Ο ελέφαντας της θλίψης
Τον Σεπτέμβριο του 1916
της κάρφωσαν περιπαιχτικά
ένα χιλιόχρονο καρφί
Ενστικτωδώς,
έκανε το μόνο που ήξερε αυτή
―να είναι ο εαυτός της
Οι προπατορικοί
την καταδίκασαν ευθύς δια βοής
Σε μπράτσο γιγάντιου, σιδερένιου γερανού
θανατώθηκε δι' απαγχονισμού
και άφησε την τελευταία της πνοή
ένα απόγευμα στο Τενεσί
Γιγάντια, γλυπτή, μεταίωρη οδύνη*
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού
ο Evaristo De Chirico, μηχανικός,
σχεδίαζε μανιωδώς
ράγες για τρένα, τσιμινιέρες,
μπράτσα σιδερένιου γερανού
και στοίχειωνε τα όνειρα του αγοριού
χρόνια μετά την ώρα του θανάτου
«Μάταια παλεύω με τον άνδρα
που έχει τη ματιά λοξή και πολύ γλυκιά.
Τα μπράτσα του έχουν μια δύναμη ανήκουστη
σαν αυτούς τους γιγαντιαίους γερανούς,
βαριούς σαν τα στήθη προκατακλυσμιαίων θηλαστικών»**
Βραδυκίνητη, ογκώδης και συνθλιπτική
η θλίψη ήταν πάντοτε εκεί.
Ο Giorgio, για να την περιορίσει, αναγκάστηκε
αυτήν και τον πατέρα του
σε κάδρα να τους κλείσει
Άδειες πλατείες,
έρημοι δρόμοι σε όλο τους το βάθος,
και οι σκιές να πέφτουν λάθος,
λες και ορίζονταν από το βλέμμα άλλου
που μέσα στον πίνακα εκατοικούσε
και με τα μάτια λοξοκοιτούσε
__________
*Ελεύθερη απόδοση του στίχου: The mammoth, lumbering statuary of sorrow από το ποίημα Περσέας - Ο θρίαμβος του πνεύματος πάνω στην οδύνη της Sylvia Plath.
**Απόσπασμα από το Όνειρο (Rêve) του Giorgio de Chirico ( περ. La Révolution surréaliste τχ. 1, 15.12. 1924)
Το βλέμμα του πατέρα
Τα άκρα
κρέμονται παραδομένα
με το κεφάλι,
λίγο στο πλάι
Μάτια κλειστά,
ασπίδα στο ανθρώπινο σκοτάδι
που πολιόρκησε ―κι όμως δεν άλωσε―
το εσωτερικό
Επάνω ―άκρα ησυχία―
ακούγεται μόνο
του ανέμου βουητό
Σαν έφτασε η ώρα,
ξεπνόησε
και κόπασε κι αυτό
Pietà συμπυκνωμένης θλίψης
Μαρία κλίμακα
ουράνια σκεπή
Βήμα που γαληνεύει
αυτός, αυτή
― εσύ