Ο Γιώργος Σεφέρης ως αναγνώστης της «Ασκητικής». Σπουδή στα σκοτεινά της βιβλιοθήκης του

Ο Γιώργος Σεφέρης (1931)
Ο Γιώργος Σεφέρης (1931)

Ο Νίκος Καζαντζάκης και ο Γιώργος Σεφέρης, είναι δυο μεγάλα ονόματα της ελληνικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα, που δεν συνδέθηκαν ποτέ. Ανήκαν όχι μόνο σε διαφορετικές γενιές, αλλά είχαν και διαφορετικό φιλοσοφικό προσανατολισμό και αισθητική αντίληψη. Ο Σεφέρης, έχει χρησιμοποιήσει αρκετές φορές μέσα στα ημερολόγια και την αλληλογραφία του επικριτική γλώσσα για τον Καζαντζάκη, τις ιδέες και το έργο του.[1] Σημεία σύγκλισης ανάμεσά τους, λογοτεχνικά τουλάχιστον, θα ήταν έκπληξη για όλους μας, εάν εντοπιστούν από την έρευνα. Καθώς όμως η πραγματική επιστήμη διέπεται κατά τον Popper από την αρχή της διαψευσιμότητας (falsifiability) ίσως και αυτό ανατραπεί.
Η παρούσα ανακοίνωση κινείται προς την κατεύθυνση αυτή, υπονομεύει τρόπον τινά την απόσταση ανάμεσα στους δύο δημιουργούς. Είναι μια έρευνα που έγινε στη Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου, όπου φυλάσσονται στο σύνολό τους τα βιβλία Γιώργου και Μαρώς Σεφέρη σε καθεστώς κλειστής συλλογής, μετά από δωρεά της Μαρώς, το 1986, καθώς και της Άννας Λόντου που λίγο πριν φύγει από τη ζωή δώρισε στη Βιβλιοθήκη τα εναπομείναντα στην οικία Σεφέρη βιβλία. Πρόκειται για ένα σώμα περίπου 5 χιλιάδων τίτλων και 300 περιοδικών.[2] Οι βιβλιοθήκες των συγγραφέων, κρατούν κρυμμένα κάποια μυστικά, που η μελέτη τους αποφέρει χρήσιμες και αξιόπιστες πληροφορίες και για τους δημιουργούς και για τη συγγραφική τους παραγωγή.
Ο Σεφέρης, όπως άλλωστε και ο Καζαντζάκης, ήταν δεινοί και απολύτως επαρκείς αναγνώστες. Χρησιμοποιώ τον όρο επαρκής, όπως τον ορίζει στα δοκίμιά του ο Michel de Montaigne, που προσδιορίζει εκείνον τον αναγνώστη ο οποίος ανακαλύπτει σε ένα κείμενο αρετές, που ούτε ο ίδιος ο συγγραφέας δεν υποπτεύεται ότι υπάρχουν.[3] Θα δούμε λοιπόν, στο μέτρο που τα ευρήματά μας το επιτρέπουν, τον τρόπο που διάβασε ο Σεφέρης την Ασκητική.
Παρά την έλλειψη πνευματικής συγγένειας ανάμεσά τους, ο Σεφέρης διέθετε στη βιβλιοθήκη του ικανό αριθμό έργων του Νίκου Καζαντζάκη: Ασκητική (σε δύο αντίτυπα), Τι είδα στη Ρουσία, Νικηφόρος Φωκάς, Οδυσσέας, Χριστός, Ταξιδεύοντας Α΄ Ισπανία, Ταξιδεύοντας Γ´ Αγγλία, Ο Καπετάν Μιχάλης, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, Αναφορά στον Γκρέκο, Οδύσεια, Επιστολές προς τη Γαλάτεια, Κωμωδία, Ιστορία της Ρωσικής λογοτεχνίας), από τα οποία τα: Ασκητική, Ταξιδεύοντας Α´ Ισπανία, Ταξιδεύοντας Γ´ Αγγλία, Ο Καπετάν Μιχάλης, Επιστολές προς Γαλάτεια, περιέχουν υπογραμμίσεις, επισημάνσεις και/ή ιδιόγραφες σημειώσεις του ποιητή κάτι που αποδεικνύεται εξαιρετικά πρόσφορο για τον ερευνητή. Ήταν συνήθεια του Σεφέρη να σημειώνει πάνω στα βιβλία του.

Ο Γιώργος Σεφέρης ως αναγνώστης της «Ασκητικής».  Σπουδή στα σκοτεινά της βιβλιοθήκης του


Ο λόγος τώρα στην Ασκητική.

Η γραφή της Ασκητικής ολοκληρώθηκε το 1923 στη Γερμανία (Βερολίνο) και πρωτοδημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 1927, στο τεύχος 11-12 του περιοδικού Αναγέννηση,[4] που κυκλοφορούσε υπό τη διεύθυνση του Δημήτρη Γληνού, στο διάστημα 1926-1928. Την ίδια χρονιά ο Καζαντζάκης προσθέτει ακόμα το κεφάλαιο «Σιγή», αλλά το έργο παίρνει την οριστική του μορφή από την έκδοση τού 1945 και μετά.Στη βιβλιοθήκη Σεφέρη υπάρχει η Ασκητική στις δύο αρχικές δημοσιεύσεις, εκείνη του 1927 και εκείνη του 1945. Η πρώτη είναι ανάτυπο από το 11ο και 12ο φυλλάδιο του περιοδικού Αναγέννηση, 28 συνολικά σελίδες με τη σφραγίδα της βιβλιοθήκης του Σεφέρη και με τίτλο SALVATORES DEI - ΑΣΚΗΤΙΚΗ, το οποίο συγκεντρώνει και το μεγαλύτερο ερευνητικό ενδιαφέρον, αφού σε αυτό περιέχονται επισημάνσεις στα δεξιά και αριστερά περιθώρια των σελίδων και υπογραμμίσεις. Θα επανέλθουμε σε αυτό στη συνέχεια. Τα τεύχη του περιοδικού Αναγέννηση παραδόθηκαν στο σύνολό τους από τη Μαρώ Σεφέρη στη Βικελαία Βιβλιοθήκη δεμένα σε τόμο.[5] Το δεύτερο αντίτυπο είναι η έκδοση του 1945, με διαφοροποιημένο τίτλο ΑΣΚΗΤΙΚΗ - SALVATORES DEI, τον χαιρετισμό τού Καζαντζάκη στον Παντελή Πρεβελάκη και την χαρακτηριστική σφραγίδα του Σεφέρη με τη διπλή γοργόνα. Η έκδοση είναι διακοσμημένη με τις ξυλογραφίες του χαράκτη Γιάννη Κεφαλληνού. Το βιβλίο έχει δωρίσει ο ίδιος ο Καζαντζάκης στον Σεφέρη με ιδιόγραφη αφιέρωση στο δεύτερο λευκό φύλλο μετά το εμπροσθόφυλλο. «Του πολύ αγαπητού ποιητή και φίλου Γ. Σεφέρη, Λαμπρή 1946. Νίκος Καζαντζάκης». Στο βιβλίο δεν περιέχεται καμία σημείωση ή επισήμανση ή υπογράμμιση.
Ας σημειώσουμε, ότι πάντοτε υπάρχει ο κίνδυνος να είναι κάποιος άλλος και όχι ο Σεφέρης που έχει γράψει τις σημειώσεις. Υπάρχει π.χ. η πιθανότητα να διαβάστηκε το βιβλίο από τη Μαρώ, αλλά η Μαρώ όταν διάβαζε κάτι, σημείωνε συνήθως, ό,τι την ενδιέφερε, με το αρχικό του ονόματός της στο περιθώριο της σελίδας δεξιά ή αριστερά.[6] Δεν μπορούμε φυσικά να αποκλείσουμε να είχε δανειστεί το έντυπο από ένα τρίτο πρόσωπο και αυτό να σημείωσε πάνω. Ωστόσο, όλα σχεδόν τα βιβλία της βιβλιοθήκης Γιώργου και Μαρώς Σεφέρη είναι σημειωμένα με τον ίδιο τρόπο, με τα ίδια χρώματα, κόκκινο, μαύρο και σπανιότερα μπλε μολύβι. Αυτό σημαίνει συστηματική ανάγνωση, που μας προσανατολίζει στον Σεφέρη. Αν δεχτούμε δε ως σωστή την πληροφορία του προλογικού σημειώματος του Καταλόγου Γιανναδάκη, που πιθανόν προέρχεται από την ίδια τη Μαρώ, ο Σεφέρης είχε διαβάσει σχεδόν στο σύνολό τους τα βιβλία της βιβλιοθήκης του.[7] Ο Γ.Π. Σαββίδης φίλος του ζεύγους Σεφέρη, που τους επισκεπτόταν συχνά στο σπίτι τους και στον οποίον δάνειζε βιβλία ο Σεφέρης, μίλησε στην τελετή παράδοσης της Βιβλιοθήκης στη Βικελαία, το 1987, για τον τρόπο που παρατηρούσε τον ποιητή να φροντίζει τη βιβλιοθήκη του.[8]
Πάντοτε υπολογίζουμε ότι από μια απλή υπογράμμιση ή από μια κάθετη γραμμή στο περιθώριο δεν μπορούμε να απαντήσουμε με βεβαιότητα ούτε γιατί σημείωσε ο Σεφέρης τα συγκεκριμένα χωρία του κειμένου, ούτε πότε διαβάστηκε το βιβλίο, ούτε αν πρόκειται για σημειώσεις από μία ή περισσότερες αναγνώσεις. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση τα μολύβια που χρησιμοποιήθηκαν σε μαύρο και κόκκινο χρώμα, μάλλον πρόκειται για δύο τουλάχιστον διαφορετικές αναγνώσεις. Έχει σημασία αυτό, διότι δεν είναι οι συνθήκες πάντοτε ίδιες στη διάρκεια της ζωής, ούτε οι αναζητήσεις ή το ενδιαφέρον για κάτι είναι πάντοτε το ίδιο. Αν ο ποιητής διάβασε το έντυπο, νέος στα 28 του, ίσως ο λόγος που το έκανε να ήταν διαφορετικός από εκείνον ενός μεσήλικα 46-47 χρονών, με πολύ περισσότερες βιωματικές εμπειρίες και όντας ολοκληρωμένος ποιητής.[9] Το γεγονός όμως ότι βρίσκεται σημειωμένο μόνο το ανάτυπο από την «Αναγέννηση» μάς οδηγεί στη σκέψη ότι το κείμενο του Καζαντζάκη θα πρέπει να διαβάστηκε και πριν το 1945. Οι εντοπισμός από τον Σεφέρη φράσεων ή λέξεων στο κείμενο δείχνει ότι γίνεται, αφενός διότι έχουν ιδιαίτερα φορτισμένο ιδεολογικά περιεχόμενο με το οποίο συμφωνεί ή διαφωνεί και αφετέρου, διότι παρουσιάζουν στιχουργικό ενδιαφέρον. Το λέω αυτό, γιατί ο Σεφέρης, όπως θα δείξουμε στη συνέχεια, διαβάζει την Ασκητική επικεντρωμένος περισσότερο στην ποιητική τεχνική. Του κινεί το ενδιαφέρον η μορφή της σε «στίχο-εδάφιο», σε verset,[10] μια μορφή στίχου ανάμεσα σε πεζό και ποίημα. Αυτό δεν περνά απαρατήρητο από έναν ποιητή που δούλεψε πάρα πολύ την ποιητική του φόρμα και δοκίμασε μετρικά και ρυθμικά σχήματα που κινήθηκαν από τον παραδοσιακό δεκαπεντασύλλαβο ως τον ελεύθερο στίχο. Αν παρατηρήσουμε την πορεία που διαγράφει η ποίησή του μετά τη «Στέρνα» και ως το «Μυθιστόρημα» θα εντοπίσουμε αυτή την εξέλιξη.[11] Μελέτησε, λοιπόν, και το verset και το χρησιμοποίησε σε ποιήματά του, όπως στο «Les anges sont blancs».[12] Ο Peter Mackridge θεωρεί ότι ο μακροσκελής στίχος αυτού του ποιήματος αφορμάται από τον Paul Claudel ο οποίος τον χρησιμοποιούσε[13] και μάλιστα έδωσε έναν ορισμό στο verset ότι είναι «ένας στίχος χωρίς μέτρο και ρίμα απομονωμένος ανάμεσα σε δυο τυπογραφικά κενά».[14] Θεωρούσε ότι το verset είναι μια κορυφαία έκφραση του πεζού λόγου, όχι της ποίησης. Ασφαλώς δεν είναι ο ελεύθερος στίχος, διότι ξεπερνά τη μια τυπογραφική σειρά νοηματικά και μορφοσυντακτικά και δεν υπάρχει ομοιοκαταληξία, ούτε διασκελισμός. Ο Σεφέρης είχε μελετήσει καλά το έργο του Claudel, αν κρίνουμε από τα 16 έργα του Γάλλου συγγραφέα που βρίσκονται στη βιβλιοθήκη του σε γαλλική γλώσσα και Το ατλαζένιο γοβάκι στα ελληνικά σε μετάφραση του Παντελή Πρεβελάκη. Ο Καζαντζάκης, επίσης, δεινός γαλλομαθής και αυτός, όπως και ο Παντελής Πρεβελάκης έχει διαβάσει Claudel. Δίνουμε αυτή την πληροφορία με βάση τη βιβλιοθήκη του Καζαντζάκη που βρίσκεται στο Ιστορικό Μουσείο Κρήτης.[15] Θα μπορούσαμε λοιπόν να εκλάβουμε την ανάγνωση της Ασκητικής από τον Σεφέρη και ως μια μαθητεία στο στίχο-εδάφιο.

Ο Γιώργος Σεφέρης ως αναγνώστης της «Ασκητικής».  Σπουδή στα σκοτεινά της βιβλιοθήκης του


Ας εξετάσουμε όμως πρώτα κάποια από τα σημειωμένα χωρία που αντανακλούν τις ιδέες του Καζαντζάκη για θέματα όπως ο Θεός, ο ανήφορος, το χρέος, η ευθύνη, η αναγκαιότητα της ανθρώπινης θυσίας, ο έρωτας. Δεν νομίζω ότι επισημαίνονται αυτά τα χωρία, επειδή ο Σεφέρης καταφάσκει σε αυτές τις ιδέες, ωστόσο δεν διατυπώνει αρνητικές απόψεις πουθενά μέσα στο βιβλίο, πράγμα που συνήθως, δεν απέφευγε να κάνει, όταν κάτι τον ενοχλούσε. Ξεκινάμε με την τελευταία φράση της ολιγόστιχης παραγράφου με την οποία προλογίζει ο Καζαντζάκης το έργο του[16] βρίσκεται σημειωμένη η λέξη «μετακομμουνιστικού». «Η «Ασκητική» τούτη ας θεωρηθή η πρώτη λυρική απόπειρα, η πρώτη κραυγή του μετακομμουνιστικού «Πιστεύω».[17] Θα μας ξένιζε πραγματικά, αν ο Σεφέρης δεν την είχε σημειώσει, διότι ο «μετακομμουνισμός» που δηλώνει ο Καζαντζάκης εδώ προκάλεσε αρκετές συζητήσεις ευμενείς και μη, αλλά και αντιδράσεις ανάμεσα στους κριτικούς, τόσο της αριστερής όσο και της δεξιάς διανόησης (Θ. Φραγκόπουλος, Γ.Ν. Πολίτης, Φ. Πολίτης, Β. Ρώτας, Τσαβέας),[18] καθώς και της Εκκλησίας.[19]
Για το φιλοσοφικό της κυρίως περιεχόμενο σημειώνεται κατά τη γνώμη μας και η φράση «Στις πιο κρίσιμες στιγμές ο Έρωτας συναρπάζει με βία τους ανθρώπους, οχτρούς και φίλους, καλούς και κακούς, είναι μια πνοή ανώτερη τους, ανεξάρτητη από την επιθυμία κι από τα έργα τους».[20] Ο έρωτας είναι συστατικό στοιχείο της ποίησης το Σεφέρη και καθώς νομίζω τη σημειώνει, γιατί καταφάσκει και αυτός στο γεγονός ότι ο έρωτας ως γενεσιουργό συμπαντικό αίτιο είναι πέρα και πάνω από το ανθρώπινο μέτρο. Επίσης, οι φράσεις: στο κεφάλαιο «Η προετοιμασία»,[21] «Πρώτο χρέος» η φράση «Πειθαρχία, να η ανώτατη αρετή. Έτσι μονάχα σοζυγιάζεται η δύναμη με την επιθυμία και καρπίζει η προσπάθεια του ανθρώπου», «Δεύτερο χρέος» η φράση «… Ας ενωθούμε, ας πιαστούμε σφιχτά, ας σμίξουμε τις καρδιές μας, ας δημιουργήσουμε εμείς, όσο η θερμοκρασία τούτη της Γης, μας το επιτρέπει, όσο δεν έρχουνται σεισμοί, κατακλυσμοί, πάγοι, κομήτες να μας εξαφανίσουν, ας δημιουργήσουμε έναν εγκέφαλο και μιαν καρδιά στη Γης, ας δώσουμε ένα νόημα ανθρώπινο στον υπερανθρώπινον αγώνα» και από το «Τρίτο χρέος» η φράση «Χρέος σου ήσυχα, απελπισμένε, με γενναιότητα, να βάζης πλώρα κατά την άβυσο. Και να λες. Τίποτα δεν υπάρχει. Μήτε ζωή, μήτε θάνατος. Θωρώ την ύλη και το νου σα δυο ανύπαρχτα ερωτικά φαντάσματα να κυνηγιούνται, να σμίγουνε, να εξαφανίζουνται και λέω: Αυτό θέλω!» επισημαίνονται για το νοηματικό τους περιεχόμενο. Στην τελευταία μάλιστα φράση ο Καζαντζάκης διατυπώνει έναν ηρωικό πεσιμισμό για το χρέος του ανθρώπου και για τον αγώνα χωρίς ελπίδα. Δεν είμαστε βέβαιοι, αν ο Σεφέρης τα σημειώνει αυτά, επειδή συμφωνεί.

Ο Γιώργος Σεφέρης ως αναγνώστης της «Ασκητικής».  Σπουδή στα σκοτεινά της βιβλιοθήκης του


Θα σταματήσουμε σε μια φράση που βρίσκεται σημειωμένη και παρουσιάζει αρκετό φιλοσοφικό ενδιαφέρον, από το κεφάλαιο «Σχέση ανθρώπου και ανθρώπου», «Η ταύτιση μας τούτη με το Σύμπαντο γεννάει τις δυό ανώτατες αρετές της ηθικής μας: την ευθύνη ! και τη θυσία».[22] Παρατηρούμε ότι είναι υπογραμμισμένη με ένα θαυμαστικό δίπλα η λέξη «ευθύνη», αλλά όχι η λέξη «θυσία». Γιατί; Θα επιχειρήσω να δώσω μια πιθανή εξήγηση.
Οι προβληματισμοί τι είναι ύπαρξη, τι είναι κερδισμένη-δικαιωμένη ύπαρξη αναδύονται και μέσα από το έργο του Σεφέρη, αλλά η κραυγή της υπαρξιακής αγωνίας δεν εκφράζεται με τον ίδιο τρόπο όπως την εξέφρασε ο Καζαντζάκης. Ο στίχος του Σεφέρη είναι δωρικός, η ποιητική του φόρμα μικρή και η ποίησή του τραγική.[23] Προσπαθεί να κατανοήσει και να αποδώσει ποιητικά την αγωνία της ύπαρξης και μάλιστα την αγωνία του ανθρώπου που του συμβαίνει το κακό. Ας λάβουμε υπόψη μας ότι ποτέ δε γιατρεύτηκε από το τραύμα της χαμένης του πατρίδας. Δεν ζητά να θυσιαστεί κανείς, αναρωτιέται στον «Τελευταίο Σταθμό» «μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα; Μην είναι αυτό που μεταδίδει τη ζωή;»,[24] ούτε μπορεί να δικαιολογήσει τον ανθρώπινο πόνο. Προς τι η θυσία και ο ανήφορος; «Αν είναι ανθρώπινος ο πόνος δεν είμαστε άνθρωποι μόνο για να πονούμε».[25]

Εκτός από το γεγονός ότι αυτά τα εδάφια που προαναφέραμε, όπως και πολλά ακόμα, σημειώνονται για το φιλοσοφικο-ιδεολογικό τους περιεχόμενο, παρατηρούμε ότι έχουν έντονα τα ειδολογικά χαρακτηριστικά του verset.[26]
Στο χωρίο, λοιπόν, «όσο δεν έρχουνται σεισμοί, κατακλυσμοί, πάγοι, κομήτες να μας εξαφανίσουν, ας δημιουργήσουμε έναν εγκέφαλο και μιαν καρδιά στη Γης, ας δώσουμε ένα νόημα ανθρώπινο στον υπερανθρώπινον αγώνα»,[27] παρατηρούμε την επανάληψη των ίδιων φθόγγων ή των ίδιων λεξικών μονάδων ή όμοιων που δημιουργούν ένα ιδιαίτερο φωνητικό αποτέλεσμα και φυσικά το ασύνδετο σχήμα του verset[28] «σεισμοί, κατακλυσμοί …» ή «ας δημιουργήσουμε…. ας δώσουμε» ή «ανθρώπινο … υπερανθρώπινο…». … «να κυνηγιούνται, να σμίγουνε, να εξαφανίζουνται» «μήτε θάνατος… μήτε ζωή», άρα σημειώνονται από τον Σεφέρη και για τη ρυθμική τους οργάνωση αυτά τα χωρία. «Πώς θ’ αντικρίσης τη ζωή και το θάνατο, την αρετή και το φόβο;»[29] σημειώνεται επίσης για την ιδιαίτερη οργάνωσή του μορφοσυντακτικά και ρυθμικά που δημιουργεί ένα ιδιαίτερο ηχητικό αποτέλεσμα και το μήνυμα της φράσης μεταδίδεται καλύτερα στον αποδέκτη του κειμένου.
Ας προστεθεί εδώ ότι ο ανθρώπινος φόβος διαπερνά και πολλά ποιήματα του Σεφέρη, αλλά μέσα σε άλλα νοηματικά συμφραζόμενα «Αυτό το ρέμα που τραβάει το δρόμο του και που δεν είναι τόσο διαφορετικό από το αίμα των ανθρώπων/ κι από τα μάτια των ανθρώπων όταν κοιτάζουν ίσια πέρα χωρίς τον φόβο μες στην καρδιά τους…».[30]
Η παρήχηση αποτελεί επίσης χαρακτηριστικό του verset. Στο κεφάλαιο «Γης» εντοπίζεται από τον Σεφέρη και σημειώνεται ένα εδάφιο στον οποίο κυριαρχεί η παρήχηση του «ρ» και φυσικά πάλι το ασύνδετο σχήμα «Ένα χείμαρρο βουερό, λασπερό, αποπίσω μας, γιομάτο αίματα, δάκρυα, ιδρώτα αλαλαγμούς χαράς, ηδονής και θανάτου»[31] που την παρατηρούμε και σε κάποια ποιήματα του Σεφέρη. Π.χ. στο «Ξενιτιά ανυπόφορη»[32] από τα «Καλλιγραφήματα», γραμμένο το 1941. Όταν πονούν/ οι γυναίκες γίνουνται ανυπόφορες /και τα σύννεφα βαραίνουν/ και τα σύννεφα βαραίνουν/ και τα σύννεφα βαραίνουν χωρίς/ να βρέχει/ και αυλακώνουν τον ουρανό/αστραπές χωρίς βροντή….

Στο κεφάλαιο «Εγώ» ο Σεφέρης υπογραμμίζει δυο λέξεις που έχουν ποιητική χροιά «… είμαι γιομάτος σκοτάδι».[33] Από το 1945 ο Καζαντζάκης διατύπωσε διαφορετικά τη φράση αυτή «…είμαι γιομάτος άναρθρες φωνές και σκοτάδι⸱ κυλιούμαι όλο δάκρυα κι αίματα μέσα στη ζεστή τούτη φάτνη της σάρκας μου».[34] Το φως και το σκοτάδι είναι σημαντικό στοιχείο της σεφερικής ποίησης. Υπάρχει σε πολλά ποιήματά ένα παιχνίδι φωτός-σκιάς-σκότους που διατυπώνεται συχνά με τις λεκτικές μονάδες των χρωμάτων. Θα αναφέρω τον πιο γνωστό στίχο από το «Ναυάγιο της Κίχλης»[35] «αγγελικό και μαύρο φως… αγγελική και μαύρη μέρα» κι άλλο ένα από την «Τελευταία μέρα»:[36] «Κάτι λιγνά κυπαρίσσια καρφωμένα στην πλαγιά κι η θάλασσα γκρίζα με λίμνες φωτεινές, πιο πέρα» κι έναν τρίτο από το «Θερινό ηλιοστάσι»[37] «Μαύρη φτερούγα σέρνει ένα βαθύ χαράκι ψηλά στο θόλο του γαλάζιου…».

Ο Γιώργος Σεφέρης ως αναγνώστης της «Ασκητικής».  Σπουδή στα σκοτεινά της βιβλιοθήκης του


Ήταν μια ευχάριστη έκπληξη για εμένα, όταν ανοίγοντας το ανάτυπο από την Αναγέννηση βρήκα μέσα έξι σελίδες γραμμένες διά χειρός Σεφέρη, πιασμένες με μια καρφίτσα, που περιείχαν τη μετάφραση των πρώτων σελίδων της Ασκητικής στα γαλλικά. Πότε έγινε αυτή η μετάφραση δεν ξέρουμε. Στην όψη του χαρτιού φαίνεται η παλαιότητά του. Ίσως, να έγινε η μετάφραση αυτή πριν ακόμα το κείμενο μεταφραστεί στα γαλλικά από τον Octave Merlier, το 1951. Είναι εμφανής η προσπάθεια του Σεφέρη να μεταφράσει, διότι πάνω στο χειρόγραφο υπάρχουν διαγραφές λέξεων, προσθήκη άλλων λέξεων σε κενά σημεία της σελίδας, διορθώσεις κλπ. Ίσως ο ίδιος να το αποκαλούσε «γύμνασμα».
Αντιπαραβάλλοντας τη μετάφραση του Σεφέρη με τις δυο πιο πρόσφατες μεταφράσεις της Ασκητικής, εκείνη του Aziz Izzet και εκείνη των εκδόσεων Καμπουράκη από τον René Bouchet, που είναι και η τελευταία, προέκυψαν κάποιες ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις. Από την μελέτη των πρώτων φράσεων του κειμένου παρατηρήσαμε ότι ο Σεφέρης επιχειρεί να αποδώσει το κείμενο στα γαλλικά με πιο συμπυκνωμένο λόγο και με περισσότερο λυρισμό, ενώ οι άλλες δυο μεταφράσεις έχουν περισσότερο χαρακτηριστικά πεζού λόγου. Με 25 λέξεις αποδίδει την πρώτη φράση του κειμένου στα γαλλικά και ο Izzet και ο Bouchet, με 19 λέξεις ο Σεφέρης.


«Nous venons d’un abîme obscur nous aboutissons à un abîme obscur. L’espace de lumière entre ces deux abîmes, nous l’appelons la vie».
[25 λέξεις]
Kazantzaki, N., 1988, Ascèse-Salvatores Dei, Texte établi par Aziz Izzet


*****


«Nous venons d’un abime de ténèbres et finissons dans un abîme de ténèbres: L’espace lumineux entre ces deux abîmes, nous l’appelons vie». [25 λέξεις]
Kazantzaki, N., 2022, Ascèse, μτφρ. René Bouchet


*****


«Nous procédons d’un sombre abîme; nous aboutissons à un sombre abîme. L’intervalle lumineux nous l’appelons vie». [19 λέξεις]
Καζαντζάκη, Ν. Ασκητική, μτφρ. Γιώργος Σεφέρης

Χαρακτηριστική είναι η πιο λόγια γλώσσα της μετάφρασης του Σεφέρη, με τη χρήση του passé simple.[38] Οι δύο άλλοι μεταφραστές χρησιμοποιούν, ο μεν Izzet passé composé σε παθητική φωνή ο δε Bouchet passé composé σε ενεργητική φωνή. Ο passé simple είναι ένας χρόνος της γραπτής γλώσσας, του Τύπου, της λογοτεχνίας, δεν χρησιμοποιείται ευρέως σήμερα και οι μεταφράσεις είναι σύγχρονες, έχουν γίνει στην καθομιλουμένη, ειδικά εκείνη του Bouchet είναι του 2022. Υπάρχει διαφορά και στην επιλογή των λέξεων και στο μηχανισμό της σύνταξης και στην τήρηση των κανόνων της γραμματικής. Ο Σεφέρης π.χ. χρησιμοποιεί το επίθετο «sombre» πριν από το ουσιαστικό, γιατί είναι πιο ρυθμικό. Όταν ακούμε αυτές τις φράσεις αντιλαμβανόμαστε τη διαφορά «beaucoup ont proclamé» (Bouchet) / il a souvent été proclamé (Izzet) / d’aucuns proclamèrent (Σεφέρης).

Συνοψίζοντας…

Ο Σεφέρης δεν βρέθηκε μπροστά στην Ασκητική ως απλός αναγνώστης, αλλά μελέτησε τον στίχο – εδάφιο σε χρόνια που η κειμενική αυτή μορφή δεν φαίνεται να ήταν στις ερευνητικές προτεραιότητες των ελληνικών γραμμάτων, παρόλο που το verset είναι βιβλικός στίχος. Το αναγνωστικό του ενδιαφέρον επικεντρώθηκε περισσότερο στην ποιητική της Ασκητικής πάρα στις ιδεολογικο-φιλοσοφικές ιδέες που αναδύονται μέσα από το κείμενο του Καζαντζάκη. Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι, αν συμφωνεί η διαφωνεί με τον Κρητικό συγγραφέα με βάση αυτή την έρευνα, ωστόσο σε πολλά από τα βιβλία του Καζαντζάκη που είχε στη βιβλιοθήκη του ο Σεφέρης υπάρχουν σημειώσεις του, οι περισσότερες αρνητικές, αλλά στην Ασκητική δεν γράφει κανένα αρνητικό σχόλιο. Υπάρχουν ακόμα πολλές επισημάνσεις και υπογραμμίσεις σε πολλά από τα έργα του Καζαντζάκη που είχε στη βιβλιοθήκη του ο Γ. Σεφέρης τα οποία δείχνουν ότι ο Καζαντζάκης δεν ήταν ο συγγραφέας που θα μπορούσες να αντιπαρέλθεις αβασάνιστα, χωρίς να σε απασχολήσουν τα έργα του. Αυτό τουλάχιστον δείχνει η παρούσα έρευνα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ελληνική
Bien, P., 2001, «Η εξέλιξη του καζαντζακικού (μετα)κομμουνισμού», στο: P., Bien, 2001, Η πολιτική του πνεύματος, τόμ. Α´, κεφ. 3ο, Ηράκλειο, ΠΕΚ.
Mackridge, P., 1996, «Ο Σεφέρης μετά τη “Στέρνα”», στο: Ν., Βαγενάς, (επιμ.), 1996, Η ελευθέρωση των μορφών, Ηράκλειο, ΠΕΚ, σσ. 259-273.
Marcheselli-Loukas, L., 1996, «Ρυθμικές αναζητήσεις του Σεφέρη από τη Στροφή στη “Γυμνοπαιδία”», στο: Ν., Βαγενάς, (επιμ.), 1996, Η ελευθέρωση των μορφών, Ηράκλειο, ΠΕΚ, σσ. 239- 257.
Αγγελάτος, Δ., 1996, «Ειδολογικά προβλήματα του verset και ζητήματα ρυθμικής οργάνωσης», στο: Ν., Βαγενάς, (επιμ.), 1996, Η ελευθέρωση των μορφών, Ηράκλειο, ΠΕΚ, σσ. 71-81.
Γιανναδάκης, Ν., 1989, Κατάλογος Βιβλιοθήκης Γιώργου και Μαρώς Σεφέρη, Ηράκλειο, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη.
Γληνός, Δ., (επιμ.), 1926-1928, Αναγέννηση, Αθήνα, Εκδοτική Εταιρεία «Αθηνά».
Δημηρούλης, Δ., 2010, «Ο Νίκος Καζαντζάκης και η Γενιά του ’30. Τα ίχνη της απουσίας», στο: Σ. Ν. Φιλιππίδης (επιμ.), 2010, Ο Καζαντζάκης στον 21ο αιώνα, Πρακτικά του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου «Νίκος Καζαντζάκης 2007: Πενήντα χρόνια μετά», Πανεπιστήμιο Κρήτης Ηράκλειο και Ρέθυμνο, (18-21 Μαΐου 2007), Ηράκλειο, ΠΕΚ & Εκδόσεις Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Κρήτης, σς 77-105.
Εταιρεία κρητικών ιστορικών μελετών (ΕΚΙΜ), 1997, Η βιβλιοθήκη του Νίκου Καζαντζάκη στο Ιστορικό Μουσείο Κρήτης, Ηράκλειο, ΕΚΙΜ, σ. 105.
Ζωγραφιστού, Κ., 2019, «Ο Γιώργος Σεφέρης γράφει για το Νίκο Καζαντζάκη», στο: P. Bien, A. Vouyouca, H. González-Vaquerizo, Y. Renoux-Herbert, G. Stassinakis, M. Larriera, (επιμ.), 2019, Le Regard crétois, τχ. 46, Γενεύη, Διεθνής Εταιρεία Φίλων Νίκου Καζαντζάκη, σσ. 46-59.
Ζωγραφιστού, Κ., 2021, Η παρουσία της γαλλικής διανόησης στο δοκιμιακό λόγο του Γιώργου Σεφέρη: Μαρτυρία επίδρασης στη διαμόρφωση της πνευματικής του φυσιογνωμίας, Διδακτορική Διατριβή, Université Paul Valléry- Montpellier III – Département d’ Etudes néo-helléniques.
Καζαντζάκης, Ν., 1927, «Salvatores Dei. Ασκητική», στο: Αναγέννηση, Ανάτυπο φυλλαδίου 11-12, (Ιούλιος-Αύγουστος), σσ. 599-651.
Καζαντζάκης, Ν., 1945, Ασκητική-Salvatores Dei, Αθήνα, [χ. εκδ.].
Καζαντζάκης, Ν., 2023, Ασκητική, Διόπτρα.
Κόκορης, Δ., 2023, «Πρόλογος στην Ασκητική του Νίκου Καζαντζάκη», στο: Ν. Καζαντζάκη, 2023, Ασκητική, Διόπτρα, σσ. 11-34.
Κόκορης, Δ., 2020, Ο Καζαντζάκης ως ποιητής, Αθήνα, Πεδίο.
Μπήτον, Ρ., 2003, Γιώργος Σεφέρης-Περιμένοντας τον Άγγελο. Βιογραφία, Ωκεανίδα.
Σαββίδης, Γ.Π., 1987, 0 Σεφέρης, η Κρήτη και τα βιβλία του, στο: Παλίμψηστον, τχ. 5, Ηράκλειο, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, σσ. 6-20.
Σεφέρης, Γ., 2014, Ποιήματα, Ίκαρος.
Τσάτσου, Ι.,1973, Ο αδελφός μου Γιώργος Σεφέρης, Εστία.
Χαριτάκη, Ε., Τουβλελίου, Β., 1989, «Κατάλογος περιοδικών Γιώργου και Μαρώς Σεφέρη», στο: Παλίμψηστον, τχ. 9-10, Ηράκλειο, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, σσ. 263-299.
Χρυσός, Ν., 2019, «Οι διανοούμενοι της Αριστεράς και ο Νίκος Καζαντζάκης», στο: Ι., Σπηλιοπούλου, Ν. Χρυσός, (επιμ.), Ο Νίκος Καζαντζάκης και η πολιτική, Καστανιώτης, σσ. 206-231.
Ψάλτη, Μ., 2017, Νίκος Καζαντζάκης-Κ. Γ. Καρυωτάκης-Η «Αισιοδοξία» ως αντεστραμμένη Ασκητική, Μικρή Άρκτος.

Γαλλική
Chevalier, J.C., Blanche – Benveniste, C., Arrivé, M., Peytard, J., 1984, Grammaire du français contemporain, Παρίσι, Larousse.
Kazantzaki, N., 1988, Ascèse-Salvatores Dei, μτφρ. Aziz Izzet, Cognac, Le temps qu’il fait.
Kazantzaki, N., 2022, Ascèse, μτφρ. René Bouchet, Παρίσι, εκδ. Cambourakis.
Montaigne, M., (de), 1939, Essais, Βιβλίο I, κεφ. XXIV, N.R.F., Bibliothèque de la Pléiade, Παρίσι.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: