Η Ορέστειά σου

Από την αφίσα της «Ορέστειας» του Θ. Τερζόπουλου στο Εθνικό Θέατρο (2024)
Από την αφίσα της «Ορέστειας» του Θ. Τερζόπουλου στο Εθνικό Θέατρο (2024)



I. Η μητέρα σου
(σφυρίζουν οι Σεμνές)

Τελειώνει πια με το δικό της τραύμα,
με θυμό και πόνο εν μέσω κοπετού
ή ξαναρχίζει μόλις δεις το τάγμα...
μόλις σε κυκλώσει εν είδει συρφετού.

(Θα ’ρθούν μια μια σαν αποφώλιον θαύμα,
σαν βαθιά βουβή παλίρροια πυρετού,
ένα μονίμως παγωμένο καύμα
― κάτι μεταξύ γυναίκας κι ερπετού;)

Τελειώνει με την ψύχρα αυτή στο δέρμα
ή ξαναρχίζει μ’ αυτήν, δίχως τέρμα.
Οι θεοί κι οι δίκες: κατ’ ανάγκην ψέμα.

(Φτάνουν μια μια κοντά σου και σφυρίζουν·
είναι που μες στις φλέβες σου μυρίζουν
το σκοτωμένο, μητρικό της αίμα.)



II.  Ο πατέρας σου
(πόλεμος πάντων μὲν πατήρ ἐστι )

Είσ’ η λευκή γραμμή που ’ρθε απ’ τη δύση,
ένας Ορέστης-Ίκαρος εν πτήσει·
κι είν’ όσες βόμβες πας για να τους ρίξεις
μόνο καπνός, καπνός να τους τυλίξεις.

Όχι, δεν είσαι αυτός που θα χτυπήσει
― έστω κι αν το κουμπάκι θα πατήσει·
όχι, δεν είναι στόχοι που θα πλήξεις,
απλώς διαφόρων χρωμάτων εκρήξεις,

απλώς υπηρεσία διατεταγμένη
κι η μάνα η οικουμένη: σκοτωμένη,
κι αυτός αναστημένος, φωτιά κι αέρας,

διάττων αστέρας, που πια θα σκορπίσει
τον Δείμο και τον Φόβο μες στην κτήση·
πατήρ πάντων, και δικός σου πατέρας.



III. Οι άμαχοί σου

Υπάρχει μια που θ’ αλλάξει το πράγμα;
Κάποια σαν ωδίνη εργώδους τοκετού;
Μονάχα μια που θα σπάσει το φράγμα
του διατεταγμένου και του συνετού;

Μια σαν ηδύποτο, που ’γινε μάγμα,
σαν μπουκιά ταγκού, ληγμένου φαγητού,
ένα μονίμως παγωμένο στάγμα,
κάτι σαν οσμή δυσώδους οχετού;

Μια, που θα καρφωθεί στο νου σου θραύσμα,
μια σκέψη που θ’ ανοίξει εντός σου χάσμα·
μια σκέψη σου Σεμνή, σε κάθε βλέμμα,

Σεμνή, που σαν ηχώ λες θα γυρίζει,
ωσότου μες στις φλέβες σου να σφύζει
το μητρικό της οικουμένης αίμα.


Η Ορέστειά σου
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: