Η «παρουσία» τού Νίκου Καζαντζάκη στον αντιχουντικό αγώνα μέσω του ομοτέχνου του Βασίλη Βασιλικού

O Bασίλης Βασιλικός
O Bασίλης Βασιλικός



Το καλοκαίρι τού 1997, δημοσιεύεται στο περιοδικό Η λέξη το κείμενο του Βασίλη Βασιλικού με τον τίτλο «Είκοσι παράγραφοι για τον Καζαντζάκη»,[1] το οποίο και αποτελεί την ώριμη, κατασταλαγμένη κατάθεσή του για το, σύμφωνα και με τη δική του διατύπωση,[2] «φαινόμενο Καζαντζάκη», απέναντι στο οποίο η στάση του εξελίχθηκε με τέτοιον τρόπο ώστε από την πλήρη άρνηση[3] να φθάσει στην ενθουσιώδη αποδοχή και παραδοχή. Σύμφωνα με τα συμπεριληφθέντα στον τόμο Περί λογοτεχνίας και άλλων δαιμονίων, η θετική γνώμη τού Βασίλη Βασιλικού είχε αρχίσει να διαμορφώνεται ήδη από τις αρχές τής δεκαετίας τού ’90, καθώς σε ένα κείμενό του τότε (στο περιοδικό Η λέξη και πάλι), με τον τίτλο «Πώς έγραψα ποίηση»,[4] σημείωνε και τα ακόλουθα: «Ο Καζαντζάκης […] που θεωρούσε τον εαυτό του πρώτα ποιητή και μετά πεζογράφο, έγινε γνωστός σ’ όλο τον κόσμο σαν μυθιστοριογράφος. Κι ωστόσο το ποιητικό του έργο δεν είναι ευκαταφρόνητο». Σχεδόν δύο χρόνια αργότερα, το 1992, σε μια συζήτηση-ποταμό με τον Τάσο Γουδέλη, ο Βασίλης Βασιλικός καταθέτει μια πρώτη αναθεώρηση-επανόρθωση σχετικά με τις απόψεις του για τον Νίκο Καζαντζάκη (η οποία και θα σχηματοποιηθεί οριστικά στο αρχικά αναφερθέν εδώ κείμενο του 1997): «— […] Το 1957 πέθανε ο Καζαντζάκης και την ημέρα τής κηδείας του πηδήξαμε τον φράχτη τού στρατοπέδου [Ο Βασίλης Βασιλικός υπηρετούσε τότε την θητεία του στην Σχολή Εφέδρων στο Ηράκλειο] να την παρακολουθήσουμε. Αυτό το περιστατικό έχει συμβολική σημασία. Ο Καζαντζάκης ήταν ο συγγραφέας που αντιμαχόμουν. Δεν μου άρεσε, αλλά ιστορικά θα τον βρίσκω στη συνέχεια μπροστά μου. Σήμερα ανακαλύπτω την μεγαλοσύνη του. Η Αναφορά στον Γκρέκο είναι η κορυφή τής ελληνικής γραμματολογίας. [Στο σημείο αυτό παρεμβαίνει ο Τάσος Γουδέλης:] §— Είναι σημαντική αυτή η δήλωση, διότι η Τριλογία σου και μερικά ακόμα βιβλία εκείνης τής εποχής σηματοδότησαν την αντικαζαντζακική, ας την πούμε έτσι, στροφή τής ελληνικής πεζογραφίας. §— Ανακαλύπτω στον Γκρέκο, πέρα από την αβυσσαλέα αυτοψυχανάλυση του συγγραφέα του, και τη φοβερή αναμέτρησή του με τις μεγάλες ιδέες τού καιρού του. […] Ως νεαρός αντέδρασα στο στυλ του και στη γλώσσα του. […] Ο Καζαντζάκης πάντως συρρικνώθηκε ως φαινόμενο, μέσα από τους σχετικούς μηχανισμούς μιας «πρωτοπορίας», η οποία τον αρνήθηκε. Εκείνος όμως έχει ένα κοινό διευρυμένο και δεν έχει ανάγκη εμάς. […] Ζώντας έξω χρόνια, διαπίστωσα ότι οι ξένοι, μετά τους αρχαίους, γνωρίζουν τον Καζαντζάκη και μέσω του έργου του θυμούνται ότι γράφουμε ακόμα. Του είμαι γι’ αυτό ευγνώμων. […] Ας επανέλθουμε όμως στην δεκαετία του ’50. Ο Καζαντζάκης μού είχε στείλει μια κάρτα με θερμά λόγια για τον Ιάσονα το ’53 από την Αντίμπ. Έβαλε έτσι μια γέφυρα με την νεότερη γενιά. […] Υπήρξαν συγγραφείς που θέλησαν να γεφυρώσουν το χάσμα και «διώχθηκαν» από την ελληνική διανόηση. Πίστεψα πάντα στη σύγκλιση των δύο πλευρών που περιγράφω. Η γέφυρα αυτή πρέπει να είναι το αιτούμενο ενός συγγραφέα: εάν δημιουργεί κανείς, σκεπτόμενος μόνο τούς ομοτέχνους του και όχι πώς να απευθυνθεί και στους άλλους, τότε διαπράττει μια αιμομιξία. Και το αδίκημα αυτό τιμωρείται από την κοινωνία μας».[5]
Ο Βασίλης Βασιλικός θυμάται τον Νίκο Καζαντζάκη και με άλλες ευκαιρίες, όπως: α) στην περίπτωση του Γεωργίου Βιζυηνού, όπου συνδυάζεται η υπόθεση του μεταλλείου του στο Σαμάκοβο της Θράκης με την αντίστοιχη αληθινή ιστορία τού μεγάλου Κρητικού με τον πραγματικό Γιώργο Ζορμπά ή β) στην περίπτωση του Κωστή Παλαμά, ο οποίος (σε μια υποτιθέμενη συνέντευξή του με τον Βασίλη Βασιλικό) αναφερόμενος στους μη αξιωθέντες (συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού του, ως θύματος του Γιάννη Ψυχάρη) το Νόμπελ, αναγνωρίζει την κατάφωρη αδικία των πολιτικών διώξεων που το στέρησαν από τον Νίκο Καζαντζάκη. Όμως, είναι οι αναφερθείσες παραπάνω «Είκοσι παράγραφοι» εκείνες οι οποίες αποκρυσταλλώνουν την πνευματική εικόνα τού Κρητικού, όπως την αντιλαμβάνεται, πλέον, ο Βασίλης Βασιλικός.
Εκεί επαναλαμβάνει επαυξημένα[6] όσα είχε δηλώσει κατά την διάρκεια της συζήτησης με τον Τάσο Γουδέλη, δημιουργώντας, τελικά, μια οριστική, αποτίουσα τον οφειλόμενο φόρο, πνευματική εικόνα τού Νίκου Καζαντζάκη, έτοιμος, παράλληλα, να υπερασπιστεί τον μεγάλο Κρητικό απέναντι σε οποιαδήποτε κακόβουλη επίθεση. Ξεκινά παρομοιάζοντάς τον με τον «ορατό βράχο» πάνω στον οποίο (θα) προσέκρουε όποιος από τις νεότερες γενιές αποφάσιζε μια συγγραφική σταδιοδρομία: «[Ο Καζαντζάκης…] Ήταν εξαρχής μοναδικός και ξεχωριστός. Έκανε […] γενιά από μόνος του. Κι ανέβαζε πολύ ψηλά την μπάρα τού άλτη, έτσι που η πιο εύκολη πάντα λύση ήταν η αποφυγή τής κόντρας παρά η δοκιμασία της. (Και μες στις μεθόδους τής αποφυγής είναι η εκ των προτέρων απόρριψη). […] Ο Καζαντζάκης ήταν πλούσιος γλωσσικά, ιδιωματικός, κι αυτό μας ξένιζε. Με τα μυθιστορήματά του γεφύρωσε το γλωσσικό χάσμα και με την Αναφορά στον Γκρέκο νομίζω πως το έλυσε. […] το ’59, όταν γνωρίζω τον Κίμωνα Φράιερ, αρχίζω στην πραγματικότητα να ενδιαφέρομαι για το φαινόμενο Καζαντζάκης. […] Βρισκόμουν τότε στην Αμερική και η Οδύσσειά του, μεταφρασμένη στα αγγλικά από τον Φράιερ, έσπαζε όλα τα ρεκόρ πωλήσεων. Ξεπερνούσε τα μπεστ-σέλερ τής μόδας. Είχε δημιουργήσει κατάσταση. […] είχε γίνει ένα είδος cult και ο Καζαντζάκης ο γκουρού μιας γενιάς που δεν πρόλαβε να τον γνωρίσει. […] Η ωριμότητα, λεν, είναι να συμφιλιώνεσαι με τους γονείς σου. Πότε συμφιλιώθηκα κι εγώ με τον Καζαντζάκη; Πρέπει να πω ότι πήρε χρόνο για να ανακαλύψω σιγά-σιγά το εύρος τού προβληματισμού του. Ότι δεν άφησε τίποτα σημαντικό τής εποχής του που να μην το ερευνήσει… […] Σιγά-σιγά τα έργα του έρχονταν προς τα μένα, ένα-ένα, σαν τα κομμάτια ενός γιγάντιου παζλ που το ανασυνέθετα ταπεινά, μεταμελούμενος για την νεανική μου αρνητικότητα απέναντί του. […] Κι έπρεπε να γνωρίσω τη Βάσω Παπαντωνίου για να με μυήσει σε μιαν άλλη πτυχή τού Καζαντζάκη, καθώς εκείνο που αποτελεί δικό της μότο ζωής δεν είναι το επιτάφιο επίγραμμά του που το πιπιλίζουν όλοι, αλλά η φράση του: «Δοξάρι είμαι στα χέρια σου, Κύριε· τέντωσέ με, αλλιώς θα σαπίσω. Μη με παρατεντώσεις, Κύριε· θα σπάσω. Παρατέντωσέ με, Κύριε, κι ας σπάσω!».[7] 
Τελευταίο ας καταγραφεί εδώ ένα απόσπασμα (πρόκειται, πιο συγκεκριμένα, για την κατακλείδα) από κείμενο του Βασίλη Βασιλικού, δημοσιευμένο στην Εφημερίδα των Συντακτών, στις 2.1.2013: «αναρωτήθηκα πολλές φορές», έγραφε εκεί ο Βασίλης Βασιλικός, «αν θα υπάρξει στον τόπο μας ένας νέος Καζαντζάκης; Επιτρέψτε μου να αμφιβάλλω».[8]



Ωστόσο, πέρα από όσα εκτέθηκαν μέχρι τώρα (και ίσως ερχόμενη ορισμένως σε σύγκρουση με κάποια από αυτά), η παρούσα Ανακοίνωση θα εστιάσει σε μια λογοτεχνική, αυτήν την φορά, (και όχι δοκιμιακή) κατάθεση του Βασίλη Βασιλικού, σχετιζόμενη με τον Νίκο Καζαντζάκη και το έργο του, και, μάλιστα, συντεθειμένη κατά την περίοδο της αρνητικής στάσης του απέναντί του· μόνον που η συγκεκριμένη λογοτεχνική κατάθεση κάθε άλλο παρά επιβεβαιώνει την απόρριψη· αντ’ αυτού, μαρτυρεί, μάλλον αθέλητα, την παραδοχή, από την πλευρά τού Βασίλη Βασιλικού, τουλάχιστον του γεγονότος ότι οι μυθοπλασμένες μορφές στο έργο τού Κρητικού (κομμάτι οργανικό, αν όχι πυρηνικό, της ίδιας τής πνευματικής συγκρότησής του) δύνανται να εμπνεύσουν – ως καθιερωμένα επικά σύμβολα που είναι – και νεότερους μαχητές τής ελευθερίας, αποδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο ότι αποτελούν εύληπτο ιδεολογικό υλικό, εύκολα προσαρμόσιμο στις κατάλληλες συνθήκες.
Συνάγεται, έτσι, ότι η προαναφερθείσα «γέφυρα με την νεότερη γενιά», που έβαλε ο Νίκος Καζαντζάκης με αφορμή, επί παραδείγματι, το έργο τού Βασίλη Βασιλικού Η Διήγηση του Ιάσονα, προεκτείνεται στο άπειρο. Μόνον οι μεγαλοφυείς μπορούν να κατορθώσουν κάτι τέτοιο· να υπάρχουν, δηλαδή, ως ίχνη στα έργα των νεότερων δημιουργών, ακόμη και ερήμην αυτών των τελευταίων.

«Με τα κρητικά στιβάλια σου/ ήρθες και κάθισες/ σε δανέζικα έπιπλα, αναπαυτικά./ Φάγαμε κοτόπουλο./ Θα μιλούσαμε για την Άννα-Μαρία, αν δεν σε είχε κατακάψει/ ο καημός. «Με πρόσβαλαν/ οι συνταγματάρχες», είπες. «Πατήσαν/ το κρητικό μου φιλότιμο./ Θα πάρω το αίμα πίσω.»// Στο δάσος τα θάμνα/ ψιθύριζαν το έγκλημα./ Κ’ εμείς αρνηθήκαμε την επίσημη εκδοχή/ πως: «φύτεψες μια σφαίρα στο κεφάλι σου»/ γιατί «ο θάνατος βγάζει ωραία λουλούδια».// Στο δάσος τα θάμνα/ πρασινίζουν την άνοιξη,/ «ραγιάδες, ραγιάδες»!/ Το αίμα το δικό σου/ θα το πάρουμε πίσω εμείς».[9]

Το μόλις παρατεθέν ποίημα, απευθυνόμενο ήδη με τον τίτλο του «Στον [περιγραφόμενο σε αυτό] Γιώργο Μαυρογένη» ανήκει στην ποιητική συλλογή Μέσα στη νύχτα τής Ασφάλειας[10] τού Βασίλη Βασιλικού και αναφέρεται στον διπλωματικό υπάλληλο της ελληνικής πρεσβείας στην Κοπεγχάγη Γιώργο Μαυρογένη, ο οποίος, στις 29 Μαΐου 1968, βρέθηκε νεκρός με ένα πιστόλι δίπλα του, σε ένα δάσος έξω από την Σκανδιναβική πρωτεύουσα, κάτω από ύποπτες συνθήκες, οι οποίες καθιστούσαν τη επίσημη εκδοχή τής «αυτοκτονίας» ιδιαιτέρως αμφισβητήσιμη. Η συγκεκριμένη περίσταση ενέπνευσε τον Βασίλη Βασιλικό, που γνώριζε τα πρόσωπα και τα πράγματα του περί ου ο λόγος συμβάντος,[11] να συνθέσει την νουβέλα Δολοκτονία, εκδοθείσα αρχικά στο εξωτερικό, το 1971 από τον οίκο «8½»,[12] και επανεκδοθείσα έκτοτε τρις και, μάλιστα, τις δύο φορές με διαφορετικούς τίτλους. Και στις τρεις εμφανίσεις της, ωστόσο, ανάμεσα στα πολλά (θεματικά) στοιχεία που διατηρούνται σταθερά είναι και η καταγωγή τού, λιγότερο ή περισσότερο μυθοπλασμένου, νεκρού πρωταγωνιστή από την Κρήτη – καταγωγή η οποία συσχετίζεται εντός τού συγκειμένου με «τα κρητικάτσια τού καπετάν Καζαντζάκη» ή/ και τους «ήρωες από τα βιβλία του».[13]
Το ποίημα, εν είδει αυτογραφικού μότο,[14] έπεται του τίτλου «Η Δολοκτονία» (πρώτου, κατά σειράν, εκ των τριών) στην δίτομη συγκεντρωτική έκδοση των εκδόσεων Παπαζήση, με τον, δανεισμένο από τον προαναφερθέντα οίκο, τίτλο , όπου και συμπεριελήφθη η φερώνυμη νουβέλα (μαζί με άλλα κείμενα των ετών 1968-1973), αφού αρχικά, όπως προαναφέρθηκε, είχε κυκλοφορήσει αυτοτελώς στο εξωτερικό και αφού, επιπλέον, είχε μεσολαβήσει, το 2004 από τον Εκδοτικό Οργανισμό Λιβάνη, η εμφάνισή της (χωρίς, πάντως, το ποίημα) υπό τον τίτλο Έγκλημα στην Κοπεγχάγη («όταν βρέθηκε το αρχικό», τριπλάσιο σε έκταση, χειρόγραφο στα αρχεία τού Βασίλη Βασιλικού «στο “Howard Gottlieb Archival Research Center” του Πανεπιστημίου τής Βοστώνης»).[15] Το 2019, η νουβέλα εμφανίστηκε για τρίτη φορά, με τον τρίτο κατά σειράν τίτλο της, Σκανδιναβικό σταυρόλεξο, εγκαινιάζοντας την Σειρά «πολάρ» των εκδόσεων Dolce (και πάλι χωρίς το ποίημα).[16]
Ο ρόλος τού Γιώργου Μαυρογένη στον αντιχουντικό αγώνα υπήρξε καθοριστικός αλλά, δυστυχώς, διεκόπη βίαια πολύ νωρίς. Η αστυνομία, όπως ήταν αναμενόμενο (και προσδοκώμενο από τους υπαίτιους), απέδωσε τον θάνατό του σε αυτοκτονία και έκλεισε την υπόθεση γρήγορα, παρά τις σοβαρές αντιρρήσεις των ανθρώπων τού περιβάλλοντός του, εδραζόμενες, πρώτον και κύριον, στο γεγονός ότι ο δολοφονηθείς βρέθηκε «αυτοκτονημένος» στον δεξιό κρόταφο, ενώ ήταν αριστερόχειρ.[17] Σύμφωνα, βέβαια, με τις αντίστοιχες δημοσιογραφικές πηγές, τα δεδομένα ήταν αντίστροφα (δηλαδή, δεξιόχειρ – αριστερός κρόταφος), ενώ και η ηλικία τού αληθινού Γιώργου Μαυρογένη, έγγαμου, παρεμπιπτόντως, και πατέρα μιας κόρης, ήταν τα 30 και όχι τα 37 έτη· με άλλα λόγια, τα βιογραφικά στοιχεία παραποιήθηκαν, αρχικά, βέβαια, εξ ανάγκης, αλλά, γενικότερα, και χάριν τής μυθοπλασίας.
Πάντως, λίγο ενδιαφέρει το αν όντως τα στοιχεία για τον Γιώργο Μαυρογένη, συμπεριλαμβανομένης τής κρητικής καταγωγής του, ανταποκρίνονται πλήρως στην πραγματικότητα ή όχι. Διότι εκείνο που έχει σημασία είναι ότι ο Βασίλης Βασιλικός αποφάσισε είτε να αναδείξει είτε να «δημιουργήσει» την κρητική καταγωγή τού δολοφονηθέντος, ενός σθεναρά και παντίοις τρόποις ανθιστάμενου πολίτη, προβάλλοντας σε πρώτο πλάνο το ήθος με το οποίο τον προίκισε η εν λόγω καταγωγή και, μάλιστα, ενδύοντάς το με την αίγλη των ηρώων τού Νίκου Καζαντζάκη – απόδειξη ότι αυτή η τελευταία υφίσταται, πλέον, ως εξόχως αντιπροσωπευτική, με άλλα λόγια, ως σήμα κατατεθέν τής αμετακίνητης αντίστασης και υπεράσπισης των αρχών τού εσωτερικού εαυτού.
Ήδη στο ποίημα «Στον Γιώργο Μαυρογένη» υπάρχουν δύο «ριζιμιές» αναφορές, στον 1ο και στον 8ο στίχο: «κρητικά στιβάλια» και «κρητικό φιλότιμο» αντίστοιχα, οι οποίες επαναλαμβάνονται είτε αυτούσιες είτε ως ευρύτερο ζήτημα και εντός τού κειμένου. Επί παραδείγματι,[18] στην έκδοση Σκανδιναβικό σταυρόλεξο η αναφορά στα «κρητικά στιβάλια» επαναλαμβάνεται τρις· κατά πρώτον, στην τελευταία παράγραφο του κεφαλαίου 2, όπου περιγράφεται το ευρεθέν πτώμα: «[…] κάτω ξέφευγαν οι σόλες από τα κρητικά στιβάλια του, που ποτέ δεν τ’ αποχωριζόταν» (σ. 18)· κατά δεύτερον, στα λόγια τού «διερμηνέα», όταν απευθύνεται στον αυτόκλητο ντετέκτιβ – alter ego τού συγγραφέα: «Ύστερα κάτι ακόμα: εδώ τα ’βρισκε όλα άοσμα. […] Τίποτα εδώ δεν μυρίζει, έλεγε. Καμιά φορά μύριζε ο ίδιος τα στιβάλια του» (σ. 50/ βλ. και στο Έγκλημα στην Κοπεγχάγη, σσ. 99-100) και, κατά τρίτον, στις σκέψεις τής παραζαλισμένης από το χασίς Χάριεν, της τελευταίας ερωμένης τού νεκρού: «[…] βρίσκεται σε έναν[19] κόσμο αναστημένο. Μπροστά της, με τα κρητικά στιβάλια του, είναι ο Κ. Το βλέμμα του ίσιο, τραχύ, κρητικό, ασυμβίβαστο» (σ. 79).
Αλλά και ειδικότερα ο καζαντζακικός χαρακτήρας, με τον οποίο συνταυτίζονται, εν τέλει, οι κρητικές αναφορές, κατοικεί επίσης εντός τού συγκειμένου τής νουβέλας.
Καθώς η πιο πρόσφατη εκδοχή (τής νουβέλας), που φέρει τον τίτλο Σκανδιναβικό Σταυρόλεξο είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό όμοια με το αρχικό συγκείμενο υπό τον τίτλο «Η Δολοκτονία» (συμπεριληφθέν πλέον στην συγκεντρωτική έκδοση του 2012, αλλά και κυκλοφορήσαν αυτοτελώς ως παρακολούθημα της Εφημερίδας των Συντακτών, το 2019) και δεδομένης και της αποκατάστασης των ψευδωνυμιών, πλην τού κεφαλαίου «Κ», πίσω από το οποίο εξακολουθεί να κρύβεται ο “αυτοκτονημένος” κεντρικός ήρωας, Γιώργος Μαυρογένης, θα παρατεθούν στην συνέχεια τα χωρία που συνδέονται, κατά πρώτον, με το έργο τού Νίκου Καζαντζάκη και, κατά δεύτερον, με την “κρητική” στάση ζωής τού κεντρικού ήρωα, επί τη βάσει τής (ευχρηστότερης) εκδοχής Σκανδιναβικό σταυρόλεξο, με παράλληλες αναφορές και στις δύο έτερες εκδοχές.

Στο πρώτο χωρίο πρόκειται για απόσπασμα από την συζήτηση – μέρος τής προανακριτικής διαδικασίας – που λαμβάνει χώρα σε αστυνομικό τμήμα τής Στοκχόλμης· ο ομιλών, ο επονομαζόμενος «Αρχηγός», παραπέμπει στον Ανδρέα Παπανδρέου (του οποίου το όνομα εμφανίζεται στην εκτενέστερη, μητρική όλων αλλά εκδοθείσα αργότερα και υπό τον, προαναφερθέντα εδώ, τίτλο Έγκλημα στην Κοπεγχάγη εκδοχή τής νουβέλας (σσ. 51, 65), η οποία θα εξεταστεί αμέσως μετά):
«— Είστε σίγουρος ότι ο Κ. δεν οργάνωνε κομάντος κρυφά από σας; — Νομίζω ότι μου ήταν πιστός και αφοσιωμένος. […] Εκείνο που έχει σημασία για μένα και πρέπει να το καταλάβετε, είναι ότι ο Κ. αισθανόταν τόσο «αγκαζαρισμένος» στην ελληνική υπόθεση, που η εκδοχή τής αυτοκτονίας καταρρέει από μόνη της. […] Εξάλλου τα κρητικά παλικάρια δεν αυτοκτονούν. Πέφτουν με τα μούτρα πάνω στον εχθρό και δέχονται το βόλι στο στέρνο. Κι έχει τόσα ξαδέρφια κάτω στην Κρήτη, με μαύρα μαντήλια στο κεφάλι και μαχαίρια περασμένα στα ζωνάρια τους. Δεν αναλογίστηκε[20] τι θα σκεφτούν; Η αυτοκτονία για τους λεβέντες τής Κρήτης[21] θεωρείται σύμπτωμα εκφυλισμού, προσβολή τής τιμής τής οικογένειας. Και πριν, μπορεί να μαράζωνε με το ταξιδιωτικό του γραφείο. Αλλά η χούντα ξύπνησε μέσα του[22] το κοιμισμένο «κρητικάτσι» τού καπετάν Καζαντζάκη.[23] Γι’ αυτό δεν μένει παρά να δεχτούμε την εκδοχή τής δολοφονίας του».[24]
Στο δεύτερο και εκτενέστερο χωρίο πρόκειται για απόσπασμα από τον διάλογο (έναν από τους πολλούς όμοιους) ανάμεσα στον αφηγητή–«δημοσιογράφο–αυτόκλητο ντετέκτιβ»[25]–alter ego τού συγγραφέα και σε έναν από τους φίλους/ συντρόφους τού κεντρικού ήρωα· στην εξιστόρηση του συγκεκριμένου φίλου, πρώην δύτη και νυν[26] εργάτη σε εργοστάσιο στην Στοκχόλμη, εγκιβωτίζεται, όπως θα διαπιστωθεί, η αφήγηση του συμπατριώτη[27] τού «Κ», από το Ηράκλειο της Κρήτης: «— Μού έλεγε ο μακαρίτης: έχεις ένα επάγγελμα «ταμάμ» για την αντίσταση. Δύτες χρειαζόμαστε, βατραχανθρώπους για σαμποτάζ. Η πυρηνική βάση τής Σούδας δεν πλησιάζεται παρά από τη μεριά τής θάλασσας.[28] Και τώρα θα σου πω κάτι που δεν το ξέρεις, που ελάχιστοι το ξέρουνε: κατέβηκε παράνομα στην Κρήτη, το καλοκαίρι τού ’68. Ο άνθρωπος που του ’χε φέρει το μέλι και το λάδι απ’ τη μάνα του, ήταν ο σύνδεσμος. Απ’ το Ηράκλειο της Κρήτης, […] συνεπής και παλιός αγωνιστής, […] μου τα ’πε, όταν απαρηγόρητος για τον χαμό τού Κ. κι αναστατωμένος που βρέθηκε εδώ, «Πώς θα γυρίσω πίσω;» έλεγε, «Πώς θα αντικρίσω τους δικούς του;» μου διηγήθηκε καταλεπτώς όλη την ιστορία. Ώς[29] τότε νόμιζα κι εγώ ότι το καλοκαίρι εκείνο του ’68, ο Κ. είχε κατέβει παράνομα για να εκπαιδευτεί σ’ ένα κέντρο κομάντος στην Ιορδανία. Ενώ στην Κρήτη είχε πάει, στην πατρίδα του… […]. §Στην Αθήνα δεν έμεινε καθόλου. Πήρε το πλοίο νύχτα και ξημερώθηκε στο Ηράκλειο. Έπιασε ένα δωμάτιο στο ξενοδοχείο Η Μαντάμ Ορτάνς.[30] […] υποδυόμενος πάντα τον τουρίστα, […] ήρθε να με βρει στο χωριό όπου[31] παραθέριζα. […] Ήταν πολύ προσεκτικός να μην προδοθεί από καμιά λεπτομέρεια. Αλλά στο καφενείο βλέποντας τα αναρτημένα συνθήματα, τον φαντάρο, τον φοίνικα, τον λαβύρινθο, με το ζόρι, όπως μου είπε μετά, έπνιξε μέσα του ένα γαμοσταυρίδι. […]. §Ώρες[32] θα κάθισε κάτω απ’ τα αστέρια, στο βουνό, δίπλα στις στάνες των τσομπάνων, και θα μύρισε την αψιά μυρωδιά τής καμένης πέτρας. Θα είδε τους βουνίσιους, τους σκληρούς χωρικούς, σαν ήρωες απ’ τα βιβλία τού Καζαντζάκη. Κατάφερε, ακόμα, μόνος του, σαν παλιός δημοσιογράφος τής Politiken, να συναντήσει τους δώδεκα σφακιανούς αντάρτες, για την ακρίβεια έντεκα, που δεν κατέβηκαν απ’ τα βουνά από το 1945 γιατί ποτέ δεν πίστεψαν ότι νικήθηκε ο φασισμός. Αρματωμένοι σαν αστακοί, δεν τους πειράζει η αστυνομία, που τους ξέρει, γιατί κι αυτοί κάθονται ήσυχα. Αφού δεν μπορούμε να φάμε τα κεφάλια, του είπαν, γιατί να φάμε καναδυό χαφιέδες μοναχά; Έτσι περιμένουν, να κάνει λίγο ξαστεριά, πριν χτυπήσουν. […] Θα ’θελα […] να ’ξερα να σας έλεγα περισσότερα για το ποιους είδε κάτω, τι είπε. […] §Και στην κηδεία του ο έξοχος αυτός άνθρωπος και πατριώτης έφερε ένα στεφάνι που έλεγε: «Σ’ ένα τέκνο αντάξιο τής λεβεντογέννας Κρήτης». Και τον έκλαψε πολύ, γιατί ήξερε πόσο αγαπούσε εκείνα τα γυμνά, τα χέρσα, τα καμένα χώματα της πατρίδας του που τόσο τα στερήθηκε».[33]

Τα εδώ προπαρατεθέντα ως σχετιζόμενα με «την Κρήτη τού Νίκου Καζαντζάκη» συμπεριλαμβάνονται εν πολλοίς και στην αρχική, τριπλάσια σε έκταση, εκδοχή τού κειμένου, η οποία εκδόθηκε μεταγενέστερα (2004), υπό τον τίτλο Έγκλημα στην Κοπεγχάγη, «για να θολώσει τα νερά» (σύμφωνα με το χαριτολόγημα του Βασίλη Βασιλικού[34]). Η εν λόγω εξαντλημένη, δυστυχώς, έκδοση, θα μπορούσε, στην πραγματικότητα, να λειτουργήσει ως παρακολούθημα/ βοήθημα για τα Η Δολοκτονία και Σκανδιναβικό σταυρόλεξο, καθώς είναι σε θέση να προσφέρει μερικές απαντήσεις στις όχι ευάριθμες απορίες που γεννώνται από τα ηθελημένα κενά/ κρυμμένα μυστικά τους. Διότι, κάποιοι/ κάποιες από τους/ τις συνομιλητές/ συνομιλήτριες τού «δημοσιογράφου – αυτόκλητου ντετέκτιβ», που πήρε πάλι «τον δρόμο τού Βορρά», αποκτούν, ή, ορθότερα, είχαν ήδη, στην αρχική, εκτεταμένη εκδοχή, όνομα και παρελθόν. Άλλοι/ Άλλες παρουσιάζονται με πληρέστερο βιογραφικό ή/ και δραστηριοποιούνται στον τότε παρόντα χρόνο, δηλαδή, αμέσως μετά το έγκλημα, αποκαλύπτοντας έτσι περισσότερες πτυχές τού χαρακτήρα τους – αυτό συμβαίνει, επί παραδείγματι, με τις δύο γυναίκες, την σύζυγο (η οικογενειακή κατάσταση του «αυτοκτονημένου» κεντρικού ήρωα, στην εκτεταμένη εκδοχή, βρίσκεται πιο κοντά στα αληθινά στοιχεία τού βίου τού Γιώργου Μαυρογένη) και την ερωμένη. Αναμενόμενη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και η επέκταση της πλοκής, καθώς αυξάνονται και μακραίνουν οι δρόμοι που μπορούν να ακολουθήσουν οι χαρακτήρες.
Σε ό,τι αφορά, τώρα, τις διασυνδέσεις τής εκτενέστερης μορφής τής νουβέλας με την Κρήτη και το έργο τού Νίκου Καζαντζάκη, υπάρχουν πράγματι κάποιες επιπρόσθετες παραπομπές, οι οποίες αποτελούν είτε μεγαλύτερες αρχικές εκδοχές των ήδη αναφερθεισών είτε μη υιοθετημένα χωρία, μικρότερα ή μεγαλύτερα.

α) Όταν η σύζυγος αντικρίζει το πτώμα τού Γιώργου Μ.: «[…] πρόλαβε να δει τη σόλα απ’ το παπούτσι του, αυτά τα κρητικά στιβάλια που φορούσε τον τελευταίο καιρό, σαν από πάθος ακατανίκητο για την Ελλάδα, και πιο ειδικά για την Κρήτη, όπου γεννήθηκε, και που του τη ρεζίλεψαν – έτσι έλεγε – οι συνταγματάρχες» (Έγκλημα στην Κοπεγχάγη, σ. 12)
β) Στη διάρκεια της “επίσκεψης” του μυστικού αστυνομικού, ο οποίος προσπαθεί να την πείσει να παραδεχθεί δημοσίως, έστω μόνον εικονικά, ότι ήταν αυτοκτονία, προκειμένου να ξεθαρρέψουν (υποτίθεται) οι πιθανοί δολοφόνοι με την σκέψη ότι δεν κινδυνεύουν και έτσι να αποκαλυφθούν, η σύζυγος, και πάλι, βασανίζεται από τις ακόλουθες σκέψεις: «Πώς θα ’βγαινε να πει ότι ο Γιώργος αυτοκτόνησε; Τι θα σκεφτόνταν οι φίλοι του γι’ αυτήν; Τι θα σκεφτόνταν οι γονείς του κάτω στην Ελλάδα; Παλικάρια τής Κρήτης, με γενιές ξαδέρφων με μπαντό – μαύρο μαντίλι στο κεφάλι –, κι ένας εκφυλισμένος που πρόσβαλε την οικογενειακή τιμή με την αυτοκτονία του; Τα κρητικά παλικάρια δεν αυτοκτονούν. Πέφτουν πάνω στον εχθρό και δέχονται το βόλι στο στέρνο» (Έγκλημα στην Κοπεγχάγη, σ. 37/ πρόκειται για παραλλαγή τού ήδη καταγραφέντος εδώ χωρίου από την σ. 36 τού Σκανδιναβικού σταυρόλεξου).
γ) Το χωρίο που ακολουθεί, ενταγμένο σε μία εμβόλιμη ιστορία απαλειφθείσα εξ ολοκλήρου από την συντομότερη μορφή τής νουβέλας, προσθέτει μία καινούργια παραπομπή στο έργο τού Νίκου Καζαντζάκη από τον Βασίλη Βασιλικό (μισοκρυμμένον εδώ πίσω από το προσωπείο τού εννοούμενου συγγραφέα–τριτοπρόσωπου αφηγητή, ο οποίος, μάλιστα, παίρνει τον λόγο (στο α′ πληθυντικό, τής ταπεινοφροσύνης) σε αυτό το τρίτο, ΙΙΙ, κεφάλαιο και απευθύνεται στο αναγνωστικό του κοινό, (αυτο)αναφερόμενος, ταυτόχρονα, στην ίδια του την καταγραφή: «[…] – κι εδώ κλείνει η παρένθεση, παρ’ όλη την ασυνταξία της – […]»[35] (γράφει, επί παραδείγματι), ενώ, επιπλέον, οι απόψεις που εκφράζονται συμπίπτουν με εκείνες που είχε εκφράσει ο Βασίλης Βασιλικός σε άρθρο του στο περιοδικό Ο Ταχυδρόμος[36]): «[…] κάτι τέτοιες συκοφαντικές ιστορίες για την Ελλάδα, αν δεν είχαμε δικτατορία και θέλαμε τον τουρισμό, θα κάναμε να τις πληρώσουν πολύ ακριβά αυτοί που τις διαδίδουν, αλλά τώρα δεν λέμε τίποτα, γιατί […] μας συμφέρει […] να παρουσιάζονται οι Έλληνες σαν τις γριές μαυροφόρες, τις κορακιασμένες, στο τέλος τής ταινίας τού Ζορμπά, που τόσο είχαν θίξει μερικούς μερικούς, γιατί, λέει, μας δείχναν υπανάπτυκτους, λες και δεν ήμασταν, πώς αλλιώς θα βγάζαμε τα τέρατα αυτά με τα γαμψά νύχια που κουρνιάζουν τώρα πάνω στη σκλαβωμένη πατρίδα μας» (Έγκλημα στην Κοπεγχάγη, σ. 25)· να επισημανθεί εδώ ο πολύ ενδιαφέρων συσχετισμός από τον Βασίλη Βασιλικό τής συγκεκριμένης θεματικής πτυχής τού έργου τού Νίκου Καζαντζάκη με την Χούντα των Συνταγματαρχών, ενάντια στην οποία αγωνίστηκαν ο κεντρικός ήρωας της νουβέλας και οι σύντροφοί του.[37]
δ) Στο πλαίσιο τής, συνταγμένης «από φοιτητές που είχαν κάποια εξοικείωση με το γράψιμο», έκθεσης τής «Επιτροπής Ερεύνης για την ανακάλυψη των δολοφόνων τού Γιώργου Μ.» (Έγκλημα στην Κοπεγχάγη, σσ. 105-122), έχουν καταγραφεί και όσα συζητήθηκαν με τον προαναφερθέντα εδώ συμπατριώτη του από το Ηράκλειο, τον οποίον συνάντησαν μετά την κηδεία. Εκτός, όμως, των όσων περιελήφθησαν στα Η Δολοκτονία και Σκανδιναβικό σταυρόλεξο, στην εκτενή εκδοχή τής νουβέλας, πέραν των επιμέρους διαφοροποιήσεων, υπάρχουν επιπρόσθετα στοιχεία σχετικά με την κτηματική περιουσία τού “πρωταγωνιστή” στην Κρήτη και την άρνηση του πατέρα του (στον οποίο ο Γιώργος Μ. είχε σχεδόν «παθολογική» αδυναμία) είτε να την πουλήσει είτε να τον αποκληρώσει, προκειμένου «να μην παν τα δέντρα στους δικτάτορες και στο πεινασμένο συγγενολόι τού Παπαδόπουλου», μιας και η Χούντα απειλούσε ότι θα τα κατάσχει. Επιπλέον, υπάρχουν διαφοροποιημένα και εμπλουτισμένα στοιχεία για το «κρητικό αντάρτικο», το οποίο, λέγεται ότι, δεν σταμάτησε ποτέ να υφίσταται, όπως υπάρχει και η αναφορά στην λέξη «πατακός», για την οποία σημειώνεται ότι στην κρητική διάλεκτο σημαίνει «παλαβιάρης». Τέλος, αναφέρεται ότι για τον Γιώργο Μ. «η Κρήτη ήταν πάνω απ’ την Ελλάδα» (Έγκλημα στην Κοπεγχάγη, σσ. 112-115).
ε) Όσα παρετέθησαν εδώ νωρίτερα από το Κεφ. 19 της έκδοσης Σκανδιναβικό σταυρόλεξο (σσ. 88-92), στο Έγκλημα στην Κοπεγχάγη συμπεριλαμβάνονται στο Κεφ. ΧΧΧ (σσ. 217-223), με κάποιες επιμέρους διαφοροποιήσεις, αφ’ ενός, σχετικές με το ίδιο το πρόσωπο του συμπατριώτη από το Ηράκλειο, ο οποίος δεν ταυτίζεται με εκείνον που είχε έρθει και είχε συναντήσει τον Γιώργο Μ. την προπροηγουμένη τής “αυτοκτονίας” του (ό.π., σσ. 112-115· πάντως, οι «δύο» αυτοί συμπατριώτες τού Γιώργου Μ. φαίνεται να συγχωνεύτηκαν στο πρόσωπο του Ηρακλειώτη, όπως παρουσιάζεται στο Σκανδιναβικό σταυρόλεξο)[38] και, αφ’ ετέρου –αυτό είναι το πιο σημαντικό–, σχετικές με την γενικότερη εικόνα τού έντιμου και υπερήφανου Κρητικού, η οποία, εντελώς αναπάντεχα, εδώ αμφισβητείται (!). Αυτός ο παλιός αγωνιστής, μαγαζάτορας στο Ηράκλειο, μίλησε και με την σύζυγο του Γιώργου Μ. και με τους δύο φίλους του, τον γιατρό και τον δικηγόρο (πρόεδρο και αντιπρόεδρο της Επιτροπής Ερεύνης, αντίστοιχα) και τους είπε, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: « “Παντού χαφιέδες”, έλεγε, “σε κάθε οργάνωση, σε κάθε μυστική προεργασία. Υπάρχει αληθινά μια γενιά γεννημένων χαφιέδων στην Κρήτη”, συμπέραινε» (ό.π., σσ. 217-218). Κι ενώ στην εξιστόρησή του σχετικά με την εντύπωση που έκανε στον Γιώργο η αλλαγμένη Κρήτη δεν παραλείπει να αναφερθεί στους «σκληρούς», «ανένδοτους» βουνίσιους που συνάντησε εκείνος, «σαν ήρωες απ’ τα μυθιστορήματα του Καζαντζάκη», συμπληρώνει, όμως, και τα ακόλουθα: «[…] συνάντησε τα άλλα παιδιά, που κατέβηκαν απ’ τα βουνά ειδικά για να τον δούνε. Συζητήσαμε τα προβλήματα της ταχτικής. Ο Γιώργος αναπτέρωσε το πεσμένο ηθικό τους. Τα παιδιά, όταν μάθαν ότι τον σκοτώσαν – γιατί τον είχαν αγαπήσει πολύ –, σκοτώσαν ένα χαφιέ, με την επιγραφή πάνω στο στέρνο του: «Πληρώνεις τον Γιώργο Μ.» (ό.π., σ. 221).
στ) Ανάμεσα στις πιθανές και απίθανες λύσεις που προτείνονται για το μυστήριο της δολοκτονίας, σημειώνεται στο Έγκλημα στην Κοπεγχάγη ακόμη και το ενδεχόμενο να επρόκειτο για «μια απλή κρητικιά βεντέτα[39], ποιος ξέρει από πού αρχινισμένη […] [Ο δικηγόρος] έβαλε στο πικάπ τον «Ερωτόκριτο». Και με την κρητικιά λύρα και τον ρυθμό ανακουφίστηκε»· με αυτόν τον τρόπο προσπαθεί ο δικηγόρος, ο φίλος του Γιώργου Μ., να τον φέρει μπροστά του, «σ’ όλη του τη συγκινησιακή υπόσταση» (ό.π., σ. 132).
ζ) Στο πλαίσιο του Εγκλήματος στην Κοπεγχάγη, η σύζυγος και τώρα χήρα τού Γιώργου Μ., καθώς, στην προσπάθειά της να ξεπεράσει την απώλειά του, δοκιμάζει, μεταξύ άλλων, και την εμπειρία των παραισθησιογόνων, όπως και των πνευματιστικών συνεδριών, αισθάνθηκε κάποια στιγμή ότι «βρισκόταν σε έναν κόσμο αναστημένο: εδώ ήταν ο Γιώργος με τα κρητικά στιβάλια του, με το ίσιο βλέμμα του, τραχύ, κρητικό, ασυμβίβαστο» (ό.π., σ.230). Στις εκδοχές Δολοκτονία και Σκανδιναβικό Σταυρόλεξο, οι ίδιες αυτές εμπειρίες μεταφέρονται στην Χάριεν, την δεύτερη ερωμένη τού Γιώργου Μ. (ή, αλλιώς, του «Κ», εκεί), οπότε και τα παραπάνω επαναλαμβάνονται με ελάχιστες αλλαγές (Σκανδιναβικό Σταυρόλεξο, σ. 79).[40]

Πέραν των όσων εντοπίστηκαν και καταγράφηκαν ήδη, πρέπει να προσεχθεί το γεγονός ότι ο Γιώργος Μαυρογένης, όπως παρουσιάζεται στην νουβέλα τού Βασίλη Βασιλικού, υπήρξε ουσιαστικά ανένταχτος.[41] «Παρόλο που ο Κ. δεν ήταν αριστερός», λέει ένας από τους φίλους και συναγωνιστές του, «ήταν η ψυχή τού αγώνα εδωπέρα» (Σκανδιναβικό Σταυρόλεξο, σ. 21). Ο τριτοπρόσωπος αφηγητής, δε, αναλαμβάνει να παρουσιάσει ευκρινέστερα τόσο τον άμεσο, ενωτικό, αντίκτυπο της δολοκτονίας τού κεντρικού ήρωα (ό.π., σ. 24), όσο και τον ρόλο που εκείνος είχε παίξει, με αποτέλεσμα να αναδειχθεί σε ηγετική φυσιογνωμία:[42] «Ασυνειδητοποίητος κατά το μεγαλύτερό του ποσοστό, ο ελληνισμός τής πόλης συσπειρώθηκε γύρω απ’ την προσωπικότητα του Κ., μετά το πραξικόπημα. Μετανάστες από χωριά ως επί το πλείστον, που προλεταριοποιήθηκαν στο εξωτερικό κάτω από εντελώς βάναυσες συνθήκες, βρήκαν στον Κ. και στην ορμέμφυτη αντίδρασή του[43] τον εκφραστή τους. Κι οι αριστεροί στο σύνολό τους, κρατήσαν μια ήπια στάση απέναντί του, χωρίς να τον βάλουν στο[ν][44] μαυροπίνακα του αστού, μονοκοπανιάς. Εκτός από τους ελάχιστους δογματικούς που φοβούνταν[45] τις «μπουρζουάδικες επιρροές», οι υπόλοιποι, συνειδητά ιστορικά πρόσωπα, θεωρούσαν πως ένας αστός που συνειδητοποιείται καθ’ οδόν, μπορεί και πρέπει να παίξει τον επαναστατικό του ρόλο. Γι’ αυτό τον πλαισίωσαν, τον πρόσεχαν και τον καθοδηγούσαν, όσο τους ήταν δυνατό, διαβλέποντας πάνω στην προσωπικότητά του[46] τα εχέγγυα της ανιδιοτέλειας και της γνησιότητας» (Σκανδιναβικό Σταυρόλεξο, σ. 25, Έγκλημα στην Κοπεγχάγη, σσ. 18, 41, 48).
Τα παραπάνω θυμίζουν έντονα (ως να υπήρχε σταθερά στον νου τού Βασίλη Βασιλικού ο συγγραφέας τού Ζορμπά)[47] όσα έγραφε ο Νικηφόρος Βρεττάκος για τον Νίκο Καζαντζάκη, αρκεί, βεβαίως, να τηρηθούν οι σωστές αναλογίες, μιας και η μορφή τού μεγάλου Κρητικού ξεπερνά κατά πολύ όλα τα προαναφερθέντα εδώ (ανθρώπινα) μεγέθη: 

«Παρατήρησα πως πολλοί, προκειμένου να μιλήσουν για τον Καζαντζάκη, ξεκινούν από τον έλεγχο των ιδεών του, άλλοι προσπαθώντας να δώσουν μιαν ερμηνεία στην κοσμοθεωρία του κι άλλοι προσπαθώντας να την αρνηθούν. Είναι νομίζω ο καλλίτερος τρόπος για να μη φτάσουν ποτέ στο πραγματικό ενδιαφέρον τού συγγραφέα, που ο πανικός του τον οδήγησε σε μιαν ασύγγνωστη τρέλα: να ξεπεράσει το[ν] χρόνο και το[ν] χώρο, να ξεπεράσει τα ανθρώπινα σύνορα, να δραπετεύσει ακέραιος μες απ’ την ύλη – προς τα πάνω, όπως ένα σπαθάτος, ολόφωτος χορευτής. » Ούτε Κρητικός, ούτε Νιτσεϊστής, ούτε Χριστιανός, ούτε Κομμουνιστής, ούτε Βουδιστής. Όταν οι αντίμαχοι των εσωτερικών του αντιθέσεων, έπεσαν εξαντλημένοι στο πεδίο τής μάχης – ένα πεδίο μάχης υπήρξε το εσωτερικό του – ο Καζαντζάκης απόμεινε ένας καλής προαίρεσης και αναμφισβήτητης καθαρότητας, ανθρωπιστής.»
Σ’ αυτό πρέπει να προστεθεί και το ότι υπήρξε ένα από τα ειλικρινέστερα παιδιά τού αιώνα του».
[48]

Όμως, ο Νίκος Καζαντζάκης δεν είναι ο μόνος πνευματικός άνθρωπος και λογοτέχνης[49] που συνδέεται, μέσω της νουβέλας του Βασίλη Βασιλικού Έγκλημα στην Κοπεγχάγη, με την Χούντα των Συνταγματαρχών και γενικότερα με την αντιστασιακή δυναμική που οφείλει να αξιοποιήσει ο ελληνικός λαός. Συμπεριλαμβάνοντας στην αρχική, εκτεταμένη εκδοχή τής νουβέλας του και μια επιστολή τού Γιώργου Μ. στον Γιώργο Θεοτοκά (κεφ. XXV, σσ. 180-185), του οποίου ο Βασίλης Βασιλικός επανειλημμένα έχει ομολογήσει πως υπήρξε θαυμαστής (τον αγαπούσε πολύ, τον θεωρούσε φίλο του και αλληλογραφούσε μαζί του),[50] ο νεότερος συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να επισημάνει και να εξάρει την διορατικότητα του πρεσβύτερου (και διάσημου αναδόχου τής “Γενιάς του ’30”) ως προς τον κακό δρόμο που έπαιρνε η χώρα, όπως και την έντιμη στάση του κατά τα Ιουλιανά και μετέπειτα, μέχρι τον θάνατό του, τον Νοέμβριο του 1966 · στάση θαρραλέα και ολοφάνερη μέσα από την αρθρογραφία του στο προδικτατορικό Βήμα[51]. Άραγε, πώς θα μπορούσε εδώ να αποκλειστεί το ενδεχόμενο μιας τριμερούς διακειμενικής σχέσης ανάμεσα στους Νίκο Καζαντζάκη, Γιώργο Θεοτοκά και Βασίλη Βασιλικό με σημείο εκκίνησης για την έρευνα, από τη μια, το Βίος και πολιτεία τού Αλέξη Ζορμπά του Νίκου Καζαντζάκη και, από την άλλη, το διήγημα/ νουβέλα «Ευριπίδης Πεντοζάλης» του Γιώργου Θεοτοκά, ως διπλή/ συνδυαστική επίδραση πάνω στην μελετώμενη νουβέλα τού Βασίλη Βασιλικού; Πεδίο δόξης λαμπρόν ανοίγεται για τις ερευνήτριες και τους ερευνητές.

Ο Νίκος Καζαντζάκης και ο Βασίλης Βασιλικός είναι οι δύο Νεοέλληνες πεζογράφοι το έργο των οποίων έχει περισσότερο μεταφραστεί (και άρα διαβαστεί) εκτός Ελλάδος, ενώ, κατά αξιοπρόσεκτη σύμπτωση, τα δύο «Ζ», εκείνο τού Βασίλη Βασιλικού και ο «Ζορμπάς», δηλαδή, το Βίος και Πολιτεία τού Αλέξη Ζορμπά τού Νίκου Καζαντζάκη είναι τα μόνα νεοελληνικά έργα που περιελήφθησαν στην λίστα τής βρετανικής εφημερίδας The Guardian (συγκεκριμένα στο φύλλο τής 21.1.2009) με τα 1000 οπωσδήποτε αναγνωστέα βιβλία για το έτος εκείνο.[52] Τούτων δοθέντων, λοιπόν, είμαι επιπροσθέτως ικανοποιημένη, διότι μου δόθηκε η ευκαιρία με την παρούσα Ανακοίνωση να δείξω μία ακόμη, διαφορετική ή συμπληρωματική, πλευρά τής παραπάνω συνύπαρξης.




ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αγάθος Θ., 2007, Από το «Βίος και Πολιτεία τού Αλέξη Ζορμπά» στο «Zorba the Greek»: κριτικοί βίοι παράλληλοι, Αιγόκερως: Κινηματογράφος/Λογοτεχνία.
Βασιλικός Β., 2004, Έγκλημα στην Κοπεγχάγη Μυθιστόρημα, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη.
Βασιλικός Β., 2006, Τα ποιήματα, Διεύθυνση Σειράς-Πρόλογος-Επιμέλεια: Άρης Μαραγκόπουλος, Ελληνικά Γράμματα.
Βασιλικός Β., 2012, Η διήγηση του Ιάσονα και Αναμνήσεις από τον Χείρωνα, Επιμέλεια-Εισαγωγή: Θανάσης Αγάθος, Εκδόσεις Γκοβόστη.
Βασιλικός Β., 2012, 8½. Πρόζες, Μυθοπλασίες, Ντοκουμέντα, Τόμος Πρώτος: 1968-1970 / Τόμος Δεύτερος: 1971-1973, Επιμέλεια: Κώστας Θ. Καλφόπουλος, Εκδόσεις Παπαζήση.
Βασιλικός Β., 2014, Περί λογοτεχνίας και άλλων δαιμονίων. 60 χρόνια γραφής και ανάγνωσης 1952-2012, Ανθολόγηση-Επιμέλεια-Εισαγωγή: Θανάσης Αγάθος-Αριστοτέλης Σαΐνης, Εκδόσεις Gutenberg.
Βασιλικός Β., 2019, Σκανδιναβικό σταυρόλεξο, Εκδόσεις Dolce <σειρά πολάρ 1>.
Βασιλικός Β., 2021, Η μνήμη επιστρέφει με λαστιχένια πέδιλα. Αυτοβιογραφία, Κέδρος.
Βασιλικός Β., 2022, Υπάρχουν όνειρα. Ο κομήτης τού Χάλλεϋ. Διηγήματα, Κέδρος.
Βρεττάκος Ν., 1960, Νίκος Καζαντζάκης. Η αγωνία του και το έργο του, Επιμέλεια εκδόσεως: Κωστούλα Μητροπούλου, Εκδοτικός Οίκος “Π. Σύψας & Σία, [Σύψας Π.-Σιαμαντάς Χρ.].
Καζαντζάκης Ν., 2005, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, Εκδόσεις Καζαντζάκη.
Καζαντζάκης Ν., 2008, Ο φτωχούλης του Θεού, Επίμετρο: Δρος Πατρόκλου Σταύρου, Εκδόσεις Καζαντζάκη.
Μπασκόζος Γ., 2011, (συνέντευξη) «Βασίλης Βασιλικός. Σημασία δεν έχει η γραφή αλλά το μοντάζ», περ. Διαβάζω, τχ. 517, Απρίλιος 2011, Αφιέρωμα: «Βασίλης Βασιλικός. Πληθωρικός και παιγνιώδης», σσ. 70-74.
Ουάιλντ Όσκαρ, 2013, Το Πορτραίτο τού Ντόριαν Γκρέι, Με σχόλια δίχως περικοπές. Μτφρ: Δώρα Στυλιανίδου, Εκδοτική Επιμέλεια: Νίκολας Φράνκελ, Εκδόσεις Εκάτη.
Παγκράτης Σπύρος–Μάριος Π., 2020, «Ευθύτητα και εντιμότητα: ο Γιώργος Θεοτοκάς και τα «Ιουλιανά» τού 1965», περ. Πόρφυρας, τχ. 172-173, Κέρκυρα, Οκτώβρης-Δεκέμβρης 2020, σσ. 251-256.
Πανσεληνά Γ. Μ.-Σόβολος Μ., 2011, «Αρχείο Βοβολίνη. Υπο-αρχείο Βασίλη Βασιλικού», περ. Διαβάζω, τχ. 517, Απρίλιος 2011, Αφιέρωμα: «Βασίλης Βασιλικός. Πληθωρικός και παιγνιώδης», σσ. 112-115.
Ταχτσής Κ., 1980, Καφενείο Το «Βυζάντιο» κι άλλα ποιήματα, Γαλαξίας – Εκδόσεις Ερμείας, 1980.
Τορόση Ελένη, 2011, «Ένας ευγενής μπήτνικ στην ελληνική λογοτεχνία», περ. Διαβάζω, τχ. 517, Απρίλιος 2011, Αφιέρωμα: «Βασίλης Βασιλικός. Πληθωρικός και παιγνιώδης», σσ. 97-101.
Τσούπρου Στ. Γ., 2009, Το Παρακείμενο και η …–(Δια)κειμενικότητα ως Σχόλιο στο πεζογραφικό έργο του Τάσου Αθανασιάδη (και στα 21 εγκιβωτισμένα ποιήματα του πεζογράφου), Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη.
Φιλίππου Φίλιππος, 2007, Ο θάνατος του Ζορμπά, Εκδόσεις Πατάκη.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: