Κόμνα Τράκα ― Αστικές Ιστορίες


________
Βλ. και Χάρτης#85 & Χάρτης#89
___________


Μαχαίρι

Στο κουδούνι, ονόματα σβησμένα και πάνω τους ένα χαρτάκι κολλημένο στραβά. Στον τοίχο, ξεφτισμένη μπογιά, μια σκιά απ’ όπου κάποτε κρεμόταν κορνίζα με κανονισμό οικοδομής. Στο πλατύσκαλο, δυο γλάστρες που προσποιούνταν ζωή. Το δυάρι στον πρώτο όροφο έβλεπε φωταγωγό και το ανέβαιναν συνήθως με τα πόδια.
Έξω. Στην πόρτα πάντα: ένα ζευγάρι αθλητικά, δεμένα μεταξύ τους με τα κορδόνια, κι ένα σπαστό ποδήλατο που έγερνε στον τοίχο σαν κουρασμένος γέρος. Ένα κράνος κρεμασμένο από το τιμόνι, να στάζει τις βροχές ή τις ζέστες. Στην κλειδαρότρυπα, σκόνη. Στο ματάκι της πόρτας, μια τρύπα. Από τις ζωές των άλλων. Εκείνοι είχαν τη δική τους.
Μέσα. Σαλόνι που ήταν και υπνοδωμάτιο, μια κουζίνα στενή με πάγκο στραπατσαρισμένο, μπάνιο με κουρτίνα θαλασσιά με κοχύλια που μύριζε χλώριο. Στον τοίχο καθρέφτης με ταινία κολλητική στην άκρη για να μη πέσει και γίνει θρύψαλα.
Πολλά βιβλία, ένα αρμόνιο. Και δύο tablet που τις νύχτες έμεναν ανοιχτά, σαν επιτραπέζια φωτιστικά με άποψη.
Εκείνη ξυπνούσε νωρίς. Έδενε τα μαλλιά της σφιχτά, όπως δένεις επιπόλαια κάτι για να μην λυθεί. Έφευγε πρώτη. Η πόρτα έκλεινε και άφηνε πίσω της μια γραμμή από άρωμα, νύστα, και την αναίδεια του έρωτα.
Εκείνος ξυπνούσε μετά. Καθόταν μπροστά στο πιάνο, με τα ακουστικά να του κρύβουν τα αυτιά σαν να ήθελε να αποκοπεί από ό,τι είχε ήχο. Τα δάχτυλά του άφηναν μικρά σημάδια στα πλήκτρα. Δοκίμαζε τις νότες, τις χτυπούσε άλλοτε απαλά άλλοτε δυνατά σαν κλειστές πόρτες. Με την εμμονή του έρωτα.
Τα βράδια γύριζαν μαζί. Το δωμάτιο ζεσταινόταν ή δρόσιζε από τις ανάσες τους, ανάλογα τον καιρό.
Εκείνο το βράδυ ήρθε με την άνοιξη της πόλης που αφήνεται στα ψυχολογικά της. Στο τραπέζι, ένα ποτήρι, μια δαγκωμένη φέτα ψωμί, ένα μαχαίρι με ψίχουλα. Στον καναπέ η λακκούβα από τα σώματά τους. Σαν να είναι πάντα πάνω του.
Έμεινε ξυπόλητη και μικροκαμωμένη. Φορούσε ένα λευκό φόρεμα, κολλημένο στο σώμα από το τέντωμα της έντασης. Τα μαλλιά της στο σβέρκο, ο σφυγμός της στον λαιμό να ανεβοκατεβαίνει.
Ο φούρνος απέναντι έκλεινε ρολά. Στον διάδρομο μια πόρτα τραβήχτηκε με αγένεια. Κάποιος κατέβηκε δυο σκαλιά και ξαναγύρισε.
Άρπαξε το μαχαίρι από το τραπέζι. Το κράτησε σαν κάτι που ήξερε. Εκείνος έκανε ένα βήμα. Έφτασε κοντά της. Το μαχαίρι δεν κουνήθηκε. Το βλέμμα της ήταν σταθερό, αρκετά πιο χαμηλά από τα μάτια του, εκεί που τελειώνει εκείνος και αρχίζει ο χώρος.
Το χαρτί πάνω στο τραπέζι. Γραμμές, σβησίματα, κάτι που έμοιαζε με γράμμα ή με διάλογο.
Εκείνη μίλησε πρώτη.

―Δε βαριέσαι καμιά φορά να προσποιείσαι;
―Προσποιούμαι για να μην πληγώσω.
―Δηλαδή ψέμα για να προστατέψεις την αλήθεια;
―Όχι. Ψέμα για να την αναβάλω.

Το μαχαίρι έσκισε τον αέρα. Δεν άγγιξε τίποτα, κι όμως ακούστηκε. Ένα πιάτο γλίστρησε απ’ την άκρη του τραπεζιού, έσπασε στο πάτωμα και τα γυαλιά κράτησαν λίγο από το φως. Όσο χρειαζόταν. Ένα ποτήρι ακολούθησε, με ήχο πιο λεπτό, πιο καθαρό. Το δωμάτιο γέμισε από κόμματα και τελείες. 
Αυτή τη φορά πιο δυνατά.

―Δεν βαριέσαι καμιά φορά να προσποιείσαι;
―Προσποιούμαι για να μην πληγώσω.
―Δηλαδή ψέμα για να προστατέψεις την αλήθεια;
―Όχι. Ψέμα για να την αναβάλω.

Η φωνή της ανέβηκε. Οι λέξεις έγιναν κραυγές, έγιναν κάτι ανάμεσα σε βοή και δόντι. Ο λαιμός της τεντώθηκε. Έκανε ένα μικρό βήμα ακόμη. Το μαχαίρι ήταν τώρα ανάμεσά τους. Εκείνος σήκωσε το χέρι ενστικτωδώς. Η λάμα βρήκε κάτι — όχι δέρμα, όχι αίμα, κάτι σαν ύφασμα, σαν αέρας που αντιστέκεται. Ένα λεπτό κόκκινο σημάδι φάνηκε στο μπράτσο του. Γρατζουνιά· όμως το μυαλό δεν ξεχωρίζει, όταν η εικόνα τρέχει πιο γρήγορα απ’ την σκέψη.
Κάπου πάνω, ένα πλυντήριο μπήκε στο πρόγραμμα στυψίματος.
Η ανάσα τους έβραζε. Το σώμα της έτρεμε. Το μαχαίρι έκανε μια μικρή καμπύλη στον αέρα κι έμεινε ακίνητο. Εκείνος ένιωσε το αίμα του να πέφτει στο πλακάκι. Έπειτα ήρθαν τα χτυπήματα και οι φωνές.

―Αστυνομία!

Δυο φακοί έσκισαν το σκοτάδι. Η πόρτα άνοιξε με θόρυβο που μπήκε μέσα από όλα τα χρόνια του κτιρίου. Οι γείτονες έκαναν πίσω, άφησαν χώρο σαν αυλαία που τραβιέται. Οι δυο στο δωμάτιο έμειναν όπως ήταν: εκείνη με το μαχαίρι στο χέρι, εκείνος πεσμένος πίσω της.
Ο πρώτος αστυνομικός σήκωσε τον φακό στο πρόσωπό της. Το φως την έκανε τραγική ηρωίδα. Στο δέρμα της φαινόταν κάθε πόρος, κάθε συναίσθημα. Ο δεύτερος πήγε το φως χαμηλά: στο πάτωμα, στα γυαλιά, στο αίμα. Όχι πολύ, αλλά αρκετό για να φανεί σαν πολύ.

―Τι γίνεται εδώ; είπε ο πρώτος. Η φωνή του είχε την κούραση της βάρδιας.

Κανείς δεν απάντησε αμέσως. Εκείνη κατέβασε αργά το μαχαίρι. Το κράτησε λίγο από τη μύτη, όπως κρατάς κάτι που σε πρόδωσε. Εκείνος χαμογέλασε.

― Θέατρο, είπε στο τέλος. Στεγνά. Όχι σαν δικαιολογία — σαν αλήθεια.

Ο φακός χαμήλωσε. Ο αστυνομικός κοίταξε γύρω. Ο καναπές με το ριχτάρι, τα χαρτιά με τις ατάκες, το αρμόνιο με τα καλώδια, ένα πλαστικό ρολό μπόιλερ που έσταζε απ’ το ταβάνι. Ένα μικρό μπουκάλι με σιρόπι κόκκινο πάνω στο ράφι. Το ίχνος στο μπράτσο,γρατζουνιά που ήδη έσβηνε.
Οι φακοί έσβησαν. Η πόρτα έκλεισε. Ο φωταγωγός ξανάφερε τα νερά του. Στον τρίτο, η τηλεόραση χαμήλωσε. Το παιδί σώπασε. Το σκυλί ξανάρχισε να γαβγίζει σαν να ξέχασε για ποιο λόγο σταμάτησε.
Εκείνη άφησε το μαχαίρι στο τραπέζι. Ο ήχος του, καθαρός, σαν τελική ατάκα. Κάθισε στο πάτωμα. Το φόρεμα κολλούσε πάνω της. Έπιασε τα μαλλιά της με το λαστιχάκι.
Εκείνος γονάτισε δίπλα της. Το μπράτσο του είχε μια γραμμή ροζ, λεπτή.

―Το ένιωσες τώρα; ρώτησε. Δεν είχε ειρωνεία. Μόνο μια μικρή κόπωση. Ένα «ως εδώ».

Δεν απάντησε. Άπλωσε το χέρι, άγγιξε τη γραμμή με το νύχι της. Έπειτα το σταματημένο ποτήρι στο πάτωμα, τα γυαλάκια στην άκρη του ριχταριού. Σηκώθηκε, πήγε ως το παράθυρο. Την ακολούθησε και της έπιασε το χέρι. Το δυάρι είχε μεγαλώσει. Είχε γίνει Ηρώδειο. Σε κάποιο όροφο, κάποιος έβρισε χυδαία γιατί τον ξύπνησαν. Ακούστηκε σαν παρατεταμένο χειροκρότημα.
Τα διαμερίσματα ανέπνεαν ξανά, νυχτερινά.
Έσβησαν τα φώτα. Η πολυκατοικία της Κόμνα Τράκα έκλεισε τα μάτια της όπως κάθε βράδυ. Με τρεμούλιασμα. Σαν να μην ήταν κανείς σίγουρος.
Στην πόρτα, τα αθλητικά περίμεναν δεμένα. Το σπαστό ποδήλατο φυλούσε σκοπιά σε όνειρο που κανείς δεν είδε ποτέ ξύπνιος.

Κόμνα Τράκα ― Αστικές Ιστορίες

Ροζ φλις

Τη σκέπασε με τη ροζ φλις ως τον λαιμό. Οι φτέρνες της έξω τραχιές- πέτρες ποταμού. Με τις παντόφλες στο χέρι, απομακρύνθηκε αργά. Το πάτωμα αναστέναζε σε κάθε του βήμα.
Στηρίχθηκε στη πόρτα.
Τα μάτια του χάιδεψαν το πρόσωπό της. Κάτω από μάρμαρο διακρίνονταν τα χαρακτηριστικά, τα μάτια, τα χείλια με το βαθύ κόκκινο κραγιόν. Την αγάπησε ξανά. Με την ίδια αγάπη που τον τύλιγε σαν το άρωμά της. Narcisse Noir. Απλωμένο μισό αιώνα στα μαξιλάρια, στα art deco έπιπλα, στα χέρια, στο κεφάλι του.
Σαράντα οχτώ τρίχες. Τις είχε μετρήσει. Λευκοκίτρινες, μακριές, απελπισμένες. Το δέρμα του κρανίου ξερή γη. Με δυο ανάγλυφα που ήταν κάποτε ελιές. Τώρα ιστορία.
Είχε καπέλα για κάθε εποχή: παναμάδες, τσόχινα, τραγιάσκες. Για να σκεπάζει τo κεφάλι που φέγγιζε την ιστορία του. Πιο πολύ για να μη βλέπει εκείνη το τέλος της. Ήθελε να της θυμίζει το αγόρι από την Πάντειο — εκείνο που τη σήκωνε στον αέρα με τα δυο του χέρια.
Στο μπάνιο έπιασε το χαλαρό πετσί στη βουβωνική χώρα. Το δέρμα τσάκιζε και ξανακρεμόταν. Οι όρχεις, δυο ροδάκινα ξεχασμένα στην αποθήκη. Εκείνη του είχε μάθει να σημαδεύει τη λεκάνη. Τώρα ήταν μάχη- δυο σταγόνες έξω, τρεις μέσα. Τα κόκαλα έτριζαν. Η ωμοπλάτη κάρφωνε το δέρμα από μέσα. Ο σκελετός, κτίριο ετοιμόρροπο.
Κρατιόταν όρθιος με το ζόρι.
Στην κουζίνα η λάμπα είχε μεγαλώσει μαζί τους. Έβγαζε τρέμοντας κίτρινο φως. Ο καφές τελετουργία: δύο γεμάτες κουταλιές, νερό ως τη βούλα.
Περίμενε να ανέβει, όπως ανέβαινε εκείνη στα δάχτυλα των ποδιών της, για να τον βλέπει να έρχεται από το γραφείο με την αγαπημένη της πάστα σεράνο και εφημερίδες.
Άφησε το κουτάλι στο πιατάκι. Τότε την άκουσε― τη μύγα. Γύριζε μανιασμένα, μολύνοντας τον αέρα με τα πόδια της. Την ακολούθησε ως το υπνοδωμάτιο. Στάθηκε στο κεφαλάρι, ύστερα στο μάγουλό της. Την σκότωσε με δύναμη. Με το λευκό μαντήλι που είχε τα αρχικά του, σκούπισε τα υπολείμματα και φίλησε τρυφερά το μάγουλο.
Η γυναίκα δεν κουνήθηκε. Στο κομοδίνο το καμπυλωτό μπουκάλι Narcisse Noir ― φύλακας του δωματίου. Έβαλε τον ίδιο δίσκο δυνατά.  .
Πρώτη φορά το είχαν χορέψει βράδυ που μύριζε κάρβουνο και ψημένο κρέας από τα μπαλκόνια, σε μια ταράτσα στην Κόμνα Τράκα. Οι κεραίες σαν μεταλλικά χορτάρια στον ορίζοντα, κι εκείνος με το χέρι στη μέση της είχε νιώσει πως όλος ο κόσμος χωρούσε σε τρία βήματα: μπροστά, πλάι, κλείσε. Μπροστά, πλάι, κλείσε.
Έβγαλε από την ντουλάπα το πουκάμισο. Σιδερωμένο, με την τσάκιση που χάραζε γραμμή στον αέρα. Το φόρεσε με κόπο. Κάθε κουμπί, άθλος για δάχτυλα που δεν ένιωθαν πια. Ύστερα το καπέλο ― η τραγιάσκα της Κυριακής. Με μια γυαλάδα στο γείσο από τα χρόνια. Κάθισε στην Chesterfield — τη μόνη που δεν πούλησε όταν έκλεισε το γραφείο. Το δέρμα γεμάτο ρυτίδες μα φιλόξενο. Εκεί καθόταν και περίμενε να τον φωνάξει κάποιος με το όνομά του. Κανείς δεν το έκανε πια. Τον έλεγαν ο γέρος του τρίτου.
Χτύπησε το κουδούνι. Μία φορά, ύστερα ξανά, πιο επίμονα. Πήγε στην πόρτα. Δεν βιάστηκε. Οι βιαστικοί πέφτουν.
Άνοιξε. Ο γνωστός - άγνωστος άντρας. Μια μύτη που του έμοιαζε, ένα βλέμμα που είχε φύγει αλλού εδώ και χρόνια.
Η μυρωδιά στο διάδρομο άλλαξε-βαριά, μεταλλική σαν ξεραμένο αίμα.

―Τι έγινε; Ρώτησε χωρίς να μπει.
―Η μαμά;

Τον έσπρωξε με τον αγκώνα για να περάσει. Προχώρησε, σκεπάζοντας τη μύτη με το μανίκι.

―Τι είναι αυτή η βρόμα;

Ήταν μια ζωή που σχεδόν πέρασε. Φάρμακα, κλειστός αέρας, λίγη σκόνη, λίγη Narcisse Noir, αρκετή μοναξιά. Άνοιξε το παράθυρο της τραπεζαρίας απότομα. Οι κουρτίνες τίναξαν σωματίδια που αιωρήθηκαν στον αέρα.

―Πού είναι;
―Μέσα, είπε τεντώνοντας το δάχτυλο.

Ο άντρας που του έμοιαζε, πλησίασε, έσκυψε, κόλλησε το αφτί στο στόμα της. Η σιωπή θηρίο για δευτερόλεπτα.

―Γιατί δεν με πήρες; ούρλιαξε.
―Γιατί δεν… Οι φράσεις σταμάτησαν στο κρεβάτι.

Έπιασε το χέρι της. Κρύο μα όχι νεκρό. Ο γέρος το ήξερε. Το ήξερε χρόνια.

―Μαμά;

Η φωνή του βγήκε λεπτή, παιδική.
Η φλις κουνήθηκε μαζί με το σώμα. Ίσως και όχι. Γύρισε τα μάτια του, θυμωμένα πάνω στον γέρο. Τα πήρε γρήγορα, σαν να είδε κάτι σιχαμένο.

―Μαμά, ξανά.

Ένα τίναγμα στη φλέβα του λαιμού. Μια αναπνοή. Τα βλέφαρα άνοιξαν με κόπο.

―Ήρθες;

Ο ήχος του ρήματος δεν ανήκε σε ζωντανή ούτε σε νεκρή. Ανήκε σε κάποια που πέθαινε από λαχτάρα να δει το παιδί της.
Ο άντρας έκανε δυο βήματα πίσω. Ο γέρος έσφιξε την κάσα της πόρτας για να κρατήσει τα χέρια του. Αλλιώς θα γίνονταν γροθιές. Το Narcisse Noir σηκώθηκε σαν σύννεφο και τους έπνιξε.
Θα μπορούσε αλλιώς: ασθενοφόρο, ιατροδικαστής, μια υπογραφή. Οι γείτονες δυο ψίθυροι στο ασανσέρ. Ο γιος μια ανάρτηση, με καρδούλες. Αντί γι’ αυτό, κάθισαν σε ένα κρεβάτι που δεν ήταν φέρετρο. Είπαν λέξεις κι έκαναν μορφασμούς, χωρίς νόημα.

―Θα ξανάρθω.

Η πόρτα έκλεισε με μια στριγγλιά. Ήξερε, για μήνες δεν θα ξανάνοιγε. Πήρε τη μαλακή βούρτσα και της χτένισε τα μαλλιά.
Τα χέρια του, ασυντόνιστα, έβρισκαν την κίνηση. Απαλά, από επάνω προς τα κάτω.
Δεν ζούσε για να αναπνέει. Ζούσε για να είναι τα χέρια που χτενίζουν, βγάζουν τις τρίχες που φυτρώνουν στο πηγούνι, ανεβάζουν το μαξιλάρι πίσω από την πλάτη. Που τη χαϊδεύουν καθώς κοιμάται και ξυπνά.
Η ανάσα της ήταν ο μετρονόμος του χρόνου του. Αν σταματούσε εκείνη, θα σταματούσε κι αυτός.
Δεν τον κρατούσε το κορμί του, ούτε τα πόδια. Ούτε ο θεός. Τον κρατούσε εκείνη.
Ξάπλωσε δίπλα της με το καπέλο του. Η κρεβατοκάμαρα είχε τη σωστή θερμοκρασία σπιτιού: ούτε κρύο ούτε ζέστη, μόνο τους βαθμούς του οικείου.
Έβαλε το χέρι του πάνω στην φλις. Από κάτω, το στήθος της σηκώθηκε μια φορά, έπεσε μια φορά.
Έξω, σε ένα αυτοκίνητο φώναξε ο συναγερμός.
Όταν ξύπνησε ήταν Κυριακή. Την σκέπασε με την ροζ φλις. Έβαλε την τραγιάσκα. Την ίσιωσε με τον αντίχειρα στο γείσο.
Το καπέλο είχε κρατήσει το σχήμα του κεφαλιού του. Αυτό μπορούσε να κάνει απέναντι στο χρόνο: να κρατιέται στο σχήμα της ύπαρξής του.
Να φοράει καπέλο κάθε Κυριακή πρωί. Να σηκώνει την κουρτίνα να τη δει το φως. Όταν είχε. Να βάζει το Shostakovich, Waltz No.2, να ετοιμάζει δυο καφέδες. Και να πηγαίνει το βασανιστικό του οδοιπορικό ως το ζαχαροπλαστείο Select για την αγαπημένη της σεράνο.
Γύριζε αργά το μεσημέρι, κουρασμένος. Η καρδιά του χτυπούσε αργά, σαν να μη ήθελε άλλο. Ό,τι είχε μείνει πάνω του πονούσε. Μα στεκόταν όρθιος. Όσο εκείνη ανάσαινε, ανάσαινε κι αυτός.
Και τότε, σχεδόν ανεπαίσθητα, του ξέφευγε ένα χαμόγελο.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: