Τι μπορεί αν συμβεί σ’ ένα κλειστό μπιτσόμπαρο


Απρίλιος, έλεγε το ημερολόγιο, αλλά ο βοριάς τον διέψευδε για πλάκα, κι ας είχε ο ουρανός πάνω από το κλειστό μπιτσόμπαρο το χρώμα του τζιν που πλύθηκε χιλιάδες φορές. Οι ξαπλώστρες, στοιβαγμένες η μία πάνω στην άλλη, έτριζαν κάθε φορά που άλλαζε ο άνεμος, προσπαθώντας να βολέψουν το βάρος τους και κάτι ομπρέλες, κλειστές και δεμένες με σπάγκο υπόσχονταν να κρατήσουν μέσα τους όλα τα μυστικά.
Η Γυναίκα καθόταν στην άμμο, ακριβώς δίπλα στην κόκκινη βάρκα του Σταύρου, για να κόβει ο αέρας, σφίγγοντας έναν καφέ που είχε χάσει τη θερμοκρασία του. Αγνάντευε ένα πλοίο που είχε βουλιάξει πριν από χρόνια. Δεν την ένοιαζε. Μια χαρά μπαρκάριζε μαζί του, έκανε βόλτες στα σκουριασμένα καταστρώματα και λιαζόταν στην πλώρη, παρέα με τους πνιγμένους ― μ’ αυτούς συνεννοούνταν καλύτερα. Εκεί που κοίταζε το κύμα ένας ήχος έσκισε τον αέρα∙ ένα κομμάτι χαρτί, χοντρό, που τιναζόταν σαν ψάρι έξω από το νερό, προσγειώθηκε μ’ έναν ξερό ήχο στην άμμο. Μύριζε προσδοκία και ιδρωμένες λέξεις ματαιωμένης επιθυμίας.
Στην αρχή δεν το πλησίασε. Αν διάβαζε έστω και μια συλλαβή, η μοναξιά της θα αποκτούσε ονοματεπώνυμο, ΑΦΜ και διεύθυνση κατοικίας. Κι όταν η μοναξιά αποκτά όνομα, γίνεται ασήκωτη∙ σα να κουβαλάς πέτρες στις τσέπες και θες να κολυμπήσεις. «Πάλι τα ίδια;» ψιθύρισε η κόκκινη βάρκα από πίσω και τα ξύλα της έτριξαν με παράπονο. (Σ’ αυτήν την παραλία, οι βάρκες μιλάνε, όταν οι άνθρωποι σωπαίνουν τόσο πολύ, που η σιωπή τους γίνεται απειλή). «Αδιάβαστο θα πάει», απάντησε η Γυναίκα, χωρίς να κουνήσει τα χείλη και η σκέψη της χτύπησε τα τοιχώματα της βάρκας.
Το χαρτί τότε άρχισε να ξεψυχά. Το μελάνι, αίμα από παλιά πληγή, γλίστρησε στην άμμο, και σχημάτισε μικρές, πνιγμένες λίμνες: «...δεν αντέχω χωρίς εσένα στο κρεβάτι.....». Και τότε κάτι τρομακτικό συνέβη στο σώμα της. Το χρώμα άρχισε να φεύγει από τους καρπούς της, οι φλέβες της έγιναν αχνές, το δέρμα της άφησε το φως να περάσει από μέσα. Έγινε διάφανη από ακύρωση. Ένας γλάρος, με μάτι θολό και πεινασμένο, κατέβηκε χαμηλά. Τσίμπησε τη λέξη «εσένα», την κατάπιε κι άρχισε να τραγουδάει με ανθρώπινη φωνή παλιά μπαλάντα, από εκείνες που ακούς στα καφενεία και σου ΄ρχεται να σπάσεις το ποτήρι.
Δεν κουνήθηκε. Η άρνησή της ήταν το μόνο πράγμα που της είχε απομείνει. Αλλά η γεωμετρία της άμμου είχε αλλάξει∙ το σημείωμα, αν και νεκρό, είχε ανοίξει ένα κενό που καμία σιωπή δεν μπορούσε να γεμίσει. «Αν δεν γυρίσεις στο κρεβάτι, δεν υπάρχει κρεβάτι», είπε η βάρκα. Οι λέξεις της Γυναίκας δεν ειπώθηκαν∙ πνίγηκαν στο λαιμό της την ώρα που έδυε ο ήλιος. Τώρα πια, δεν είχε που να πάει.

Αλλά είχε, ποτέ;
(Αν πας εκεί, μπορεί το ψυγείο ―που είναι εκτός πρίζας μήνες τώρα― να σου τα πει όλα. Αυτό δεν κρατάει μυστικά).

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: