O Kαζαντζάκης και η Ιαπωνία

«Ιαπωνία-Κίνα», 1938 «Ιαπωνία-Κίνα», ΗΠΑ 1964 «Ιαπωνία-Κϊνα», Γαλλία 1971 «Ιαπωνία-Κίνα», ΗΠΑ 1982 «Ο Βραχόκηπος», 1960 (μτφρ. Π. Πρεβελέκη) «Ο Βραχόκηπος», Ολλανδία 1931 «Ο Βραχόκηπος», Χιλή 1941 «Ο Βραχόκηπος», Γαλλία 1959 «Ο Βραχόκηπος», Γαλλία 1959 «Ο Βραχόκηπος», Αργεντινή 1962 «Ο Βραχόκηπος», ΗΠΑ 1963 «Ο Βραχόκηπος», Ιαπωνία «Ο Βραχόκηπος», Γερμανία 1990 «Ο Βραχόκηπος», Μονακό 1991 «Ο Βραχόκηπος», Γερμανία 1997

 

 


(H επιλογή του θέματός μου oφείλεται στη νοσταλγία για το βιβλίο μου Ματιές στον κήπο του χαϊκού»: 40 διηγήματα για την Ιαπωνία, από τις εκδ. Γαβριηλίδη που κατέστρεψαν οι τράπεζες μετά το θάνατο τού Σ. Γαβριηλίδη και την κατάρρευση του εκδοτικού του οίκου.)

Η ταξιδιωτική λογοτεχνία είναι ένα είδος σχετικά υποβαθμισμένο δεδομένου ότι ο συγγραφέας-ταξιδιώτης υπακούει σε μια προσωπική ανάγκη φυγής και αναζήτησης που δεν αφορά πάντοτε τον αναγνώστη ο οποίος προτιμά να βρίσκει μέσα σε ένα βιβλίο φανταστικές ιστορίες, ψυχολογικές αναλύσεις και δράματα ερήμην του πραγματικού.
Να διαβάσεις όμως τις εντυπώσεις ενός συγκεκριμένου ταξιδιώτη παραμένει μια ενδιαφέρουσα εμπειρία γιατί ο συγγραφέας δίπλα στις περιγραφές του προσθέτει προσωπικά βιώματα, κάνει εύστοχη κριτική προβαίνει σε αναλύσεις επιδεικνύοντας γνώσεις και ταλέντο που κάνουν το γραπτό του ένα θαυμαστό ανάγνωσμα. Πόσο μάλιστα όταν ο συγγραφέας αυτός είναι μια ιδιοφυία της οποίας το οξυδερκές βλέμμα μπορεί να ανακαλύψει πράγματα που ο κοινός θνητός αφηρημένος η αδιάφορος τα παραμελεί.
Για τον λόγο αυτό έστω κι αν εκείνο που έκανε παγκοσμίως γνωστό το Καζαντζάκη ήταν κυρίως τα μυθιστορήματα, τα ταξιδιωτικά του δοκίμια είναι άξια να διαβαστούν και τα εκτιμηθούν σε κάθε εποχή γιατί βρίθουν από συναρπαστικές περιγραφές και ιστορίες κόσμων που αντιμετώπισε με αγάπη, κατανόηση και σοφία.
Ως συγγραφέας ταξιδιωτικών έργων –Ματιές στον Κήπο του χαϊκού (εκδ. Γαβριηλίδης), Neemrana: chant pour un Palais indien (εκδ. Παπαδόπουλος), Μέρες στη Βόρεια Ινδία (εκδ. Ωκεανός)–, είναι φυσικό να αντιμετωπίζω τα ταξιδιωτικά του Καζαντζάκη ως μαθήματα παρατήρησης, ακρίβειας και σωστής αντιμετώπισης της ετερότητας.
Θεωρώντας τον πολύ μικρό εαυτό μου δίπλα στο εξαιρετικό του μέγεθος ως ομότεχνο, θα ήθελα να αγγίξω ένα κοινό μας θέμα, την Ιαπωνία, αυτή τη τόσο ιδιαίτερη χώρα που για τους Ιάπωνες είναι ο εγκέφαλος της Ασίας.
Ο Καζαντζάκης είναι ο πρώτος Έλληνας που έγραψε γι’ αυτήν διευκρινίζοντας το πόσο είναι μακρινή. «Καλή είναι τούτη η γης μα πολύ μακριά σε όσους αγαπά κανείς», γράφει στον Πρεβελάκη, σ’ ένα από τα 400 γράμματα που του απηύθυνε κατά τη διάρκεια της φιλίας τους.
Πριν από αυτόν υπήρξε ο Λευκάδιος Χερν – έξοχος συγγραφέας μιας άλλης εποχής. Κατόπιν θα πρέπει να περιμένουμε πολλές δεκαετίες για να ξαναβρούμε παρόμοιο ενδιαφέρον στον σύγχρονό μας ποιητή Γεώργιο Βέη με δύο του βιβλία: Έρωτες τοπίων και Από το Τόκιο στο Χαρτούμ (εκδ. Κέδρος).
Φόβος; Καπρίτσιο; Είναι γεγονός πως δεν διάβαζα το Ταξιδεύοντας το αφιερωμένο στην Ιαπωνία πριν τελειώσω τη γραφή τού δικού μου βιβλίου. Δεν ήθελα να με επηρεάσουν οι ιδέες του συγγραφέα ούτε να με παρασύρει το τόσο ιδιαίτερο ύφος του.
Για τους ίδιους λόγους δεν διάβασα το περιλάλητο γαλλικό βιβλίο του γνωστού σημειολόγου Ρoλάν Μπαρτ: Στην χώρα των συμβόλων.
Όταν στο Κέντρο Πομπιντού ένας Γιαπωνέζος πανεπιστημιακός, ρωτήθηκε πώς έγινε αποδεκτό στην Ιαπωνία το εν λόγω δοκίμιο, ομολόγησε πως το βιβλίο δεν διαβάστηκε γιατί παρουσίασε μεταφραστικές δυσκολίες, οι δε συμπατριώτες του γνώστες της γαλλικής που το διάβασαν στο πρωτότυπο, δεν κατάφεραν να το υιοθετήσουν. Αυτό αποδεικνύει, αν μη τι άλλο, ότι το αδιαπέραστο της γλώσσας καμιά φορά σημαίνει και το αδιαπέραστο των πολιτισμών.
Είμαι ωστόσο σίγουρη πως το βιβλίο του Καζαντζάκη αν μεταφραζόταν στα ιαπωνικά όχι μόνο θα γινόταν εύκολα κατανοητό αλλά θα αγαπιόταν από τους Ιάπωνες γιατί είναι στοργικό και άμεσο. Ο Καζαντζάκης δεν μεταχειρίστηκε την Ιαπωνία για να φτουρήσουν οι θεωρίες του. Υπήρξε ο περίεργος αλλά και συγχρόνως ταπεινός επισκέπτης που υποκλίθηκε με σεβασμό μπροστά στην ομορφιά που ανακάλυψε και θέλησε να την παρουσιάσει άμεσα στον αναγνώστη του.
Θέλησα λοιπόν, απαλλαγμένη από κάθε είδους μεροληψία, να διασχίσω αυτή τη χώρα που μου προσφέρθηκε χάρη σε μια αγαθή τύχη. Προτίμησα να την αντικρύσω με τα δικά μου τα μάτια, να εκπλαγώ, να την εκτιμήσω ανάλογα με την κρίση και τα γούστα μου. Ο Καζαντζάκης που ανακάλυψα στην συνέχεια μου φάνηκε εξαιρετικά κοντινός στις ιδέες και τις εντυπώσεις μου. Τα ίδια θέματα έλκυσαν το ενδιαφέρον μας και έβαλαν σε κίνηση την φαντασία μας.
Το πρώτο στοιχείο που με κατέπληξε στο γραπτό του ήταν η σοβαρότητα με την οποία προσέγγισε το ταξίδι του. Αντίθετα προς τη δική μου ανέμελη κι σχετικά επιφανειακή στάση –μου αρέσει υπερβολικά η έκπληξη– εκείνος, πριν ξεκινήσει την περιπέτειά του, είχε προετοιμαστεί.
Το τόσο αναμενόμενο ταξίδι του στην Άπω Ανατολή πραγματοποιήθηκε με φορτηγό πλοίο στις 20 Οκτωβρίου του 1935 και διήρκησε πέντε μήνες – συμπεριλαμβανομένου του χρόνου που πέρασε στην Κίνα.
Από νέος είχε νιώσει μεγάλη έλξη για τη ανατολική φιλοσοφία και τον Βούδα. Όταν διανύει κανείς τις σελίδες τού Ταξιδεύοντας, μένει άναυδος από τον πλήθος των γνώσεων που είχε συσσωρεύσει. Ανακαλύπτει πως ο Καζαντζάκης είχε κιόλας εμβριθήσει σε ιστορικά και θρησκευτικά δοκίμια, στην ποίηση και τα χαϊκου που είχαν κιόλας γοητεύσει τους ποιητές πολλών ευρωπαϊκών χωρών. Φαίνεται επίσης πως γνώριζε την ιαπωνική λογοτεχνία και φυσικά την ιαπωνική τέχνη η οποία ήταν διαδεδομένη στην Ευρώπη από την εποχή των εμπρεσιονιστών. Τέλος, ακόμη και την ιαπωνική γλώσσα προσέγγισε με τον τρόπο του και μάλιστα με πρώιμο πνεύμα σημειολόγου. Ως λογοτέχνης, τον γοήτευαν οι λέξεις και ειδικά εκείνες που η σημασία τους του αποκάλυπταν εκλεκτές αξίες της ψυχής και της ιδιοσυγκρασίας του ιαπωνικού λαού.
Μια άλλη έκπληξη ήταν πως η Ιαπωνία που γνώρισε ο Καζαντζάκης και που αναδύεται μέσα από το έργο του, η Ιαπωνία των χρόνων του '30 – δεν διαφέρει και τόσο από αυτή που αντίκρισα κι εγώ, πολλές δεκαετίες αργότερα. Ακόμη και σήμερα αυτά που γράφει ο Καζαντζάκης ισχύουν. Τι κι αν η Ιαπωνία βρίσκεται στην κορυφή της τεχνολογίας, τι κι αν την θεωρούν σαν μια χώρα που περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ασιατική αφομοίωσε τις δυτικές αξίες, μόδες και τρόπους, η Ιαπωνία εξαιτίας της απόστασης, της απομόνωσης, της γλώσσας, των ηθών και εθίμων που είναι πάντα ζωντανά και σεβαστά, παραμένει μια χώρα ιδιαίτερη, κομμένη απ’ τον υπόλοιπο κόσμο. Σ’ αυτή μάλιστα τη ριζικά διττή στάση της, μοντέρνα και αρχαϊκή, οφείλει τη γοητεία και το ενδιαφέρον της. Σ’ αυτήν οφείλει το ξάφνιασμα που προκαλεί και την ανάγκη να την προσεγγίσεις και να διαλευκάνεις τα μυστήριά της.

Στην Ιαπωνία είχα πολλές εκπλήξεις που εκμεταλλεύτηκα λογοτεχνικά όσο καλύτερα μπορούσα. Το κάθε τι φάνταζε στα μάτια μου παράξενο και θαυμαστό και μου γεννούσε την ανάγκη να το διερευνήσω, να καταγράψω την κάθε του λεπτομέρεια, να το συγκρίνω με τρόπους και βιώματα του τόπου μου και ει δυνατόν να το καταλάβω.
Άνοιξε μπροστά μου μια βεντάλια από ανύποπτα θαύματα. Βάλθηκα να τα καταγράψω, να τα αφηγηθώ και καμιά φορά να τα διακωμωδήσω. Έτσι έκανα μια συλλογή από θέματα, ένα κομπολόι από νουβέλες που ως μικρά παζλ έχτισαν μια δική μου χώρα. Το μετρό, οι γκέισες, οι κήποι, τα hot springs, οι τουαλέτες, το μπονζάι, η ψαραγορά, τα love hotels, οι Βούδες… σα γυαλιστερές χάντρες έπεφταν στον καθρέφτη του υποσυνείδητου και με γέμιζαν ιδέες και αγαλλίαση. Η Ιαπωνία έτσι όπως την φαντάστηκα με συνεπήρε σε ύψιστο βαθμό όσο κανένα άλλο μέρος του κόσμου.
Όταν διάβασα την Ιαπωνία του Καζαντζάκη έμεινα έκπληκτη από το πόσο διαφορετικά περιγράφαμε τα ίδια σχεδόν πράγματα. Πιο ηθικός, μεταδοτικός, χειμαρρώδης ιστορικά καταρτισμένος επιθυμούσε να μεταδώσει όσο γίνεται πιο πολλά πιο σωστά κι αληθινά… Τα δικά του κεφάλαια καθόριζε η γεωγραφία, οι περιγραφές, τα ανέκδοτα, οι ιδέες συσπειρώνονταν γύρω από μια πόλη, τη Νάρα, το Τόκιο, την Οζάκα… Η ανάγνωση του Ταξιδεύοντας με τις καταιγιστικές πληροφορίες ενός Καζαντζάκη έκπληκτου αλλά πληθωρικά δοτικού υπήρξε η κατακλείδα της εμπειρίας μου. Η δική του περιήγηση έγινε για μένα ένα δεύτερο καταλυτικό ταξίδι.
Ένα leitmotiv στο βιβλίο του είναι οι συχνές συγκρίσεις και παραλληλισμοί που αποτολμά ανάμεσα στην Ιαπωνία και στην Ελλάδα.

«Καμιάς άλλης χώρας το πρόσωπο δεν μοιάζει τόσο με την Ελλάδα όσο το πρόσωπο της Ιαπωνίας», μάς δηλώνει από την αρχή. Και πιο πέρα:

«Θαρρώ δεν υπάρχει χώρα στον κόσμο που να θυμίζει πώς θα ήταν η αρχαία Ελλάδα στις πιο λαμπρές της στιγμές. Και στην Ιαπωνία ό,τι βγαίνει από τα χέρια του ανθρώπου και χρησιμεύει στην καθημερινή ζωή είναι έργο τέχνης. Όλα βγαίνουν από χαρούμενα πιτήδεια χέρια που λαχταρούν την ωραιότητα, την απλότητα και τη χάρη, αυτό που λεν οι Γιαπωνέζοι μονολεχτικά: σιμπουί».

Η Ιαπωνία, τόπος μικρός, θαλασσινός, δεν ξενίζει τον Έλληνα επισκέπτη όπως άλλα μέρη όπου η φύση είναι υποβλητική, απόμακρη ίσως και εχθρική. Είναι όμως συγκινητικό πως ο ενθουσιασμός του Καζαντζάκη τον κάνει να καταλήξει σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Ίσως η σκέψη αυτή τον παρότρυνε να ανοιχτεί στις ιδιαιτερότητες ενός τόσο παράξενου λαού μια εποχή που κανείς ακόμη δεν μιλούσε γι' αυτόν.
Όταν ο Καζαντζάκης αναφέρεται στο Τόκιο θαυμάζει το μέγεθος της πόλης: «Πεντέμισι εκατομμύρια ψυχές, η τρίτη πόλη στον κόσμο μετά την Νέα Υόρκη και τη Λόντρα», επισημαίνει με θαυμασμό.
Σήμερα το Τόκιο με περισσότερο από 40.000.000 πληθυσμό είναι ίσως η μεγαλύτερη πόλη στον κόσμο έστω κι αν μέγα-πόλεις σαν το Μεξικό η το Χονγκ Κόνγκ την συναγωνίζονται επαξίως. Οι σαράντα εκατομμύρια ψυχές που κατοικούν σήμερα το Τόκιο οργανώνουν τη ζωή τους σε στενά και πανύψηλα κτίσματα. Το εναέριο μετρό αλλά και οι πολυώροφοι δρόμοι διασχίζουν επί ώρες δάση από ουρανοξύστες.

«940 νησιά ιαπωνική θάλασσα: το Αιγαίο της Ιαπωνίας», λέει πάντα τολμηρός ο Καζαντζάκης.
Τα νησιά της Ιαπωνίας από τότε έχουν υπερδιπλασιαστεί. Η Ναοσίμα, τεχνητό νησί χάρη στο ταλέντο του αρχιτέκτονα Ταντάο Άντο έχει γίνει ένα παγκόσμια κέντρο Τέχνης με διεθνές Μουσείο, κήπους γλυπτικής κλπ. Η ανάγκη βιώσιμου χώρου έχει γεννήσει μεγάλες εκτάσεις τεχνητής γης για να μπορέσει να χωρέσει ο αυξανόμενος πληθυσμός. Και βέβαια δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για Αιγαίο. Τα ιαπωνικά νησιά μοιάζουν με σκληρά γκρίζα οχυρά που πλέουν σε μια πράσινη θάλασσα. Ωστόσο, πρόκειται για θάλασσα και τα νησιά είναι νησιά γι' αυτό και συγκινήθηκα φοβερά όταν έμαθα πως ένας καταστροφικός σεισμός έπληξε το μικρό νησάκι Γκενκάιζιμα όπου φιλοξενήθηκα πλουσιοπάροχα κι έφαγα τα φημισμένα μυώδη ψάρια του. Στο Γκενκάιζιμα μας σέρβιραν κοπέλες με κιμονό και το βράδυ κοιμηθήκαμε σε φουτόν σ’ ένα δωμάτιο με ταταμί δίχως έπιπλα.
Η εξωτερική όψη της Ιαπωνίας δεν είναι βέβαια εκείνη του Καζαντζάκη αλλά ούτε και αυτή που γνώρισα εγώ. Δεν θα ξεχάσω την απογοήτευσή μου όταν, το 2004, έψαχνα σε μια γνωστή μου γειτονιά του Τόκιο, στο Ροπόγγι, ένα εστιατόριο που είχα γνωρίσει και εκτιμήσει λίγα χρόνια πριν. Ήταν αδύνατο να το βρω. Γρήγορα ανακάλυψα πως στη θέση του, μεταμορφώνοντας όλη την περιοχή, είχε χτιστεί ένας τεράστιος ουρανοξύστης. Τίποτε πια στο Ροπόγγι δεν έμοιαζε με τη συμπαθητική γειτονιά που θυμόμουν απαράλλαχτη μ’ αυτές που βλέπουμε στα φιλμ του Οζού και του Μισογκούτσι.
Η εμφάνιση των Ιαπώνων επίσης έχει αλλάξει παρατηρεί η Ελένη Καζαντζάκη στο δεύτερο ταξίδι του ζευγαριού το '57. Ο Καζαντζάκης το '35 θαύμαζε το «δροσερό μικροσκοπικό χέρι μιας Γιαπωνέζας». Αλλού τόνιζε πως επρόκειτο για ένα μικροκαμωμένο λαό. Στη μοντέρνα Ιαπωνία κυκλοφορούν σήμερα ψηλοί γεροδεμένοι άνθρωποι. Ίσως αυτό να οφείλεται σε καινούριες διατροφικές συνήθειες…
«Τρεις κεσέδες ρύζι είναι η σωστή μερίδα του αντρούς και δυο της γυναίκας», γράφει ο Καζαντζάκης με τον ρεαλισμό που ξέρει να βάζει στις παρατηρήσεις του.
Τώρα οι γιαπωνέζοι τρώνε με χαλαρότερη πειθαρχία, πιστοί ωστόσο στην καθιερωμένη από αιώνες τροφή τους: ρύζι, λίγα λαχανικά, ελάχιστα γαλακτερά, καθόλου γλυκά και κυρίως ωμό ψάρι. Πρόσφατα διάβασα την αλληλογραφία που αντάλλαξαν μεταξύ του δυο συγγραφείς που πήραν βραβεία Νομπέλ, ο Καβαμπάτα και ο Μισίμα: και οι δύο τους παραπονιούνται για τις δυσπεψίες που υφίσταντο στα ταξίδια τους στη Δύση.
Οι Ιάπωνες ψαράδες ταξιδεύουν μακριά από τα νησιά τους για να προμηθευτούν τα ψάρια που αποζητούν τόσοι ιχθυοφάγοι –η ψαραγορά του Τόκιο είναι ίσως η μεγαλύτερη κι η πιο εντυπωσιακή στον κόσμο– καθώς μάλιστα οι συγκομιδές στα πάτρια ύδατα δεν τους φτάνουν εισάγουν και από το εξωτερικό: ποσότητες σαρδέλας από την Βόρεια Ελλάδα στέλνονται στην Ιαπωνία!

Ο Καζαντζάκης συχνά παραπονιέται για την ιαπωνική τροφή. Ειδικότερα τον δυσκολεύει το πρωινό που δεν διαφέρει από τα υπόλοιπα γεύματα της ημέρας. Καταπίνει με δυσκολία τη σούπα μίζο, τα σασίμι, τα φύκια κτλ. Σήμερα θα ήταν έκπληκτος αν έβλεπε πόσο αυτή η διαιτητική κουζίνα είναι διαδεδομένη σ’ όλο τον πλανήτη και ικανοποιεί τα γούστα της σύγχρονης ζωής.
«Η γεύση του σάκε» είναι πάντα εξαιρετικά ευχάριστη στους άνδρες της χώρας και δεν την έχει υποσκελίσει το ουίσκι. Τα βράδια, μετά τη σκληρή εργασία της ημέρας οι δρόμοι του Τόκιο γεμίζουν από πλήθος μεθυσμένων Γιαπωνέζων που παραπαίουν. Ακόμη κι ένας ιησουίτης ο Φρανσουά Ξαβιέ στα μέσα του δέκατου έκτου αιώνα μιλάει για το πάθος των Ιαπώνων για το αλκοόλ ρυζιού! Όμως το εθνικό ποτό της Ιαπωνίας είναι το πράσινο τσάι που πίνεται νυχθημερόν απ’ όλους.
«Στις μεγάλες τους αγρύπνιες οι βουδικοί ασκητές έπιναν τσάι για να μη λιποθυμήσουν από την εξάντληση. Το τσάι που τους βοηθούσε στην ιερή τους ανάβαση, θεωρήθηκε βοτάνι άγιο που το έπιναν σύμφωνα με ένα ορισμένο θρησκευτικό τελετουργικό: το Τσα νο γιού, η τελετή του τσαγιού» είναι πάντοτε εν ισχύει. Δεν παίζει όμως τον ίδιο κοινωνικό ρόλο που είχε στις ιστορίες του Καβαμπάτα ή του Τανιζάκι, συγγραφέων της γενιάς του Καζαντζάκη. Προσφέρεται ωστόσο γενναιόδωρα και οι μεγάλες ποσότητες βιταμίνης C που περιέχει κρατούν τους Γιαπωνέζους σε συνεχή εγρήγορση. Εγρήγορση που την χρειάζονται για να ακολουθήσουν το σκληρό ρυθμό του καθημερινού τους μόχθου.

Ο Καζαντζάκης υπογραμμίζει τις ηθικές αξίες της Ιαπωνίας.

«Δεν υπάρχει ευγενέστερος λαός στον κόσμο. Όλες οι εξωτερικές φόρμες της ευγένειας έχουν φθάσει εδώ στο ανώτατο στυλιζάρισμα». Όταν οι Γιαπωνέζοι συναντηθούν «καθώς είναι σκυμμένοι –καθώς υποκλίνονται– ρωτούν για την υγεία τους και για τη χαρά τους που συναντήθηκαν». Ωστόσο στα 400 γράμματά του στον Πρεβελάκη σε μια πιο αυθόρμητη αξιολόγηση γράφει πως προτιμά τους Κινέζους, πιο ζωηρούς και ευθείς ενώ οι Ιάπωνες έχουν μια χάρη επιτηδευμένη – mièvre, το γράφει στα γαλλικά.
Όπως και τον Καζαντζάκη, με εντυπωσίασαν κι εμένα οι ιαπωνικοί χαιρετισμοί, αποστασιοποιημένοι αλλά κάθε άλλο παρά ψυχροί. Συνεσταλμένοι οι Γιαπωνέζοι αποφεύγουν τα αγκαλιάσματα και τα άνοστα φιλιά των Δυτικών. Όλο το συναίσθημα βρίσκεται στο βλέμμα, στην μετρημένη εκφραστική κίνηση, στο χαμόγελο.

«Μπορεί το χαμόγελο του γιαπωνέζου να είναι μια μάσκα, αλλά η μάσκα αυτή κάνει τη ζωή πιο πρόσχαρη, σε μαθαίνει να πειθαρχείς και να συγκρατιέσαι, να κρατάς για τον εαυτό σου όλες τις μιζέριες σου. Κι έτσι η μάσκα γίνεται πρόσωπο και αυτό που ήταν απλή φόρμα γίνεται ουσία», λέει ο Καζαντζάκης.

Η λεπτότητα και η ξεχωριστή ευγένεια ισχύουν πάντα στην ιαπωνική κοινωνία. Ο Γιαπωνέζος είναι το αντίθετο του Έλληνα ο οποίος σου πετάει με βιαιότητα την αλήθεια κατά πρόσωπο, ανόητα υπερήφανος για την ειλικρίνειά του. Ο Γιαπωνέζος με σεβασμό και συστολή αποφεύγει να πάρει το λόγο, να προβληθεί άστοχα, να αναφερθεί σε πράγματα που θα δυσαρεστήσουν. Καλοπροαίρετος και ταπεινός ποτέ του δεν σπεύδει να επιβληθεί, να γίνει περίοπτος.

«Όταν θα ανασηκώσεις το κιμονό», λέει ο Καζαντζάκης, «θα δεις: Σεκουρά: άνθος κερασιάς, κοκορό: καρδιά και τρόμο. Τρόμο για ότι έρχεται απ’ έξω, επιδρομείς, βία αλλά και το διαφορετικό».

Ίσως οι Γιαπωνέζοι να μην είναι όλοι τους τόσο τρομαγμένοι, υπάρχουν ανάμεσά τους κι οι αμείλικτοι, οι πολεμοχαρείς και στην καθημερινότητά τους σκληροί επιχειρηματίες. Η Βελγίδα συγγραφέας Αμελί Νατόμπ, μιλάει για βία, σοβινιστικές συμπεριφορές και σκληρότητα. Ωστόσο η δυσκολία του γιαπωνέζου να μάθει μια ξένη γλώσσα και κατά συνέπεια η έλλειψη πραγματικής επικοινωνίας με τους ξένους, συμβάλλουν στο φόβο. Έτσι η άκρα επιφυλακτικότατα δημιουργεί απρόσμενες και ακραίες συμπεριφορές προστασίας. Όταν όμως γεννηθεί εμπιστοσύνη η υποδοχή που βρίσκει κανείς στην Ιαπωνία είναι υπεράνω κάθε προσδοκίας.

Έργο του Ταννού Κάνο

«Φουτόσιν» είναι μια λέξη-κλειδί που σημαίνει να κρατάς την καρδιά σου ασάλευτη τόσο στον πόνο όσο και στη χαρά. Ο κίνδυνος λειτουργεί ως διεγερτικό της δράσης.

«Βάσει αυτών των αρχών οι Γιαπωνέζοι διάλεξαν τα ανώτατά τους σύμβολα», μας λέει ο Καζαντζάκης «τον ήλιο που συμβολίζει τις τρεις μεγάλες αρετές: τη γνώση, την καλοσύνη και την γενναιότητα· το χρυσάνθεμο, που ανθεί και αντέχει μέσα στα χιόνια· και τον κυπρίνο που ανεβαίνει με ορμή αντίθετα στο ρεύμα του ποταμού νικώντας τη δύναμη που τον σπρώχνει προς τα κάτω...»

Ο Καζαντζάκης μας αποκαλύπτει τις κωδικοποιημένες εντολές των σαμουράι. Πρόκειται για το Μπουσιντό: τον οδηγό της ιπποσύνης, τον οποίο αντιγράφει κατά γράμμα γιατί μοιάζει να αφορά ακόμη και τώρα τον κοινό γιαπωνέζο.

1 Πάνω απ’ όλα η τιμή και το χρέος
2 Υπακοή τυφλή στον αυτοκράτορα
3 Τόλμη και περιφρόνηση στο θάνατο: να ’σαι έτοιμος κάθε στιγμή να πεθάνεις
4 Πειθαρχία ανήλεη στην ψυχή και στο σώμα
5 Ευγένεια, γλυκιά συμπεριφορά στους φίλους
6 Εκδίκηση σκληρή στους εχθρούς
7 Γενναιοδωρία, η τσιγγουνιά είναι μια από τις μορφές της αναντρίας.

Η ιδέα του χρέους και της αξιοπρέπειας είναι οι πιο σημαντικές. Οι Ιάπωνες είναι τόσο πειθαρχημένοι και σχολαστικοί που γίνονται δυσάρεστοι όταν δουλεύουν με ξένους λιγότερο προσεχτικούς. Η ειλικρίνεια και η ιδέα του καθήκοντος που καταντά έμμονή συμβάλει ώστε να υπάρχουν μηχανήματα που μόνο στην Ιαπωνία είναι δυνατόν να κατασκευαστούν!
Καμιά γενναιοδωρία δεν είναι τόσο αυτονόητη και ανιδιοτελής όσο του γιαπωνέζου εκτός ίσως από την ελληνική. Το ότι η τσιγγουνιά, είναι άναντρη υπάρχει και στην νοοτροπία του Έλληνα: η Ιαπωνία ίσως να είναι η μόνη χώρα όπου ο Έλληνας δεν θα υποφέρει.
Ο Καζαντζάκης αναφέρει επίσης ένα βουδικό αφορισμό: «Η ελεημοσύνη με χρήμα μπορεί να θρέψει τον άνθρωπο για εφτά χρόνια μα ένας καλός λόγος μπορεί να τον θρέψει για εβδομήντα εφτά χρόνια».
Η σχέση ανάμεσα στα δύο φύλα είναι επίσης ένα θέμα που απασχόλησε τον Καζαντζάκη.

«Εδώ ο άντρας δέχεται τη λατρεία της γυναίκας χωρίς αλαζονεία και τραχύτητα κι η γυναίκα προσκυνάει τον άντρα χωρίς ταπεινοσύνη. Σαν ιέρεια που έχει μερώσει το Θεό και κοιμάται μαζί του».

«Η γκέισα, μια μάσκα της Ιαπωνίας», λέει ο Καζαντζάκης που σαν όλους τους άντρες της δύσης γοητεύτηκε από αυτά τα ξωτικά ινδάλματα γυναίκας.

«Έτσι που περπατάει στο δρόμο σοβαρή χαμογελαστή με παρθένα παιδιάστικα μάτια την κοιτάζεις κι η ψυχή σου δροσίζεται. Γιατί βαργκέστισες να βλέπεις τις αδιάντροπες άσπρες γυναίκες με το προκλητικό, αναίσχυντο μάτι».

Εμβληματική στα μάτια του η μορφή αυτή της ιαπωνικής κουλτούρας αλλά και διασκεδαστικός ο τρόπος που κρίνει τις σύγχρονές του Ευρωπαίες.
«Έχουμε έξι χιλιάδες γκέισες στην Οζάκα», λέει πάντα ο συγγραφέας.

Η Οζάκα εκείνη την εποχή ήταν μια παραδοσιακή πόλη στο περιθώριο των νεωτερισμών του Τόκιο κι έτσι εξηγείται η πληθώρα των σπάνιων αυτών πουλιών. Σήμερα οι γκέισες σπανίζουν και στην Οζάκα όπως και στη Γκιόν, γειτονιά του Κιότο, όπου ένα βράδυ προσπάθησα απεγνωσμένα να τις φωτογραφίσω. Πρόκειται για είδος σπανιότατο, εκλεκτό και ακριβό, με πληροφόρησαν. Όσο όμως υπάρχει πελατεία, όσο η φαντασία μιας κατηγορίας Γιαπωνέζων παραμυθιάζεται από την μυθική φιγούρα της γκέισας, το είδος αυτό θα εξακολουθήσει να υπάρχει.

Οι γιαπωνέζικοι κήποι ενθουσίασαν τον Καζαντζάκη όσο κι εμένα. Έγραψε μάλιστα στα γαλλικά το μυθιστόρημα Jardin des rochers που μεταφράστηκε από τον Πρεβαλάκη Βραχόκηπος και εκδόθηκε μετά τον θάνατό του. Όπως σχολιάζει ο ίδιος «είναι ένα περίπαθο μυθιστόρημα μιας ευρωπαϊκής ψυχής που γυρεύει να ανανεωθεί από την επαφή με την γοητευτική επικίντυνη και ηρωική ψυχή της Ιαπωνίας».

«Οι μεγάλοι μας κηπουροί ήταν βουδιστές καλόγεροι που έφεραν την τέχνη της κηπουρικής από την Κίνα. Οι βραχόκηποι υποβάλλουν το μεγαλείο, την ερημιά, την απροσπέλαστη θεότητα».

Εντυπωσιάστηκα κι εγώ από τους θαυμάσιους κήπους που είτε φυτεμένοι, είτε ξηροί φτιαγμένοι από άμμο και βράχο, αποτελούν ιδεογράμματα. Έχεις την εντύπωση πως όταν περπατάς μέσα τους ακολουθώντας τις γραμμές και τους ρυθμούς τους, αποκρυπτογραφείς το μυστήριο μιας ιαπωνικής σκέψης.

Με ενθουσιασμό ο Καζαντζάκης αντιμετώπισε το ιαπωνικό θέατρο.
«Καμπούκι θα πει “χάνω την ισορροπία μου, κάνω τρέλες“. Στο Καμπούκι οι γυναικείοι ρόλοι παίζονται από άντρες, τους Οναγκάτα, για τους οποίους ο Γιώργος Βέης στο βιβλίο του Από το Τόκιο στο Χαρτούμ έχει αφιερώσει μια πολύ εκτεταμένη ανάλυση.
Το θέατρο Νο ενδιαφέρει περισσότερο τον Καζαντζάκη.

«Υπάρχει σ’ αυτό μια τραγωδία βαθιά θρησκευτική, που έχει τις ρίζες της μέσα στο σπλάχνο της θεότητας όπως και η αρχαία ελληνική τραγωδία. Νο θα πει: παράσταση, εχτέλεση, δράμα.» Μας διηγείται μάλιστα κι ένα έργο: Το ποτάμι του Ασακούγια»:

Μια μητέρα αγγουσεμένη γυρεύει το χαμένο μοναχογιό της. Ένας γέρο βαρκάρης της δείχνει πού να τον βρει. Τρελή από πόνο σωριάζεται πάνω στο μνήμα...»

Οι ιστορίες του θεάτρου Νο είναι τόσο γλαφυρές και σκηνικά βιωμένες –το κοινό αντιδρά, επεμβαίνει– που σε καθηλώνουν. Και εγώ στο βιβλίο μου μπήκα στον πειρασμό να διηγηθώ μερικές.

Ο Καζαντζάκης μιλάει λίγο για εικαστική τέχνη, τον συνεπαίρνει πολύ περισσότερο η ζωή. Επαινεί ωστόσο ένα μόνο ζωγράφο του 17ου αιώνα, τον Ταννού Κάνο (狩野 探幽), που στα μάτια του είναι η μορφή της τελειότητας.
«Ο Ρέμπραντ φαίνεται σα μεθυσμένος μπροστά στον νηφάλιο τούτον τεχνίτη».
Η σκέψη του αυτή με διασκέδασε. Δεν το έκανα επίτηδες να αφιερώσω ένα ολόκληρο κεφάλαιο σε μια έκθεση Ρέμπραντ που είδα κατά τύχη σε ένα πολυκατάστημα του Τόκιο. Τόση ήταν η κοσμοσυρροή που με πολύ κόπο κατάφερα, κάνοντας δρόμο με τους αγκώνες μου, να φτάσω μέχρι τους πίνακες. Οι γιαπωνέζοι του '30 αλλά και του σήμερα λαχταρούν την κουλτούρα τη Δύσης.

Τελειώνοντας την Αναφορά μου στο Ταξιδεύοντας της Ιαπωνίας θα σταθώ στην έννοια του εφήμερου τόσο σημαντική για να κατανοήσει κανείς την νοοτροπία ενός λαού που επέζησε της ατομικής βόμβας και βιώνει πάντα κάτω από τη συνεχή απειλή των σεισμών. Σ’ αυτήν ίσως οφείλει ο Γιαπωνέζος την ταπεινότητα, και την στωικότητα που τον χαρακτηρίζουν.
Ο Καζαντζάκης αναφέρεται συχνά σε ποιητές και μεταφράζει τα χάι κάι που τον εντυπωσιάζουν. Ξεχωρίζει την λαοφίλητη στην Ιαπωνία ποιήτρια του 12ου αιώνα, την Ονονό Κομασί που, μεταξύ άλλων, έγραψε το ακόλουθο μελαγχολικό ποίημα, τόσο αποκαλυπτικό της γιαπωνέζικης ψυχής:

Το χρώμα του λουλουδιού μαράθηκε
τη στιγμή που καμάρωνα, μάταια,
το πέρασμα του προσώπου μου από τον κόσμο.

«Η έννοια του εφήμερου», λέει ο Καζαντζάκης σαν κατακλείδα, «μετουσιώνεται στη γενναία ψυχή του Γιαπωνέζου κι αντί να γίνει μοιρολατρία κι απόγνωση, γίνεται λαχτάρα να χαρεί, να δουλέψει, να γεννήσει πριν έρθει ο σεισμός, ο ανεμοστρόβιλος, ο θάνατος».

Ταννού Κάνο
Ταννού Κάνο
ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: