είμαι, εγώ και ο βοριάς και η εκκλησιά και το μηδέν. Κάθομαι αντίκρυ απ’ το ναό, ο πρόναος ο ίδιος φωσιγενής μες το σκοτάδι σαν δόντι μάγισσας στο άλσος, περιμένω να μαζωχτεί το ανθρωπομάνι.
Από εδώ γυναίκες γερασμένες, εκεί γέροντες με μαλλιά ψαρά – κυμαίνομαι αναμεσίς στα άκρα, πάντοτε κατ’ επιλογήν.
Η ώρα δώδεκα σημαίνεται, ο χρόνος κουνάει το ραβδάκι του, βρίσκω το πατέρα μου. «Βγάλε τη τραγιάσκα.»
«Γιατί;»
«Για λόγους ευσέβειας. ‘Ασκεπής να είσαι ενώπιον Του’.»
«Έχεις δίκιο. Δεν το σκέφτηκα.»
Την βγάζω και τη καταχωνιάζω στη τσέπη του τζάκετ μου. «Η μόνη αναρχία, γιε μου, είναι αυτή που φέρει το Άγιον Φως, από λαμπάδα σε λαμπάδα. Η απόλυτη ομόνοια. Μουτουαλισμός, στη πράξη – αλλά για το πνεύμα…»
«Τι άλλα;»
«Εσύ να μου πεις.»
«Αχ, μπαμπά – βαρέθηκα να είμαι…»
«Γλυκό αυτό που λες, αλλά όχι αληθές. Αυτά τα έχει η νιότη.»
Ο παλαιότερος παγανισμός του πατέρα μου, μετά την αναρχική, ακροαριστερή μετάλλαξη, έγινε κάτι που προσιδιάζει στο μυστικισμό. Συχνά μιλάει για τον ησυχασμό, για τον Παλαμά, για τον έναν και τον άλλον. Κάτι που σέβομαι βαθιά. Με σμίλεψε αυτή η ιδιότυπη αντίσταση. Εξεγερθείτε. Ο κόσμος μαζώνεται. Κορίτσια καλοντυμένα, αγόρια καλοντυμένα, γέροι με τα καροτσάκια τους, ανάπηροι – μέχρι και συμμορίτες, όχι με τα καλά τους βέβαια, αλλά με την λαμπάδα ανά χείρας, έτοιμοι να εισδεχτούν την άμωμη ευλογία. Αυτούς τους συμμορίτες τους ξέρω, γνωστές μούρες, σπρώχνουν μαύρο και κόκα από εδώ μέχρι το Νεκροταφείο, πάνω. Τώρα, έχουνε τα δυναμιτάκια στη τσέπη, τις στράκα στρούκες, και ό τι άλλο, τα οποία αντικείμενα, θνησιγενή τη κατασκευαστική φύσει των, ως κάθε χρόνο, θα ανάψουν με το άγιο της λαμπάδος φως, και θα ρίψουν μακριά στο γρασίδι, και εν μέσω των απανωτών, βάρβαρων μπααααααμ εκείνοι θα τραβάνε βίντεο με το κινητό τους, που ο εις θα στέλλει στον έτερον και που έπειτα θα κοσμήσουν, κακήν κακώς, το Instagram, ή δεν ξέρω και’ γω τι…
Το φως αρχίζει να μεταφέρεται από λαμπάδα σε λαμπάδα. Βρίσκω τον Ιάκωβο και το πατέρα του. Έβαλε δόντια, ο γέρων. Μετά από δεκαετίες, μιλάει άνευ ψευδισμού. Παίρνω φως, το κοιτώ, σαν ο σακάτης τον αρτιμελή. Το περιφυλάω ζωντανό με το καταφύγιο των χουφτών μου, όποτε εκείνο τρεμουλιάζει, το ίδιο κάμει και η ψυχή μου η ασύδοτη. Μιλάω λίγο με τον κυρ Θανάση, τον πατέρα του Ιακώβου. Μου λέει για τη δουλειά. Οικοδόμος. Ο Ιάκωβος ανάβει το τσιγάρο του απ’ το φως της λαμπάδας μου. «Άγιον σιγαρέτο» λέει σκωπτικά. «Αγαλλιάζεσθε» συνεχίζει. «Μεθυσμένος είσαι;».
«Στουπί, ρε φίλε.»
Υπομειδιώ. «Είσαι φίλος μου, θα ήθελα να βγαίνουμε συχνότερα.
«Ναι» του λέω, «συμφωνώ ακράδαντα, μου είχες λείψει.»
«Ο μαλάκας ο ξάδερφος μου έχει μπλέξει με τους σκατόπουστες. Δεν του βάζει κανείς μυαλό.»
Πάλι στο νου μου μνημονεύονται στίχοι του Καρούζου, του Σαραντάρη, και, τελικώς, οι ίδιες οι αράδες του Παύλου με σβερκώνουν βάναυσα και με στήνουν εμπρός απ’ την μεγαλειώδη του θανάτου καρμανιόλα, αχ – θέλω να κλάψω, δε κλαίω.
Να κλάψω, ναι, μα δεν κλαίω…
Γρήγορα πισωγυρίζω, και φτάνω αλαφιασμένος στην έξοδο του πάρκου. Ένα μικρό καθυστερημένο κοριτσάκι μασουλάει τη λαμπάδα του. Ρεύεται. Με κοιτάει και του τρέχουνε τα σάλια.
Όχι, δεν κλαίω.
Δεν κλαίω. Βρίζω.