Ανάρρωση

Λεονάρντο ντα Βίντσι: «Η προσκύνηση των Μάγων», Μουσείο Ουφίτσι, Φλωρεντία
Λεονάρντο ντα Βίντσι: «Η προσκύνηση των Μάγων», Μουσείο Ουφίτσι, Φλωρεντία





Τι περισώζεται απ’ τον ουρανό;
Το χιόνι.

    *

Όταν ξαναφυσάει
                ο μέσα σου άνεμος.

Η γλυκιά γεύση
                της μαρμελάδας
στη φρυγανιά.

                *

Τώρα έφτασε η στιγμή
                να καταλάβεις
γιατί υπήρξες κάποτε
                παιδί.

Τότε η γύρη του Χρόνου
χάραζε στον ουρανό
το φως

την κάθε αιώνια ημέρα.

                *

Αυτή τη νύχτα
κοιτώντας στο ταβάνι
του νοσοκομειακού θαλάμου

την έναστρη νύχτα

γνωρίζεις
ότι ο αναγνώστης σου ήταν πάντοτε
το αναλφάβητο παιδί σου – εσύ.

                *

Νούφαρα πόνου
―τα «Γιατί;», «Γιατί;», «Γιατί;»
του άγρυπνου συνασθενή σου―
φωτίζονται

στο έλος της νύχτας.

                *

ΗΣΥΧΙΑ
―στο βάθος του έξω κόσμου
ηχούν μπουμπουνητά―

Σβήστε πια τους φανούς των θυσιών.
Υψώστε με στο ύψος του Σταυρού.

Θ’ αναστηθώ.

                *

Βήμα το βήμα
―«Μην κοιτάτε κάτω.
Κοιτάτε μπροστά!»―
όπως το βρέφος
θα βρεθώ ξανά
στην όρθια στάση.

Θα καθίσω κι εγώ
στην ιερή πέτρα.

Στον δρόμο
προς την Ελευσίνα.

                *

Θυμήθηκα ξανά
εκείνο το αγαπημένο ποίημα
του Sandro: Guarirai…

Καλά θα γίνεις. Φτάνει ο μακρινός
ήχος από τα τρένα ― και τη νύχτα η πόλη
χάνει την τόσο εργατική
τραμουντάνα, κι αποκοιμιέται
μία στιγμή προσμένοντας
άνεμο από καμπάνες.

                *

Να ξανακούσω μουσική
―σκλήρυνες, σαν πέτρα,
τρεμάμενη πέτρα―
άνεμο από σιωπηλές καμπάνες.

Ξεκίνα από Joep Beving:
“We are here
        but to make music and dance
                with all the obtaining forces”.

                *

Πριν χρόνια είχα δει στη Galleria degli Uffizi
την «Adorazione dei Magi» του Leonardo da Vinci
― έμεινα τότε κατάπληκτος
από την αίσθηση ότι η εκπληκτική αρτιότητα
αυτού του ημιτελούς έργου
βρίσκεται έξω από τον χρόνο!

Πού να φανταζόμουν τότε
ότι ο Leonardo για μένα
θα γινόταν πέντε ρομποτικοί βραχίονες
ν’ αλωνίζουν αλάνθαστα στη θάλασσα των σπλάχνων μου.

                *

(Κλεψύδρα)

Αυτό που αναρωτιέμαι,
αναρρώνοντας,
είναι

αν

θα ’χουμε
υποχρεώσεις
στον Παράδεισο.

                *

Για δες καιρό...
Τώρα που ο Μάιος ευλαλεί
σ’ αυτόν τον έρμο τόπο

Τώρα που ανθίζουν...
Οι μυγδαλιές στα μπράτσα μας
κι οι Σθέλμες στα όνειρά μας

Νάρκης του άλγους δοκιμές
―του Lonalgal της Lavipharm―
εν Φαντασία και Λόγω.

(Παραλλαγή)

Απορώ
αναρρώνοντας:

Τ’ άνθη ευωδούσαν.
Κι είπε απορώντας:
«Πώς να πεθάνω;»

(Ξανά)
Καιρός για λίγη ποίηση, ψυχή μου:
Εδώ που σε πονούν και που σε σφάζουν
βροχομαργαριτάρια ορού που στάζουν!

                *

Αν
τη νοσοκομειακή μου κλίνη
την τέμνουν δύο μεσημβρινοί

Ο ένας
με βγάζει ευθεία στο νεκροταφείο

Ο άλλος
στους νυφικούς θαλάμους
των τόσο νέων νοσηλευτριών.

                *

Σαν βγήκε από την Κόλαση ο Δάντης
βρέθηκε ξανά
κάτω από τ’ άστρα του νυχτερινού ουρανού

E quindi uscimmo a riveder le stelle

Εδώ για μένα ο ουρανός
είν’ η βροχή των δακρύων
στον φαρμακευτικό ορό.

                *

Να βγεις Έξω
Ψυχή τε και Σώματι

(Κι ας έχει γίνει ο ουρανός
μια ραγισμένη οροφή)

Το να βαδίσεις επί των υδάτων
θα ’ναι θαύμα

Αλλά ήδη υπάρχει Αυτός
που το κατάφερε.

(Παραλλαγή)
Η ευτυχία είναι
να ξυπνήσεις
σε θάλαμο νοσηλείας
(ή σε θάλασσα ασυλίας)
στη Μεγάλη Άρκτο.

                *

Η σκιά του Σώματος
στο ήσυχο απομεσήμερο
της άδουσας ψυχής:

Ο νόστος είναι
προς τον εαυτό σου

Που τώρα τελευταία
παραλίγο
να τον χάσουμε

ψυχή τε και Σώματι.

                *

Μία ζωή
έτρεχα να προλάβω
το ακαταπόνητο σώμα μου.

Κι άφηνα πίσω την ψυχή μου
ξεχασμένη
― εκκολαπτήριο τρόμου.

                *

Α Ϋ Π Ν Ι Α
Πιο κάτω από τον ουρανό
πιο πάνω από το χιόνι

Εκεί είναι ο τόπος που όρισες
να ξαγρυπνάς, ψυχή μου.

(Παραλλαγή)

― Για δεν κοιμάσαι, αγόρι μου!
― Μάνα, μετρώ τ’ αηδόνια...

                *

Το νάμα της φώτισης:
Εδώ
η νόσος είναι
το αργό χιόνι,
που πέφτει,
της ζωής

(Νιφάδες του Άδη
στη λευκή της κόμη...)

Έξω
οι υγιείς
τρέχουν πλησίστιοι
―μην και δεν προλάβουν―
προς τον θάνατό τους.

                *

Ω θνητότης!
Είναι άφθονοι στα μέρη σου οι τάφοι.
Τραμπαλιζόμαστε στα κύματά σου.
Τι υπέροχη κι αυτή η μέρα!
Τι υπέροχη κι αυτή η μέρα!
Μας βγάζει η κάθε μέρα στην ακτή
όπου μας περιμένουν λυπημένοι
εορτάζοντες εν χορδαίς και οργάνοις
οι αγαπημένοι μας θνητοί.

                *

Σ’ έναν βιότοπο αστεριών
θα καταλήξεις
― σ’ αστέρινο δροσάτο περιβόλι

(Ακόμα
και μες στο φέρετρο της μνήμης σου
θ’ ακούς τ’ αηδόνια της Ρώμης)

Θα φτάσεις
στη θάλασσα
(Στη θάλασσα δίχως νησί)

Μισερός
μετρώντας τις απώλειές Σου
με φτερά ή με βράγχια
θ’ αναγεννηθείς

Αυτά θα γράφουν οι συστάσεις
στο δικό μου εξιτήριο.

                *

Κι όμως, έστω κι αργά, θα γυρίσεις.
Την εντάφια, τη σπασμένη στάμνα,
θα γυρίσεις να την πάρεις.
Θα σκορπίσεις τη στάχτη της
στην άγονη θάλασσα.
Έτσι θα τρυγήσει κι ο καιρός
ρόγα τη ρόγα το φρυγμένο αμπέλι.
Το εκκύκλημα θ’ αρχίσει να σ’ ανυψώνει:
το σπίτι, οι λόφοι, ο αέρας, ο ουρανός,
όλα
        θα ’ναι
                άφθαρτα.

                *

Χιόνι σάβανο

Στον πάγο του
σπόρο τον σπόρο
ανάβουν τ’ άστρα.

                *

Το γυμνό σώμα σου
το άγαλμα της μνήμης
να ακραγγίζει τις υπώρειες του ουρανού
και ν’ ανεβαίνει
―εμβρυουλκός ονείρων―
ώσπου να φτάσει
εκεί που λάμπει ο αποσπερίτης
για να μας χαριστεί ξανά το φως,
εσύ να γίνεις ο γλυκός αυγερινός.

                *

Μνήμη του σώματός μου στο νερό

Κι ο Χρόνος οξειδώνεται

Μένουν
στα ωραία κάδρα του
όνειρα ονειρώξεων

Η πιο ωραία παρήχηση
― γυμνές γυναίκες.

                *

Η κάθε μέρα
ανεμοστρόβιλος
που μου γυρνά
τα περασμένα
με ταχύτητα ονείρων

Ο Άγγελός μου
αγκομαχώντας
ισορροπεί
στην κόψη
των ίδιων βράχων

Κάτω του η ίδια θάλασσα.

                *

Το κρεβάτι πεζοδρόμιο

Bryan Ferry, «Reason of Rhyme»

Άκου να δεις ένα όνειρο που είδα χθες, ψυχή μου – στη θάλασσα, στην κόψη των κυμάτων. Ήμασταν, λέει, σε μια μεγάλη πολιτεία, κι όλο γυρίζαμε, σε δρόμους, σε πλατείες, σε μουσεία, ολημερίς κι ολονυχτίς. Μα τέλειωνε ο χρόνος μας κι έπρεπε πια να φύγουμε – γρήγορα να μαζέψουμε τα πράγματα, να πάρουμε ταξί για το αεροδρόμιο. Μπορεί και να ’πρεπε να ταξιδέψουμε με πλοίο, που θα έπλεε κατάφωτο τη νύχτα φεύγοντας από μια μεγάλη προκυμαία. Αλλά η επιθυμία να βολτάρουμε ακόμα, μέσα στους δρόμους, τις πλατείες, τα μουσεία, ήτανε –πώς να πω;– ακατασίγαστη. Ώσπου άρχισε σιγά σιγά να μας νικάει η κούραση, να μας τραβάει ο ύπνος στη φωλιά του. Και τότε ενώθηκαν τα δυο πλάνα σ’ ένα! Σε πήρα αγκαλιά και σ’ έσφιγγα απαλά (ναι, έτσι!) σ’ ένα ζεστό, πελώριο κρεβάτι –η μυρωδιά σου έριχνε τις ρίζες της στη μνήμη μας– ενώ ήμασταν ταυτόχρονα και σ’ ένα πεζοδρόμιο – δεν μπορεί να μη θυμάσαι τις Καμάρες της Καβάλας. Εκεί ξαπλώναμε αγκαλιά, αυτό ήταν το δικό μας το κρεβάτι πεζοδρόμιο. Μείναμε αγκαλιασμένοι εκεί, ίσως κι ώς το ξημέρωμα, μες στον βαθύ τον ύπνο. Ποιος ξέρει τι μας μέλλεται στον ύπνο; Και ποιο, άραγε, ξημέρωμα (στ’ όνειρα ο χρόνος είναι δέντρο αειθαλές); Στο μεταξύ –κι ας πάνε όλα στο διάβολο, μα όλα– το αεροπλάνο μας σίγουρα θα ’χει φύγει, το πλοίο θα πλέει στ’ ανοιχτά, στη φωτισμένη νύχτα.

                *

Νυχτογράφημα

Ήρθε η σειρά μου να επιβεβαιώσω ότι «κατά βάθος, ο ποιητής έχει ένα θέμα: το ζωντανό σώμα του». Ανάμεσα στην ασυγκράτητη σαρκική ανάγκη που κρυστάλλωσαν με τον κυριολεκτικό ρεαλισμό τους οι φράσεις «Είμαι ελεεινά καυλωμένος, χρυσό, και δε σκέπτομαι τίποτε άλλο παρά πώς να σε γαμήσω ατέλειωτα μια ολόκληρη νύχτα. Και δεν μπορώ να σου γράψω αλλιώς», στο γράμμα στη Μαρώ, στις 29 Σεπτεμβρίου 1940, και τη στιγμή που πήρε το εξιτήριο από τη φημισμένη για ουρολογικές επεμβάσεις ιδιωτική κλινική του Λονδίνου Queen’s Gate Clinic (την ίδρυσε, μεταξύ άλλων, ο περίφημος ουρολόγος χειρουργός Terence Millin), τον Νοέμβριο του 1961, ύστερα από εβδομάδες επώδυνης νοσηλείας, καθώς αναγκάστηκε να υποβληθεί σε προστατεκτομή (στον όγδοο τόμο του ημερολογίου του είναι διάσπαρτα, πάντως διακριτικά εκφρασμένα, τα ίχνη της μετεγχειρητικής ταλαιπωρίας του, ίσως και της αγωνίας του), κύλησε ο εύχυμος και ο εσώτερος ποιητικός βίος του Σεφέρη – ναι, μιλώ για τον ποιητικό του βίο. Αυτά ήταν τα δυο του ορόσημα. Δύο μήνες πριν απ’ την εγχείρηση, ο Σεφέρης αποχαιρέτισε θριαμβευτικά ένα μέρος του σώματός του, παίρνοντας το αίμα του πίσω, όταν όρθωσε το ανάστημα του ιδιωτικού ποιητή. Τότε μας χάρισε το «Αρετή και Ρώκριτος», την πιο κειμενικά απολαυστική σωματική συνεύρεση ενός άντρα και μιας γυναίκας στην ελληνική ποίηση. Έβαλε στο στόμα της «ελεεινά καυλωμένης» Αρετής, με τον δικό του τρόπο, τον τρόπο του απαράμιλλου οργανοπαίκτη της γλώσσας και του δεκαπεντασύλλαβου του Κορνάρου, τα λόγια που έγραψε στη «χρυσή» του Μαρώ, 21 χρόνια νωρίτερα. (Τα υπόλοιπα, είναι οι φτιασιδωμένες ερμηνείες των ασωμάτων).

                *

Il gran rifiuto

Απ’ την ολοήμερη επίσκεψη στην Πομπηία, απ’ την περιδιάβασή μας στη ζωντανή νεκρόπολη, ανακαλώ κάποιες στιγμές το αίσθημα της ντροπής μου ότι εισερχόμαστε απρόσκλητοι στα σπίτια τους, ότι εισβάλλω στις κρεβατοκάμαρές τους, βιαστής του βλέμματος, εμποτισμένου απ’ το μπλε της θάλασσας των τοίχων, με τις ακόμα ζεστές σκιές βουβά να αναπνέουν στα συλημένα απ’ τον καιρό κρεβάτια τους – ύστερα από τους οργασμούς η ακινησία κι η σιωπή, ενώ τα κορμιά πλέουνε μες στη δροσιά του ιδρώτα. «Διά λόγους ατομικούς και σε επιγνώσιν [sic] ότι αναλαμβάνω ο ίδιος ολόκληρον την ευθύνην διά το παρόν και το μέλλον της ασθενείας μου και παρά τας συστάσεις σας ότι η μόνη ενδεικνυομένη θεραπεία διά την πάθησιν του λάρυγγός μου είναι η εγχείρησις, σας δηλώ ότι προτιμώ την ακτινοθεραπεία αντί της εγχειρήσεως». Αυτά εγράφησαν υπό του ποιητού Κ.Π. Καβάφη εις επιστολήν του προς τον ιατρό Κ. Δημητριάδη, διευθυντή του ωτορινολαρυγγολογικού τμήματος του Νοσοκομείου «Ερυθρός Σταυρός» στις 27 Ιουλίου 1932 και ενώ κατά τας προηγηθείσας ημέρας ο ιατρός Δημητριάδης επραγματοποίησεν «επειγόντως τραχειοτομή» εις τον ποιητή [Πηγή: Μιχαήλα Καραμπίνη-Ιατρού, «Ο ιατρικός φάκελος του άρρωστου Καβάφη (Αθήνα 1932)», Μικροφιλολογικά, τχ. 26, Άνοιξη 2026, σ. 91]. Τι να είχε μείνει πια στη μνήμη; Σπαράγματα από στίχους; «Τα ενδύματα μισοανοίχθηκαν – πολλά δεν ήσαν / γιατί επύρωνε θείος Ιούλιος μήνας»; Ποιοι να ήταν οι «ατομικοί λόγοι»; Μήπως ήταν το άδηλο και αδιάψευστο επιχείρημα του «Che fece… il gran rifiuto» που έγραψε πριν από 31 χρόνια; Ο αρνηθείς δεν μετανιώνει. Αλλιώς, αν έλεγε το Ναι; Ίσως να τέλειωνε λίγα από τα Ατελή του… Μέσα στον φόβο και στες υποψίες, με ταραγμένο νου και τρομαγμένα μάτια; Να έκαναν τα καημένα ―για λίγο― να μη νιώθεται η πληγή; Ας μην αξιωθούμε τη φήμη του: θα κρεμάσουν έως και τα εσώβρακά μας στα μανταλάκια ― στην κοινή θέα των επισκεπτών στους νυφικούς θαλάμους μας!

                *

Το τελευταίο σονέτο;

Μην πιστεύεις των ποιητών τη θλίψη
Είναι το δάκρυ του χλομού ναρκίσσου
Το δέλεαρ για το κλεφτό φιλί σου
Είναι ορμή για τα μεγάλα ύψη*

Μα όπως κοιτάς απ’ τα μεγάλη ύψη ― 
Κάποτε ήσουν εκεί κι εσύ, θυμήσου,
Στη σκιά ή στο φως του άρρητου Παραδείσου ―
Το ξέρεις πως κανείς δεν θα σου λείψει

Απ’ τους ποιητές, τις άφατες φωνές τους.
Τώρα που η εσπέρα γέρνει προς τη δύση
Κι ενώνει τους ιάμβους μ’ αναπαίστους

Κάνε την πτώση τελευταία πτήση.
Κράτα στα χέρια το παλτό και το φεγγάρι
Θα ’ναι ροδόχροο μαργαριτάρι.

                *

Μικρό ελεγείο για τον Γκλεν Χάνσαρντ

Glen Hansard, «Bird of Sorrow»

Σκοτώθηκες νύχτα στ’ αγαπημένο σου Δουβλίνο·
Το έμαθα απρόσμενα στην καλοκαιρινή ραστώνη.
Ο μάταιος κόμπος ―μια ζωή τον δένω και τον λύνω
κι εγώ― μια στιγμή δένει τη θηλειά και μας τελειώνει.

Κι έτσι έγινες κι εσύ άθελά σου το πουλί της λύπης.
Τώρα είσαι πια ολομόναχος στον βωμό της αγάπης.
Μα όταν θα καίγονται τα πάντα κι εσύ θα μας λείπεις,
θα τραγουδάς με τους πιστούς της θεϊκής αγκάλης.

Γκλεν, η αγάπη θα ’ρθει να μας βρει και τότε όλοι έτοιμοι
κι ας βυθιστήκαμε στο σκότος για πολύ καιρό,
καθώς θ’ ανάβει η σπίθα του χλωμού φωτός, πανέτοιμοι

θα σηκωθούμε και θ’ ανέβουμε στον ουρανό,
εκεί που ο ήχος της γλυκιάς φωνής σου ―οι αιθέριοι κάμποι
θ’ αντιλαλούν― θα ’ ναι η ηχώ της μουσικής που λάμπει.

                *

Το νήμα του τερματισμού
είναι και το σκοινί που ισορροπείς
είναι κι ο ομφάλιος λώρος που σε δένει
με το άπειρο το φως
― το φως του χώματος.

                *

ενώ το μέλλον λευκή παπαρούνα
φορούσε το νυφικό του αγέρα και χανόταν
(σ’ ένα βαθύ πουθενά, Ζέφη Δαράκη),

λέω

μαυρίλα ο θάνατος,
μα είναι γλυκιά η ζωή.


Αθήνα-Κύθηρα, Μάιος-Σεπτέμβριος 2026


_______________
* Άντεια Φραντζή, «7 νυχτερινά σονέτα + 1 στροφή», Το έσω χάραγμα. 1975-2015, Sestina 2021, σ. 246.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: