Η σύνδεση

Σχέδιο του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα για την «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη (Αρχείο Μουσείου Καζαντζάκη)
Σχέδιο του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα για την «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη (Αρχείο Μουσείου Καζαντζάκη)




Το τρόλεϊ καθυστερούσε, αλλά δεν ανησύχησα. Ήταν ακόμη νωρίς το απόγευμα και υπήρχε και μία κυρία καθισμένη δίπλα με δεμένα τα χέρια πάνω από τη φούστα της, που περίμενε κι αυτή. Άρα το τρόλεϊ θα ερχόταν όπου να ’ναι. Είχα βγει από το σπίτι μετά από πολύ καιρό, και για πρώτη φορά είχα βγει μόνη μου. Μόνη μου έπρεπε και να αναλάβω τη φροντίδα της ψυχής μου, που φοβόταν τους ανθρώπους. Είχα διαβάσει για εκείνη τη διάλεξη και τη δημόσια συζήτηση που θα ακολουθούσε, με θέμα: «Ημέρα ψυχικής υγείας». Και είπα, ας πάω.

Τι ήθελα να πάρω από μια συζήτηση; Δεν είμαι σίγουρη. Μάλλον θα ήθελα να ακούσω πώς μπορεί κανείς να «χαϊδέψει» λίγο την πληγωμένη του ψυχή. Θα μου πείτε: Ποιο είναι το πραγματικό χάιδεμα της ψυχής; Δεν έχω δώσει απάντηση ακόμη, πώς να σας απαντήσω κι εσάς;

Το τρόλεϊ ήρθε και γρήγορα βρέθηκα στην αίθουσα, πολύ νωρίς, κάπου μιαν ώρα προτού αρχίσει η διάλεξη. Κάθισα μπροστά μπροστά και ούτε που πήρα χαμπάρι τον κόσμο που γέμισε γρήγορα την αίθουσα. Αυτός ο καθηγητής παρουσίαζε το καινούργιο του βιβλίο και η ομιλία του μου προκάλεσε δάκρυα. Η ερώτηση που ήθελα να κάνω αλλά τελικά δεν την έκανα είναι «Πώς καταλαβαίνει κάποιος εάν έχει κουκουλώσει το συναισθηματικό του φορτίο ή εάν ξεπέρασε όντως το τραύμα του;».

Βγαίνοντας από το αμφιθέατρο θυμήθηκα τι είχε συμβεί δέκα χρόνια πριν. Και έκανα τη σύνδεση.
Πρέπει αυτό να συνέβη το φθινόπωρο εκείνης της χρονιάς, γιατί ήδη μαζεύονταν κάποια μελανά σύννεφα στον ορίζοντα. Είχαν έρθει εκείνες τις μέρες χαρτιά αγωγής και αν κέρδιζε ο αντίδικος κινδύνευα να χάσω το σπίτι μου, αυτό που οι γονείς μου το είχαν χτίσει πετραδάκι-πετραδάκι. Δεν ήταν μόνο οι άστοχες υπογραφές μου που με απασχολούσαν, ήταν και οι τύψεις μου γι’ αυτό το σπιτάκι που τόσο το πόνεσε η μάνα μου, τόσο το μερεμέτισε ο πατέρας μου, τόσο επιπόλαια το διαχειρίστηκα εγώ. Και να τώρα που η αγωνία με πλημμύριζε, να που η ψυχή μου δάγκωνε το στήθος, ενώ τα σύννεφα μαζεύονταν απειλητικά.

                    Τ’ Άι Λιός, γυρίζει ο καιρός αλλιώς.


Νίκος Εγγονόπουλος, «Οδυσσέας και Πηνελόπη»



Πω πω πω, οι βροντές μου φέρνουν στο μυαλό όλους τους θαλασσοδαρμένους ανθρώπους.
Δεν ξέρω ποιον να πρωτοθυμηθώ.
Τον Οδυσσέα, που στον Κάτω Κόσμο ο Τειρεσίας του είπε Θα φτάσεις σε μέρος που οι κάτοικοί του δε θα ξέρουν τι είναι η θάλασσα»; Του είπε: «Εκεί οι άνθρωποι δε θα τρώνε τροφές αλατισμένες και δεν θα ξέρουν τι είναι καράβι ή τι κουπί. Εκεί ένας στρατοκόπος θα σε ρωτήσει τι είναι αυτό που βαστάς στον ώμο σου κι εσύ θα του πεις ότι αυτό είναι το ξύλινο φτυάρι για το αλώνισμα και το λίχνισμα των σταχυών». Κι εκεί θα εγκατασταθείς, του είπε, στα βουνά.

Έτσι κι ο προφήτης Ηλίας: ήταν, λέει, κάποτε ναύτης, κι επειδή ταλαιπωρήθηκε πολύ στη θάλασσα αποφάσισε να πάει στον τόπο όπου δεν ξέρουν τι θα πει βάρκα και τι θα πει κουπί. Πήρε λοιπόν στον ώμο το κουπί και βγήκε στη στεριά αρχινώντας την ανηφόρα. Όποιον συναντούσε τον ρώταγε τι είναι αυτό που βαστάει στον ώμο του. Όσο του έλεγαν «κουπί», τόσο ψηλότερα τραβούσε, ώσπου έφτασε στην κορυφή του βουνού. Ρωτάει λοιπόν δυο περαστικούς τι είναι αυτό που βάσταγε στον ώμο κι αυτοί του αποκρίνονται «ξύλο»! Ο Αϊ-Λιας γέλασε ικανοποιημένος και έμεινε από τότε κοντά στους ανθρώπους των βουνών.

Τι να πρωτοθυμηθώ από τους ανθρώπους που τους ξετίναξε η ζωή;
Ανηφορίζοντας προς το μοναστήρι τα σκεφτόμουν όλα αυτά και κάπως ανάσανα. Εκεί πάνω θα τίναζα από πάνω μου τις σκέψεις. Ίσως και να κοιμόμουν λίγο κάτω από τον ίσκιο του ευκάλυπτου. Το θέμα είναι η φροντίδα της ψυχής εκεί ψηλά, εκεί όπου η ψυχή σου βρίσκεται κοντύτερα στην πηγή του φωτός.
Ο κόσμος που ανηφόριζε ήταν πολύς. Βάδισα κι εγώ μαζί τους, όμως ήταν σαν να βρισκόμουν στο δικό μου σύννεφο. Μπήκα στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία, προσκύνησα, προσευχήθηκα, και βγαίνοντας έξω μου ήρθε η μυρωδιά από το αγιόκλημα και με έπιασαν τα κλάματα, γι’αυτό επίτηδες ξέμεινα λίγο πίσω κι άφησα τους άλλους να κατηφορίζουν. Έκλαιγα χωρίς να ξέρω γιατί και κοιτούσα κάτω την Αθήνα, με τους ηλιακούς να με τυφλώνουν όπως έδυε ο ήλιος.
Εκεί κοντά στον ήλιο, στην κορφή, να με άκουσε άραγε η κρηπίδα των προφητών, ο άγιος των βουνών και των υψωμάτων; Ο επίγειος άγγελος και ο επουράνιος άνθρωπος; Αυτός που βαδίζει χαμηλά αλλά σέρνει το άρμα του στον ουρανό;1 Μου άρεσαν αυτά τα ονόματα και αυτά τα επίθετα του Προφήτ’Ηλία, γιατί με γαλήνευαν κάπως. Όμως οι λυγμοί συνέχισαν ν’ ανεβαίνουν και να μου πικρίζουν το στόμα.
Ένα ελαφρό αεράκι φύσηξε, που κάτι μου θύμισε.
Ολόγυρα, απόλυτη ησυχία. Μόνο, απομακρυσμένες πια, οι φωνές των ανθρώπων.
Κάποια στιγμή, εκεί που είμαι φορτισμένη, με πλησιάζει σιγά σιγά ένας σκυφτός γέροντας με άσπρο γένι, μου ανοίγει την αριστερή χούφτα, βάζει μέσα έναν σταυρό άσπρο με σκαλισμένο πάνω τον Εσταυρωμένο και μου κλείνει το χέρι, λέγοντας «Μην κλαις. Εσύ είσαι καλός άνθρωπος!».
Δεν κατάλαβα τι σήμαινε αυτό, μόνο άνοιξα τη χούφτα μου σαστισμένη και είδα τον σταυρό.
Γυρίζω να τον ευχαριστήσω με τα μάτια μου θολωμένα από τα δάκρυα, αλλά αυτός δεν είναι πια εκεί.
Έχει εξαφανιστεί.
Τον Προφήτη Ηλία συνήθως τον απεικονίζουν να κάθεται φορώντας τη μηλωτή του μέσα σε μια σπηλιά, με στραμμένο το κεφάλι του δεξιά να κοιτάζει έναν κόρακα που του φέρνει τροφή.
Νομίζω κάπως έτσι τον είχαν και στο εικόνισμα που είχα προσκυνήσει πριν από λίγο.
Όταν γύρισα στο σπίτι σκέφτηκα πως ο γέροντας που με πλησίασε ήταν ολόιδιος μ’ εκείνη την εικόνα περιωπής του Προφήτη Ηλία που είχα δει μέσα στην εκκλησία. Είναι μια απάντηση, σκέφτηκα, σε κάτι που ζητάει ένας άνθρωπος που βρίσκεται σε απόγνωση. Όμως, τότε δεν είχα ακόμη κάνει τη σύνδεση. Και φυσικά δεν ησύχασα, γιατί το θέμα της κατάσχεσης του σπιτιού εκκρεμούσε.
Μετά από χρόνια, όταν επιτέλους τελεσφόρησε αυτή η δικαστική περιπέτεια και γλίτωσα το σπίτι μου, είχα σχεδόν ξεχάσει το περιστατικό με τον γέροντα στο βουνό της μονής. Ούτε καν συνέδεσα τον σταυρό στη χούφτα μου με μια απάντηση του Θεού σχετικά με το δικαστήριο.
Και τον είχα ξεχάσει ολότελα αυτόν τον σταυρό.
Τον βρήκα συμπτωματικά πολύ αργότερα, καθώς ξεκαθάριζα κάποια παλιά πράγματα, σε μια κρυφή θήκη του πορτοφολιού όπου τον είχα φυλάξει.
Τότε έγινε η σύνδεση στο μυαλό μου. Κατάλαβα γιατί ο Προφήτης Ηλίας ονομάστηκε «προόπτης των μεγαλουργιών του Θεού»2! Αυτός ο γέροντας, άρα, ήταν ο ίδιος ο Προφήτης, που είχε έρθει για ν’ ασχοληθεί με τη σωτηρία της ψυχής μου. Εκείνη την ημέρα, κάπου πιο κοντά στα σύννεφα, είχα λάβει μιαν απάντηση, που μέσα στην πάροδο του χρόνου και με όλες τις αγωνίες και τις επαναλαμβανόμενες διαδικασίες, την είχα σχεδόν ξεχάσει.
Ανοίγεις τη χούφτα σου, βρίσκεις έναν σταυρό. Τυχαίο είναι;
Και τότε φυσάει ένα αεράκι. Κι αυτό τυχαίο είναι;3
Ξέρω, θα μου πείτε: Κάνεις αυτήν τη σύνδεση, γιατί πιστεύεις.
Ναι, θα σας απαντήσω, πιστεύω, φυσικά πιστεύω, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Η σύνδεση γίνεται από μόνη της. Κοιτάξτε, τα πράγματα είναι απλά για εμάς τους πιστούς.
Σε ένα ντοκιμαντέρ είχα δει το έθιμο της «Περπερούνας».
Σε περιόδους ξηρασίας οι κοπέλες του χωριού στόλιζαν ένα ορφανό κορίτσι με χόρτα, κλαδιά και πρασινάδες, πήγαιναν στο ποτάμι, βρέχονταν, και με ένα μπακίρι γεμάτο νερό γύριζαν χορεύοντας και τραγουδώντας:4

Περπερούνα περπατεί
και το Θιο παρακαλεί
για να βρέξει μια βροχή,
μια βροχή, μια σιγανή,
για να γέν’ τα στάρια μας
και τα καλαμπόκια μας.5


Πολλές φορές, εκτός από νερό, πετούσαν και χρήματα ή έδιναν αλεύρι και αυγά, τα οποία μετά τα χρησιμοποιούσαν για να φτιάξουν πίτες, που τις μοίραζαν σε όλη την κοινότητα.
Τα πράγματα για εμάς τους πιστούς είναι ένα κι ένα κάνουν δύο.

                        Μια βροχή, μια σιγανή...

Κι επειδή ήθελα να τιμήσω τον αγγελιοφόρο από τους ουρανούς, έφτιαξα κι εγώ μια πίτα και ένα απόγευμα πήρα και πάλι την ανηφόρα για το μοναστήρι του Προφήτη Ηλία. Στον δρόμο θυμήθηκα την παράδοση, που κρατάει από την αρχαία λατρεία του Απόλλωνα, και που λέει ότι ο Άι Λιας τριγυρνά τον κόσμο με το άρμα του κι όταν βροντά κι αστράφτει κυνηγά διαβόλους.
Αφού αφιέρωσα στο εικόνισμά του την πίτα, κι ενώ κατηφόριζα με τα πόδια από το μοναστήρι, θυμήθηκα τον Οδυσσέα που ήταν ναύτης θαλασσοπνιγμένος.
Κι εγώ θαλασσοπνιγμένη ήμουν και σώθηκα.
Και χθες το σούρουπο, όταν τελείωσε η διάλεξη, μπήκα πάλι στο τρόλεϊ χωρίς να φοβάμαι και πριν νυχτώσει γύρισα στο σπίτι. Κλειδώνοντας την πόρτα, σκέφτηκα την ανθρωποθάλασσα που με πνίγει και με τρομάζει. Σκέφτηκα πως, ευτυχώς, σιγά σιγά το ξεπερνώ. Χρειάζομαι τον χρόνο μου κι εγώ.
Και σκέφτηκα, επίσης: τι άραγε να σημαίνει «Ημέρα ψυχικής υγείας»; Τι να σημαίνει η ανακούφιση που ένιωσα; Τι αναζητούσα σ’ αυτήν τη διάλεξη, και τελικά γιατί δεν έκανα στον ομιλητή την ερώτηση που ήθελα.
Τώρα μέσα μου έχω την απάντηση. Θέλω να πω: η ερώτηση απαντήθηκε από μόνη της.
Tριαντάφυλλα, κόκκινα τριαντάφυλλα, ροζ τριαντάφυλλα η ψυχή μου.
Το αεράκι που φυσάει εκεί ψηλά είναι θεόσταλτο.
Δεν μπορεί. Τόσες παραδόσεις, τόσες αφηγήσεις, όλες τυχαίες είναι;
Σας το ξαναλέω. Δεν είναι ότι πιστεύω. Που πιστεύω, σίγουρα ― αλλά δεν είναι εκεί το θέμα.

Το θέμα είναι το αεράκι.


1. Ιωάννης Χρυσόστομος, «εἰς τὸν Πέτρον τὸν ἀπόστολον καὶ  Ἠλίαν τὸν προφήτην» (Migne, P.G. 50 § B΄).
2. Η προφητική αποστολή του Ηλία αναπτύχθηκε στα χρόνια της βασιλείας του Αχαάβ και της Ιεζάβελ (κόρης του βασιλιά της Τύρου στη Φοινίκη), σε μία περίοδο πολύ ταραχώδη για τον μονοθεϊσμό στο Ισραήλ, όταν οι Εβραίοι δοκιμάζονταν στην πίστη τους από τους ειδωλολάτρες. Η Ιεζάβελ επηρέαζε τον Αχάαβ σε μια προσπάθεια να καθιερώσει επίσημα τη λατρεία του θεού Βάαλ και έτσι ο Θεός των Εβραίων εξαγριώθηκε (Γ΄ Βασ. 16, 3133) και ανέθεσε στον Προφήτη Ηλία να σταματήσει οποιαδήποτε βροχόπτωση. Παράλληλα, για την ασφάλεια του προφήτη του, έλαβε την πρόνοια να τον κρύψει ανατολικά του Ιορδάνη, κοντά στον χείμαρο Χοράθ, στέλνοντας κόρακες για να του φέρνουν τροφή (Γ΄ Βασ. 17, 24). Ο προφήτης συμμορφώθηκε με αυτόν τον αναχωρητικό βίο κατά την περίοδο της τριετούς ξηρασίας που ακολούθησε (τη μνημονεύει ο Ιώσηπος στην Ιουδαϊκή Αρχαιολογία VII, 13,2).
3. Στην Παλαιά Διαθήκη, στο Γ΄ Βασιλειῶν (19, 310), περιγράφεται η αναχώρηση του προφήτη για τη Βέερ Σεβά, στην έρημο, όπου συνάντησε τον Θεό όχι ως μεγάλο άνεμο που συντρίβει τα βουνά στο πέρασμά του, αλλά ως ήχο από ελαφρό αεράκι (Γ΄ Βασ. 19, 1112).
4, Μαγικός αγερμός για την αναβροχιά, domnasamiou.gr
5. Νάκη, Ε. «Λαϊκά δρώμενα―Το έθιμο της Περπερούνας στην ελληνική κοινωνία και εκπαίδευση». 

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: