Ο άνθρωπος από ξύλο
Μετά τους βωμούς.
Ο Οδυσσέας έβγαλε επιτέλους την περικεφαλαία.
Είχε κουραστεί όλα αυτά τα χρόνια στα σκάμματα,
στις μπαζωμένες από σορούς
όχθες του Σκάμανδρου.
Καθισμένος στην άκρη της προβλήτας
κοιτούσε τον ήλιο αεικίνητο στο δικό του θέατρο
να κάνει παλικαριές πέφτοντας ματωμένος,
κοιτούσε τον καπνό της πόλης που έκαψε
να χάνεται στα κατάρτια,
κοιτούσε το άγνωστο μέλλον, κοιτούσε την απελπισία
στα μάτια του Πάρι, κοιτούσε το φτερούγισμα
στις πεταλούδες των κουπιών που αναχωρούσαν
αναδεύοντας στάχτη.
Γνώριζε πως θα γινόταν θρύλος. Δεν υπήρχε αμφιβολία –
θα με πουν πτολίπορθο.
Είχε συλλάβει ένα άλογο δούρειο κι ανέφικτο από αγριαπιδιά
και πεύκη, που έβγαζε ανθρώπινους καρπούς.
Είχε εμπαίξει θεούς και σπλαχνοσκόπους. Είχε ανοίξει
σαν κονσέρβα τ’ απόρθητα τείχη. Είχε θέσει εαυτόν
στην υπηρεσία της πρόκλησης κι ανταπεξήλθε
υπερακοντίζοντας τον γιο του Πηλέα.
Πήρε ό,τι ξεκολλούσε μεταλλικό απ’ τους τοίχους
που καίγονταν. Θα πέθαινε, μα πιο πριν θα ταξίδευε,
θα χανόταν, θα ’χε τόσα να λέει στους ψαράδες.
Ήταν στην άκρη της προβλήτας, ο ήλιος έκανε τα δικά του,
σε λίγο θα έπεφτε, να, να τώρα, τώρα,
σχεδόν ακουμπάει ό,τι χάλασα.
Οι κίσσες
Κοιμήσου κάτω απ’ το κουπί.
Ελπήνορα, φίλε,
ούτε τα πουλιά δεν σε φοβούνται,
έπινες ξαπλωμένος
τραγουδούσες ξυπνώντας και έπεφτες
και δεν άκουσες τη ζωή
να τελειώνει.
Η αποκόλληση της ζωής (2η εκδοχή)
Το πρόβλημα του λαιμού.
Υπάρχουν λες
υπερήρωες λεοντόθυμοι
και μοιρηγενείς
ευνοημένοι απ’ τον Δία
υπάρχει κι ένας
χαλκοσάνδαλος και μονοχίτων
που λες πως φτάνει
μ’ εξάντες κι ακριβή ανεμολόγια
σακουλεύεται κι επιθεωρεί
τα βόδια του Ήλιου
κρυμμένος στους θάμνους
πανέτοιμος κάθε στιγμή
να σώσει τον κόσμο.
Κι εγώ σου λέω
ο άκλαυτος ο ωκύμορος
ο ποταμός κι ο ίσκιος
το κεραμίδι γλίστρησε
κάτω απ’ τη φτέρνα
και οινοβαρής
ποντίστηκα
ως εδώ
και σπάσαν
στον μπαξέ
τα ζουμπούλια.
Νέκυια ή Η μάνα
Ποτάμια από ψυχή.
Είμαστε σκιές
είμαστε μόνοι
ολότελα μόνοι
μόνες
ήμασταν
πάντα
όλα αυτά δεν υπάρχουν
μπορείς να τα πιάσεις;
δεν πιάνονται
όλα αυτά είναι τίποτα
ο χρυσός οι μηροί
και τα ολόφρεσκα σύκα
τίποτα
δεν πιάνονται
δες
λέει η Αντίκλεια
καπνός είμαι
και κάνει να με φιλήσει
απλώνει και δεν ακουμπά
τον καπνό –
πόσο φοβερά
φοβερά
μόνοι.
ΝΑΥΣΙΚΑ
Η αγωγή του νερού.
Τι ανόητη, ανόητη!
Ρούχα βγήκα να πλύνω
και τον άφησα να μου
δείξει τη θάλασσα.
Παρηγοριά για την υποδοχή της παλίρροιας (2η εκδοχή)
Το εδώ κι οι πλαγιές της Ιθάκης.
Αχ ατίθασο τάνυσμα του κορμού
της καλλίκομης κόρης,
αχ αμέριμνο μάγουλο,
κοκκίνιζες απ’ τα όνειρα,
κοκκίνιζες
απ’ όσα σου είπε.
[ Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή: Οδύσσεια ή Η διμοιρία του νερού ]