Δραπετεύουμε από τον έγχρονο κόσμο μόνο μέσα από μυστικιστικές εκστάσεις
Jean-Paul Sartre, «Η χρονικότητα στον Faulkner»
α. Βεβαίως, τέτοιος που είσαι, διαφωνείς τσινάς δυσανασχετείς, δεν κάνει το παραμικρό γκελ στην σωματοψυχή σου ουδεμία νύξη μνεία παραπομπή ό,τι θες περί μυστικισμού, συνεπώς θα αφαιρούσες άτεγκτα το μυστικιστικές, μάλιστα, το εκστάσεις από μόνο του φτάνει, μια χαρά είναι, και ναι, τωόντι, από τον έγχρονο κόσμο δραπετεύουμε μέσα από εκστάσεις (βλέπεις; και το μόνο θα αφαιρούσες – περιττεύει και περισσεύει), βεβαίως μέσα από διασαλεύσεις της γραμμικότητας δραπετεύεις, μέσα από απεμπολήσεις πάσας συμβατικότητας την κοπανάς, καθώς γίνεσαι αγνός και ανεξέλεγκτος, ως έλεγεν ο Κερουάκ που διάβαινε μουσηγέτης, δεινός αναγνώστης του Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο, ο Ζαν Λουί Λεμπρί ντε Κερουάκ, ο Γαλλοκαναδός που παντρεύτηκε Ελληνίδα, μάλιστα, την Στέλλα τη Σάμπας, εκ του Σαμπατακάκης, που εάν δεν ήταν ο Κερουάκ να σε ταρακουνήσει από τότε, από κείνα τα χρόνια τα λεγόμενα μεταπολιτευτικά, κι εσένα κι όλη την παλιοπαρέα, την ανήσυχη, να σας ξελογιάσει ο Κερουάκ, δεν θα είχες ποτέ, μήτε εσύ, μήτε κι ο Γιαννάκος, φτάσει αριβάρει αφιχθεί στο Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο και στον μάστορα Marcel Proust, δεν θα είχατε ούτε κατά διάνοια εμβυθιστεί στα της Αλμπερτίν καμώματα και θέλγητρα, ανάποδα καθώς όλα τα κάνατε, πρώτα Κερουάκ κι ύστερα Proust, πρώτα Χάκκας κι ύστερα Faulkner, Sartre πρώτα και μετά, πολύ μετά, π᾽ανάθεμά σας, Heidegger.
β. Πιάσε τώρα, τσίφτη και καραμπουζουκλή, να παίζεις με τις συμπτώσεις λες και δεν έχεις τίποτα πιο σοβαρό να κάνεις, ναι, παίξε, σκέψου δηλαδή ότι διόλου τυχαίο δεν είναι που ο ένας τίκτεται όταν ο άλλος την τελευταία του πνοή αφήνει, πάει να πει το 1922, στις 12 Μαρτίου, βλέπει το πρώτο φως ο συγγραφέας του On the Road και του Visions of Gerard, και επίσης το 1922, στις 18 Νοεμβρίου, περνάει στο αιώνιο σκοτάδι ο συγγραφέας του Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο, πενηντάρηδες αμφότεροι, μανιακοί της μνημοσύνης, πράκτορες της Αιωνιότητας Α.Ε., απηνείς διώκτες της Λήθης, λάτρεις και διάκονοι της ρυθμικής ροής των ρήσεων και των ρημάτων, stream of consciousness ο ένας, spontaneous prose ο άλλος, υιέτιος λόγος ο ένας, ο Γάλλος, καταρρακτώδης λόγος ο άλλος, ο Γαλλοκαναδός – κι εμείς, ο Γιαννάκος ο Τζώρτζης, κι εσύ, άφρονες κι αλλόφρονες πιτσιρικάδες στο Βόλο, απ᾽ το 1974, μισόν αιώνα και βάλε, να έχετε βαλθεί να επιμηκύνετε τα δευτερόλεπτα, να γνωρίζετε από κάποια διαολεμένη, μάλλον: ευλογημένη, διαίσθηση ότι η φύση του ανθρώπου είναι έγχρονη, ότι αυτό είναι η δυστυχία του, όπως διατείνεται ο συγγραφέας που σας τάραξε με το Είναι και το Μηδέν – πάντα ανάποδοι, ρε φίλε!, πρώτα πιάσατε το L'Être et le Néant (1943) κι έπειτα σας γράπωσε το Sein und Zeit, πρώτα ο ζαβός παίκτης/ρέκτης κι έπειτα ο ορεσίβιος βουκόλος, ωρέ ζαγάρια, ωρέ υπαρξιστές του γλυκού νερού, ωρέ Χάιντεγκερ του πεζοδρομίου (όπως, ορθώς, σας λοιδορούσαν, καθ᾽ όλην τη διάρκεια της δεκαετίας του ενενήντα, όλοι οι σώφρονες και εχέφρονες, κι όχι σαν τα μούτρα σας, διανοούμενοι της οδού Σόλωνος)!
γ. Ναι, γιατί ντε και καλά, σώνει και ντε, μυστικιστικές εκστάσεις, αφού δύναται κανείς μια χαρά να εκστασιαστεί πολλάκις και πολλαχώς με το «Ομνύει» και με το «Νόησις», με τα εναρκτήρια δευτερόλεπτα του “Like a Rolling Stone’’, με την εκ νέου περιπλάνηση στη Γειτονιά των Ηρώων, με την ευοίωνη έως σαγηνευτική προοπτική ενός ταξιδιού στο Τορόντο, με την απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας στην Anne Carson, με το ηδύτατο κελάηδημα του κεχριμπαρένιου κομπολογιού το δείλι εκείνης της 19ης Σεπτεμβρίου του 2026, με το δείπνο στον Μπακαλόγατο της Φωκίωνος και το γεύμα στο Όμορφο της Ξενοκράτους (στρείδια, πατάτες, φάβα, πολίτικη σαλάτα, τόνος αλά σπετσιώτα, σουτζουκάκια), με την θέαση του βαθύτατα ανθρώπινου ποιήματος All of a Sudden του Ryusuke Hamaguchi (16.12.1978) –Γιαπωνέζα φιλόσοφος με καρκίνο τελικού σταδίου (την υποδύεται η αδιανόητη Tao Okamoto) συνδιαλέγεται με Γαλλίδα ανθρωπολόγο (την υποδύεται η εξίσου αδιανόητη Βελγίδα ελληνοεβραϊκής καταγωγής Virginie Efira)– έτι δε περαιτέρω δύναται κανείς μια χαρά να εκστασιαστεί με την εξιχνίαση της χρονικότητας στα έργα του William Faulkner, καθώς τα μελετάει εδώ και μερικές εβδομάδες αναρρωνύοντας, φέρ᾽ ειπείν, και ανακτώντας δυνάμεις ύστερα από κάποιαν ακραίως εξουθενωτική περιπέτεια της υγείας του, και πάει λέγοντας.
δ. «Τέτοιος είναι ο χρόνος στον Faulkner. Μήπως δεν μας είναι οικείος; Τούτο το άφατο παρόν που μπάζει νερά από παντού, τούτες οι απότομες εισβολές τού παρελθόντος, τούτη η θυμική τάξη, που αντιτίθεται στη διανοητική και βουλητική –η οποία είναι χρονολογική αλλά στερείται πραγματικότητας– εκείνες οι αναμνήσεις, τερατώδεις και ασυνεχείς έμμονες ιδέες, εκείνες οι διαλείψεις της καρδιάς… άραγε δεν συναντάμε πάλι τον χαμένο και ξανακερδισμένο χρόνο του Marcel Proust;» [Jean-Paul Sartre, «Η χρονικότητα στον Faulkner», εις Τέσσερα Κείμενα, μτφρ. Αντώνης Χατζημωυσής, εκδ. ΜΙΕΤ, σ. 43]· αμ τι γαρ; Και για του λόγου το αληθές, ιδού: «Αυτή είναι και η ουσία της πράξης της ανάμνησης – η αίσθηση, η όραση, η όσφρηση: οι μύες με τους οποίους βλέπουμε και ακούμε και αγγίζουμε – όχι το μυαλό, όχι η σκέψη· αυτό που λέμε μνήμη δεν υπάρχει: το μυαλό θυμάται μόνον όπου φτάνουν οι μύες – τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο· κι αυτό που βγαίνει ως άθροισμα είναι συνήθως λανθασμένο και ψευδές και άξιο να φέρει μόνο το όνομα του ονείρου» [William Faulkner, Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλλώμ!, μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Gutenberg, σ. 201]· κι αν δεν σ᾽ έχει πείσει ήδη αυτό, τσάκο κι άλλο ένα του Μεγάλου Νότιου: «Όταν σκέφτεται τώρα το χρόνο, του φαίνεται πως για τριάντα ολόκληρα χρόνια ζούσε μέσα σε μια τακτική πομπή από μέρες με όνομα και αριθμό σαν τους πασσάλους ενός φράχτη, κι ότι ένα βράδυ έπεσε για ύπνο κι όταν ξύπνησε βρέθηκε από την έξω μεριά του φράχτη» [William Faulkner, Φως τον Αύγουστο!, μτφρ. Παναγιώτης Κεχαγιάς, εκδ. Gutenberg, σ. 385]· κι αν δεν χόρτασες πια τεκμήρια και πειστήρια, για ρίξε μια ματιά κι εδώ: «τότε θα πρέπει να φύγουμε μέσα στις κακογλωσσιές και τη φρίκη η πάναγνη φλόγα θα σε κάνει να πεις το κάναμε είμαι πιο δυνατός από σένα θα σε κάνω να ξέρεις πως το κάναμε νόμιζες πως ήταν εκείνοι αλλά εγώ ήμουν κοίτα σας ξεγελούσα συνέχεια εγώ ήμουν νόμιζες πως ήμουν στο σπίτι εκεί με το καταραμένο αγιόκλημα προσπαθώντας να μη σκέφτομαι την κούνια τους κέδρους τις κρυφές ορμές τις κλειδωμένες ανάσες ρουφώντας το άγριο χόρτο τα ναι Ναι Ναι ναι» [William Faulkner, Ο αχός και το πάθος, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Gutenberg, σ. 167], ούτως ώστε να έρθει εν θριάμβω με χλαπαταγή εν χορδαίς και οργάνοις αλλά και με τριαλαρί και τριαλαρό και φιρουλί φιρουλά η εξαίσια η ανεκτίμητη η υπερτάτη η σούπερ ντούπερ κατακλείδα: «῾῾Τον λατρεύω τον Καναδά᾽᾽, είπε η δεσποινίς Ντέιντζερφιλντ. ῾῾Τον βρίσκω θαυμάσιο᾽᾽» [ό.π., σ. 166].