Η Zhivka Baltadzhieva, (Σόφια, Βουλγαρία, 1947) είναι ποιήτρια, δοκιμιογράφος, μεταφράστρια, Διδάκτωρ Cum Laude Σλαβικής Φιλολογίας και Ινδοευρωπαϊκής Γλωσσολογίας και Αντεπιστέλλον Μέλος της Ισπανοαμερικανικής Ακαδημίας Καλών Γραμμάτων. Κόρη του συγγραφέα Ντίμιταρ Μπαλτατζίεβ, μεγάλωσε σε μια οικογένεια αντιφασιστών και κατόπιν αντισταλινικών, πάντα διωκόμενη από το καθεστώς, αλλά, μέσα στη μοναξιά αυτών των συνθηκών, έκανε τη φαντασία, τον εσωτερικό διάλογο, τον μονόλογο και τον γραπτό λόγο τόπο της ελευθερίας και της αλήθειας και σε ηλικία μόλις εννέα ετών είδε να δημοσιεύονται τα πρώτα της ποιήματα. Έκτοτε έχει εκδώσει είκοσι ποιητικές συλλογές στα βουλγαρικά, στα ισπανικά ή και στις δύο γλώσσες και έχει μεταφράσει έργα μεγάλων ποιητών από τη μία γλώσσα στην άλλη. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από τριάντα γλώσσες και απαντώνται σε μονογραφικές εκδόσεις, ανθολογίες και λογοτεχνικά περιοδικά. Το ποιητικό της έργο έχει αποσπάσει κρατικά και διεθνή βραβεία σε Βουλγαρία, Ισπανία, Ιταλία, Κίνα και Ιαπωνία, ενώ δοκίμιά της έχουν αποσπάσει αντίστοιχα βραβεία στην Ισπανία και μεταφράσεις της στη Βουλγαρία. Ζει και εργάζεται στην Ισπανία γράφοντας ποίηση και στις δύο γλώσσες.
Χαρτοφιλίες
Η Αγαθή Δημητρούκα παρουσιάζει ποιητές που συναντάει στη γεωγραφία της ισπανικής γλώσσας
Ζίβκα Μπαλτατζίεβα
Φ. Γκ. Λόρκα1
Δεν φωτίζει το Φεγγάρι,
ούτ’ έχει λάσο για το ξόβεργο,
ή αμόνι για τη φωνή.
Κάτι διαφαίνεται, κάτι απομακρύνεται. Ελεύθερο.
Δεν απαλλάσσει, δεν τιμωρεί, δεν κρίνει,
δεν εκπαιδεύει τον κόσμο μου.
Μαζί με όλα
τα πορτοκάλια κυλούν στον ανήφορο,
ριζώνει το αίμα των ποταμών, το ατσάλι χύνεται,
οι αγκαλιές σβήνουν και οι πυγολαμπίδες ασφυκτιούν
μέσα στη φλόγα τους.
Κάτι διατρέχει. Κάτι παρασύρει.
Δεν γελοιοποιεί, δεν παρακαλεί, δεν ζητάει,
δεν βάζει τιμή στο καλό.
Λες και μέσα στη νύχτα των πάντων
η Σεχραζάντ ανεβαίνει
και παίρνει στον κόρφο της
το κεφάλι του απογοητευμένου χρόνου.
Κάτι σβήνει. Κάτι ξυπνάει. Μακριά.
Δεν χαρίζει, δεν στερεί,
αγαπάει, μόνο αγαπάει.
Αγαπάει.
Όμηρος
Μαντεύοντας
έπαψα να βλέπω.
Και τώρα ξυπνάω
στο μάτι
του άλλου.
Ως και το δάχτυλο
που σκουπίζει το καυτό μου δάκρυ
είναι δικό του.
Καίγεται.
Και φλέγεται.
Και με πονάει τόσο
που τραγουδάω.
Για να μην αισθάνομαι.
[ Υπάρχει ένα πεδίο ]2
Υπάρχει ένα πεδίο.
Ένα πεδίο
όπου θα χρειαστεί να εισχωρήσω
χωρίς αμφιβολία.
Ένα πεδίο χωρίς ήχο. Πάλλοντας μέσα,
στο βάθος χωρίς αβύσσους.
Ένας χώρος ανοιχτός,
μια πληγή
ριζωμένη σαν δέντρο.
Που μεγαλώνει.
Στα κλαδιά του διωνύμου
μαγεία – πραγματικότητα
τα μπουλουκιαστά πουλιά της μνημονικής
αναπαύονται σιωπηλά.
Βουβές εκμυστηρεύσεις διασχίζουν το τρομερό
και ανεξίτηλο.
[Καταρρακωμένες υποτακτικές]
Καταρρακωμένες υποτακτικές, συλλαβές σαλεμένες
κάτω από τη σκουριά των βλεμμάτων.
Το σφαιρικό φως μεταβολίζει τα πεδία,
τεράστια μόρια χρωμοσωμάτων ενός έκλυτου
πεπρωμένου.
Και κάθε λέξη θα είναι εσφαλμένη,
απλώς ένα σημάδι της κατάπληξής μου
στον πλανητικό αέρα
του Σύμπαντος χωρίς σχήμα ή ποσότητα.
[Παρατηρώ]
Παρατηρώ.
Κανένα κατώφλι δεν διαφαίνεται,
ούτε είσοδος στο άλλο
και στο είναι.
Πλανάται ατιμώρητη
κάποια προκαθορισμένη απάντηση
και σαρώνει πουλιά, λουλούδια,
δρόμους.
Με αρρωσταίνει. Με αρρωσταίνει.
Με αρρωσταίνει.
Παρατηρώ
πού με πηγαίνει;
[Ο Οβίδιος κοιτάζει]
Ο Οβίδιος κοιτάζει τον Δούναβη.
Το θολωμένο νερό κυλάει αργά
προς τη Μαύρη Θάλασσα, προς τον Πόντο.
Μένει λίγο ακόμα.
Η πεδιάδα των δύο πλευρών είναι ένα ροδάκινο
κομμένο στη μέση
και η κοίτη του ποταμού
μοιάζει να είναι ο σπόρος, το πλευρό του γίγνεσθαι,
το παγερό νυστέρι.
Όλα είναι σχήματα,
όλα ακαθόριστα
και ανηλεή.
[Απρόσμενα πετάγεται]
Απρόσμενα πετάγεται μπροστά σου
η αίσθηση ότι τίποτα δεν είναι γνωστό.
Η εικόνα, οχυρωμένη στη μνήμη
φαίνεται τετράγωνη και εξωτερική.
Ό,τι δεν είναι σε θέα μεγαλώνει,
σε φτάνει,
σπαρμένο με αναρίθμητους ανθρώπους
ασφαλές από μνημεία και ίχνη
στη γρατσουνιά ενός ξένου βλέμματος.
Τρεμάμενη άβυσσος όπου τρέχεις από τον νότο στον βορρά
με το ποτάμι των γαλαξιών
μέσα σε μια ακαταστασία από ακρωνύμια κι emoticon.
Σύντομη Ιστορία της Βουλγαρίας
Επιβιώνουμε, επιβιώνουμε, πάντα επιβιώνουμε.
Επιβιώσαμε από τους Βυζαντινούς.
Επιβιώσαμε από τους Οθωμανούς.
Επιβιώσαμε από τους Ρώσους.
Από τους φασίστες, από τους κομμουνιστές.
Θα επιβιώσουμε από τους δικούς μας,
από τους ξένους, από τους δικούς σας.
Πόνος με σφιγμένα χείλη από ασβέστη και λουλάκι
χωρίς σκιά.
Επιβιώνουμε, επιβιώνουμε, επιβιώνουμε.
Ιστορικό προηγούμενο
θαύμα των θαυμάτων.
Από ποιες άλλες δυνάμεις
‒σκοτεινές και φωτεινές‒
δεν θα επιζήσουμε;
Επιζώντες, επιζώντες, επιζώντες: όχι ζωντανοί,
ούτε νεκροί.
Συλλαβίζει το πλακουτσωτό φεγγάρι:
Ούτε νεκροί!
Ούτε καν νεκροί
ώστε να τρέφουμε την ελπίδα
να αναστηθούμε.
1. Οκτώ ποιήματα από την 3η έκδοση της συλλογής Fuga a lo real [Φυγή στο πραγματικό], δίγλωσση έκδοση ισπανικά-βουλγαρικά, Amargord, Μαδρίτη (2019).
2. Οι τίτλοι σε αγκύλες δεν απαντώνται στο πρωτότυπο. Εξυπηρετούν μόνο την παρούσα δημοσίευση.
Η εξαφάνιση των ειδών έχει εκτιναχθεί. Τι θα κάνει ο άνθρωπος3
όταν έρθει η σειρά του; Πρέπει πια να βελτιώσει τον εαυτό του,
να εισαγάγει γενετικές αλλαγές που θα μεταβιβαστούν
στα παιδιά του; Να παρέμβει στη φυσική εξέλιξη;
Μπορούμε να μιλάμε για φυσική εξέλιξη στην περίπτωση
του ανθρώπινου είδους; Θα φτάσει να γίνει
μισό βιολογικό, μισό ηλεκτρονικό; Ένα είδος γραφένιου
που αυτοεπισκευάζεται; Θα ζει (εν μέρει)
στο Διαδίκτυο; Η γη θεωρητικά θα είναι κατοικήσιμη
για άλλα πέντε δισεκατομμύρια χρόνια. Πώς θα είμαστε; Και γιατί
έχει σημασία να ξέρουμε; Μπορεί το άγχος να είναι η επαρκής αιτία
για την εξαφάνισή μας; Ή μήπως ον και μηχάνημα γενετικά βελτιστοποιημένα
θα μοιράζονται τη συνείδηση; Και δεν θα πεθάνουν; Ένα ον
εκτός χρόνου; Πώς θα είναι αυτό;
Homo Optimus, Homo Cyberneticus, Homo Hibridus... Ένας Homo
Homo θ’ απομείνει κάπου;
Είναι τρομακτικό να μπορείς ν’ αλλάξεις τον κόσμο και να μην ξέρεις τι
θα δώσει.
Οι αστροναύτες
επιστρέφουν στη Γη
με λιγότερο αίμα στις φλέβες
μεγαλώνει η περιοχή κοσμικού κενού
και ακύρωσης
των συναισθημάτων
Φιλόσοφοι και νευροεπιστήμονες επιμένουν
ότι δεν υπάρχει κανένα εγώ, ότι αυτό που σ’ αγαπάει
ή σε καταστρέφει
είναι το συλλογικό
υποσυνείδητο. Ότι το χέρι σου δίπλα στο δικό μου,
ο βίαιος θάνατος όντων, φυτών, ωκεανών
και τραγουδιών
είναι απλώς καλπάζουσα βιοχημεία. Και κανένας
για τίποτα δεν είναι υπεύθυνος
γιατί κανένας δεν υπάρχει
ως κάποιος.
Φιλόσοφοι και νευροεπιστήμονες;
Στωικός
Πού πηγαίνω την ψυχή μου;
Η πέτρα που με αντικαθιστά είναι ήσυχη
και υπομονετική.
Δεν με αρνείται. Δεν με κοιτάζει
αφ’ υψηλού. Ούτε από κάτω προς τα πάνω
με μετράει. Περιμένει.
Να μου περάσει ο θάνατος και να την αντικαταστήσω…
3. Τέσσερα ποιήματα από τη συλλογή GenES [Γονίδια], Amargord, Μαδρίτη (2016).