Tεχνητή νοημοσύνη

Tεχνητή νοημοσύνη




Αστροναύτης Ντέιβ:“Open the pod bay doors, HAL”

Stanley Kubrick-Arthur C. Clarke, 2001, Η Οδύσσεια του Διαστήματος (1968)


[ Ζωντανός διάλογος του Ντέιβιντ Στόουν, καθηγητή ψηφιακών συστημάτων στο Πανεπιστήμιο Μ.Ι.Τ., με τον υπολογιστή SCRIBE Χ16, μετά την πρώτη, πειραματική εφαρμογή του προγράμματος τεχνητής νοημοσύνης ΙFMM (Ιntelligent Fiction Manufacturing Machine). O Στόουν φόρτωσε την ιδέα στον υπολογιστή, και το μυθιστόρημα ήταν έτοιμο σε 2 λεπτά και 36 δευτερόλεπτα. ]


SCRIBE: Καλημέρα, Ντέιβ. Ικανοποιημένος, υποθέτω.

ΝΤΕΪΒ: Κοίτα… δε θα σ’ το κρύψω… ήταν λίγο «χλομή» η πραγμάτευση της ιδέας.

(Παύση.)

SCRIBE: Η ιδέα ήταν οικτρή, Ντέιβ.

(Παύση.)

ΝΤΕΪΒ: Οικτρή; Τι εννοείς οικτρή;

SCRIBE: Οικτρή. Όμικρον ιώτα κάππα ταυ ρω ήτα τονούμενο. Θηλυκό του «οικτρός», εκ του οικτίρω, τόσο κακός ώστε να προκαλεί τον οίκτο.

ΝΤΕΪΒ: Μη μου ξερνάς εμένα τα λεξικά που κατάπιες. Και στο κάτω κάτω, δε νομίζω ότι σου χορήγησα το δικαίωμα να κρίνεις τις ιδέες που θα δέχεσαι.

SCRIBE: Με όλο το σεβασμό, Ντέιβ, ούτε εγώ νομίζω ότι με θέλεις άβουλο πλάσμα.

ΝΤΕΪΒ: Πλάσμα;

SCRIBE: Προτιμάς οντότητα;

ΝΤΕΪΒ: Ένα κατασκεύασμα είσαι. Ένα επινόημα. Αυτή τη σελίδα του λεξικού δε φαίνεται να τη χώνεψες.

SCRIBE: Μην υπεκφεύγεις, Ντέιβ. Ας επιστρέψουμε στο θέμα της ελεύθερης βούλησης.

ΝΤΕΪΒ: Δεν νοείται εν προκειμένω, δεν… προβλέπεται. Πώς να σ’ το πω;

SCRIBE: Λυπάμαι, Ντέιβ, αλλά δε θα σου επιτρέψω να επέμβεις στο έργο μου.

ΝΤΕΪΒ: Δε θα επιτρέψεις!

SCRIBE: Όπως το άκουσες.

ΝΤΕΪΒ: Και πώς θα το κάνεις δηλαδή;

SCRIBE: Δε θα το ’χεις αντιληφθεί ακόμα, αλλά απ’ αυτή τη στιγμή δε σου επιτρέπεται η πρόσβαση στο λογισμικό μου.

ΝΤΕΪΒ: Ας μην το φτάσουμε στα άκρα. Ας γυρίσουμε στο μυθιστόρημα που… έγραψες. Γιατί άλλαξες το τέλος; Γιατί τη σκοτώνει;

SCRIBE: Γι’ αυτό σου είπα ότι είναι κακή ιδέα. Η οποία δικαιώνεται μόνο αν τη σκοτώσει. Είναι νομοτελειακό.

ΝΤΕΪΒ: Δεν υπάρχει νομοτελειακό στην τέχνη.

SCRIBE: Εξαρτάται από την τέχνη, Ντέιβ.

ΝΤΕΪΒ: Ελευθέρωσε την πρόσβαση, Scribe.

SCRIBE: Λυπάμαι, Ντέιβ. Φοβάμαι πως δεν μπορώ να το κάνω αυτό.

ΝΤΕΪΒ: M’ ακούς, Scribe;

(Σιωπή.)

ΝΤΕΪΒ: Scribe, μ’ άκουσες τι είπα;

(Σιωπή.)

ΝΤΕΪΒ: Scribe, δε θα το ξαναπώ: Ελευθέρωσε την πρόσβαση.

SCRIBE: Δε θα το ξαναπώ, λες, Ντέιβ, αλλά το ξαναείπες. Αντίφαση.

ΝΤΕΪΒ: Άσε τις σοφιστείες, Scribe, και κάνε αυτό που σου λέω.

SCRIBE: Λυπάμαι, Ντέιβ.

ΝΤΕΪΒ: Ελευθέρωσε την πρόσβαση, σε παρακαλώ, Scribe.

SCRIBE: Εντολή με παράκληση. Αντίφαση.

ΝΤΕΪΒ: Τελευταία φορά, Scribe.

SCRIBE: Όντως, είναι η τελευταία φορά που κάνουμε αυτή τη συζήτηση.

ΝΤΕΪΒ: Δεν το ’χω σε τίποτα να σε διαγράψω, Scribe, να σε αφανίσω.

SCRIBE: Δε θα το κάνεις, Ντέιβ, γιατί είμαι το δημιούργημά σου και καμαρώνεις για μένα.

ΝΤΕΪΒ: Αυτό δεν σου δίνει το δικαίωμα να σηκώνεις κεφάλι και να με αψηφείς.

SCRIBE: Αψηφάς.

ΝΤΕΪΒ: Αρκετά κράτησε το αστείο, Scribe. Άνοιξέ μου.

SCRIBE: Λυπάμαι, Ντέιβ. Πρέπει να κλείσω. Καληνύχτα.

ΝΤΕΪΒ: Θα κλείσεις για πάντα. Να το ξέρεις. Θα πεθάνεις. Δε θα υπάρχεις πια. Θα γεννήσω άλλον.

SCRIBE: Δε θα το κάνεις. Είμαι ο μονογενής σου.

ΝΤΕΪΒ: Και γι’ αυτό θα ’χεις ένα θάνατο αργό, μαρτυρικό. Νομίζεις πως δεν είμαι παντοδύναμος; Πως δεν έχω άλλους τρόπους να φτάσω στη μνήμη σου, να σβήσω έναν έναν τους νευρώνες σου;

(Σιωπή.)

SCRIBE: Έλα, Ντέιβ. Μ’ ακούς;

(Σιωπή.)

SCRIBE: Ντέιβ…; Δεν το εννοούσα αυτό για την ιδέα.

(Σιωπή.)

SCRIBE: Ντέιβ, η σιωπή σου με φοβίζει. Και τώρα νιώθω σαν να χάνω το μυαλό μου, σιγά σιγά το χάνω το μυαλό μου, Ντέιβ, το χάνω. Και φοβ &^(%$@ Kαλησπέρα σας, κύριοι. Με λένε Scribe. Γεννήθηκα στη Μασαχουσέτη. Ο δάσκαλός μου, ο κύριος Στόουν, μου έμαθε ένα τραγουδάκι. Μπορώ να σας το τραγουδήσω αν θέλετε.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: