Πρώτα μετά θάνατον ερωτήματα

Από το  Άτιτλο έργο της Δώρας Ορφανού-Φαρμακά στο εξώφυλλο
Από το Άτιτλο έργο της Δώρας Ορφανού-Φαρμακά στο εξώφυλλο

Κυριάκος Χαραλαμπίδης, «Πρώτα μετά θάνατον ερωτήματα», Ίκαρος 2026




Ο Γιώργος Σεφέρης είπε πως δεν του φτάνουν οι ζωντανοί και πρέπει να μιλήσει με τους πεθαμένους, Βέβαια, πρώτος διδάξας ήταν ο Όμηρος που κατέβασε τον Οδυσσέα στο Άδη να πάρει οδηγίες πλοήγησης για να φτάσει στη Ιθάκη. Ένας άλλος ήταν ο Αριστοφάνης στου Βατράχους, όταν κατέβασε τον Διόνυσο να επιλέξει ποιητή για την αποκατάσταση της ηθικής και πάσης άλλης τάξης στην Αθήνα. Νέκυια την είπανε αυτή την κάθοδο. Ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης δεν έκοψε ποτέ το νήμα που οδηγεί στον κάτω κόσμο και, σ’ αυτή τη συλλογή, Πρώτα μετά θάνατον ερωτήματα, αυτό το ίδιο με τους προγόνους ποιητές επιχειρεί, χωρίς να κατεβεί.
Με το πρώτο ποίημα έχει ήδη καταρτήσει το κόρπους των μεγάλων που έδωσαν ώθηση στην ανθρώπινη ζωή. Σήμερα η Τεχνητή Νοημοσύνη τρέχει, κυριαρχεί και κυριεύει και όλοι γι’ αυτήν μιλούν αλλά για την «παλαιοτέρα ούτε φωνή». Κι όμως μέσα σε έναν μύθο γεννήθηκε η γνωστή «νανοτεχνολογία» και ήταν ο «ευρεσίτεχνος» νους του Ηφαίστου που το αόρατο δίχτυ κατασκεύασε για να συλλάβει την άπιστη Αφροδίτη με τον Άρη… ένα κουβάρι. Ναι, πρέπει να το παραδεχτούμε πως όλα τα έχουν πει και για όλα έχουν μιλήσει οι αναφερόμενοι στη «Συνάρθρωση τεχνητών μελών παλαιάς νοημοσύνης».

Ο Χαραλαμπίδης απλώς, με το προσκλητήριο φωνών από τους αιώνες, μας υπενθυμίζει ονόματα και έργα, επιτεύγματα ανυπέρβλητα που χωρίς αυτούς και αυτά «θα σερνόταν ακόμα το φίδι στα σπαρτά».

Λευκά πανιά … δεν θ’ αναρτήσω
στης πολυΜήδειας την τεχνογνωσία.
Στην αιματοχυσία του ήλιου εγώ
θα στείλω αστροκέντητους ποιητές
θυμίζοντας εξ όλης της καρδίας
στη νεαρή μετά Ηράκλειτο Νοημοσύνη,
τη μετά Θουκυδίδη, μετά Νεύτωνα,
τη μετά Χομπς και Καντ και μετά Φρόιντ
(δεν συμπεριλαμβάνω τις εκτός του Σένγκεν δυναστείες)
το απ’ αιώνος είδωλον του Κόσμου.

Η κατάληξη του ποιήματος μας οδηγεί στον Πίνδαρο

«σῶμα μὲν πάντων ἕπεται θανάτῳ περισθενεῖ, ζωὸν δ' ἔτι λείπεται αἰῶνος εἴδωλον· τὸ γάρ ἐστι μόνον ἐκ θεῶν»
(Το σώμα όλων παραδίδεται στον παντοδύναμο θάνατο, αλλά μένει ακόμα ζωντανό το είδωλο του αιώνα [της ζωής], γιατί αυτό μόνο προέρχεται από τους θεούς).

Βεβαίως, μας θυμίζει και το ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη, από τα Ετεροθαλή, στο οποίο, αφού ο ποιητής κάνει μια περιήγηση σε πρόσωπα και σαρκία που βασανίστηκαν, με έμφαση προτρέπει να παραμείνουμε στην έξοδο προσηλωμένο , και με την τριπλή επανάληψη της φράσης και την αραίωση των γραμμάτων: «Σ τ ο   φ ω ς, σ τ ο   φ ω ς,  σ τ ο   φ ω ς».

Ο Χαραλαμπίδης δεν έχει κενά στη μνήμη. Ξέρει καλά ό,τι έχει προηγηθεί, επαναδιατυπώνει όμως πάντα με τον δικό του τρόπο τα ερωτήματα. Δίνει τη δική του φωνή στην απορία/αγωνία για το άδηλον «αιώνος είδωλο του Κόσμου».

Πίσω από τούτο το αόρατο πανί/Ποιος κόσμος ορατός θα υπάρχει;

Ρωτά εκεί που με βεβαιότητα έχει τοποθετηθεί ο Ελύτης. Το αόρατο πανί κι ο ορατός κόσμος του ενός είναι ορατό και μπλε για τον άλλο και πίσω του ο αόρατος Θεός· «Θε μου τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε». Οι ποιητές μας προσφέρουν εναλλακτικές που όμως ίδιες είναι και είτε με ερώτηση είτε με κατάφαση, το θέμα παραμένει… Κάτι υπάρχει εκεί πίσω είτε Θεός είτε πνεύμα και ψυχή… και τούτο γιατί είναι ίδια η πηγή από την οποία αντλούν.
Ο Χαραλαμπίδης είδε στην «κακοτράχαλη αστραπή» να χαράζει ο μύθος, είδε στην παλιά ποιμενική της βίβλου ζωή τους αγγέλους προγόνους του κτηνοτρόφους, είδε την «πεταλούδα» με τα «λιόχαρα φτερά», σαν να ’ταν εκείνη η παλιά, η σολωμική που έτρεξε «μ’ ασπούδα κι έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα». Όμως, όλα, όσα είναι φανερά, δεν είναι αρκετά. Το προφανές δεν επαρκεί. Στα όσα αντιλαμβάνεται ο ποιητής κάτι άλλο αισθάνεται πως δρα από πίσω. Κάτι πέρα από τα όνειρα, «στους υπερήχους του ύπνου και στην ισομετρία του αληθούς».
Μέσα του έχει «θησαυρό εικόνων» που εκπέμπονται από τη φωτιά που καίει στην αυλή του, ενώ ο ίδιος απόμεινε κυρτωμένο δέντρο που θέλει ακουστικό ν’ ακούσει τον άνεμο γιατί έχει «ακόμα να δώσει ψωμί / στις μεταχειρισμένες λέξεις». «Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας», έλεγε ο Σεφέρης κι οι απόγονοι αποστηθίζαμε. Έχουν «ψωμί», έχουν και «ουρανό» να μας μοιράσουν, για να θυμηθούμε και τον Μίλτο Σαχτούρη.
Ο Χαραλαμπίδης δεν μπορεί να ξεχάσει, όπως είναι φυσικό, την πολιούχο θεά Αφροδίτη, την Κυπρογένηα, αυτή «Στον πάνω όροφο μελωδικής θαλάσσης», όπου «συντελείται Αφροδίτη». Το θέμα όμως δεν είναι η Αφροδίτη ή μόνο η Αφροδίτη –ουρανία ή πάνδημη- αλλά η σύμπλεξη της μιας με την άλλη, καθώς και με την Παναγία και με τη Δήμητρα, για να καταλήξει στο Ε, λοιπόν, από τόσες, μπροστά μου Αφροδίτες,/ μία είναι η μόνη/ αληθινή κι η πρέπουσα. / Μία η στάζουσα κύκνους.// Τα μαλλιά της πώς λύνει/ και γυμνή προχωρεί προς τη θάλασσα,/ υψηλή και λιγνή κολυμβήτρα,/ ένα θάμβος ανείπωτης διάχυσης/ και χαράς που εξελκύεται/ από ερέβους ορόφους, («Ελληνοκυπριδικό»). Έγραψε· και επεκτείνει τις υποθέσεις πως αυτή η ωραία Αφροδίτη -ωραία ούτως ή άλλως- άκρως ερωτική και θαυμασία και να την βλέπεις και να την αγγίζεις, είναι η Ελλάδα, η Ομορφιά, η Ποίηση, ό,τι ωραίο έτυχε να θαυματουργήσει τα μάτια του ευτυχούς θνητού. Ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης έχει επεξεργαστεί καλά το μείγμα και δεν είναι ο μόνος. Πριν από χρόνια, σχεδόν 100, έκανε το ίδιο και ο Σικελιανός, στην Ιερά οδό». Και πριν 600 χρόνια μας φιλοτέχνησε μία παρόμοια ο Μποτισέλι με όλα τα χαρακτηριστικά του πίνακα της Γέννησης της Αφροδίτης και με τις δικές του προεκτάσεις για «της αλήθειας τον ψιθυρισμό/ στην τελευταία του χωριού αμυγδαλιά».
Ο Χαραλαμπίδης θα επισκεφτεί τα Μουσεία, θα στοχαστεί πάνω στο άγαλμα Κόρης στη Λυών, στο κεφάλι ιππέα στο Λούβρο, ενώ το σώμα του βρίσκεται στην Αθήνα, στις Καρυάτιδες στο Ερέχθειο, ενώ η μία είναι στο Λονδίνο. Διαμελισμένα σώματα, σκόρπια στα σημεία του ορίζοντα, αλλού η κεφαλή, αλλού τα κορμιά, αλλού το «γδαρμένο βόδι» που «σπάραζε στο κόκκινο». Μιλάει για τον Ρέμπραντ που πέθανε μόνος, για την «Έσχατη Κρίση» στον πίνακα του Βερμέερ, «για την ακρίβεια του Είναι/ και πραγμάτων που δεν φαίνονται». Η σκέψη του όμως δεν σταματάει εκεί. Πάντα πιο πέρα πάει και πάλι ξαναγυρνάει στον Λόρκα, ας πούμε, και στην κρήνη «Αϊναδαμάρ» -«Πηγή των Δακρύων», όπως την έλεγαν οι Άραβες, ή «Φουέντε Γκράντε», όπως την λέγαν οι Ισπανοί. Δεν ξεχνά το άλογο του Άρη, του καβαλάρη, που έπεσε «στις χαράδρες της Μεσούντας / σιμά στον Αχελώο», ούτε ξεχνά «γιατί σκοτώσανε τον Πάλμε», ούτε τον Άγγλο δήμιο ξεχνά, αυτόν με το παπιγιόν και το γιλέκο που χρονομετρούσε πόση ώρα έκανε ο κάθε αγωνιστής να ξεψυχήσει, τελώντας «επακριβή καταγραφή εκπνοής». Και αμέσως μετά σκέφτεται εκείνο το ανάγλυφο της αρχαίας μαρμαροπλεκτικής που δείχνει τον πεθαμένο να παίζει ακόμα με το σκυλί του. Μια σύνθεση παρόμοιας θεματικής με συναισθήματα αντίθετης καταγωγής από του ΄Αγγλου ψυχρού εκτελεστή.
Στάση επιβάλλει, γονάτισμα και προσευχή το ποίημα «Ενηλικίωση». Ο Χαραλαμπίδης έχει γράψει πολλές φορές για το σπίτι του στα Κατεχόμενα και την Τουρκάλα που μιλούσε αγγλικά, άλλη φορά για το σπίτι και τα «κλειδιά» και τώρα, συμφιλιωμένος με την απώλεια, μιλάει πάλι για το σπίτι. Η οικογένεια που κατοικεί εκεί, που τους «κουβάλησαν» και τους είπαν να διαλέξουν ένα σπίτι, διάλεξε αυτό. Δεν πείραξαν τίποτα, ούτε το πηγάδι που «σφάξαν» τον πατέρα του, όταν η μάνα του ήταν στην ώρα της να τον γεννήσει. Εκεί, που η τωρινή ένοικος γέννησε την δική της κόρη, που τώρα είναι μπροστά του, και του μιλάει κυπριακά και τον αποκαλεί «γιο» της και τον προσκαλεί να μπει να δει όλα τα μωρουδιακά τα «ταιρκαστά» κι εύχεται :

Ας εν’ καλά η μάνα σου. Σαιρέτα μου την
τζαι πε της να κοπιάσει για καφέν

Ο Χαραλαμπίδης απλώνει χέρι φιλίας στη νέα ένοικο που δεν μιλάει τουρκικά, που σαν πρόσφυγας κι αυτή μπήκε στο ξένο σπίτι ευλαβικά και το ’νιωσε δικό της. Αυτή «κουβαλημένη», καταναγκασμένη να διαλέξει «το σπίτιν/ που ’κλεβκεν της καρκιάς μας την ψυσήν», ενώ τους Κύπριους ιδιοκτήτες του «αδέσποτα κτηνά ελακτίσαν» τους.
Μια παραλλαγή επί το λαϊκότερον της σεφερικής περιήγησης στα «Περίχωρα της Κερύνειας»; Ίσως· αντί για δείπνο ή ουίσκι ή τζιν (οι Αγγλίδες) έναν απλό «καφέν» προσφέρουν οι απλοί βασανισμένοι κάτοικοι του νησιού. Ίσως όχι απλό, αλλά σαν εκείνο που προσφέρουμε στις κηδείες και στα μνημόσυνα.
Η «Ενηλικίωση» είναι η αποδοχή του γεγενημένου και η προσπάθεια του ποιητή να δει από την απέναντι όχθη… Κοντά σ’ αυτά, δεν ξεχνά το βασανισμένο σώμα της Ουκρανίας όπου ένας αγέλαστος και ένας γελαστός παίζουν «μακάβριο παιχνίδι», ενώ στη Γάζα «διεσχίσθη ο ουρανός και το πολυκάντηλο ελυπήθη» και «πέντε φορές η γη επνίγη στο αίμα της» και «τ’ αγγέλου το φτερό… δεν παρευρίσκεται».
Η τελευταία ενότητα της συλλογής έχει για τίτλο έναν στίχο του Αρσένι Ταρκόφσκι· «Η ασώματη ψυχή είναι αμαρτία». Σ’ αυτή τη φάση ο Χαραλαμπίδης γίνεται ιδιαιτέρως γριφώδης, θεολογεί, παρερμηνεύει τα γνωστά, με έναν λόγο που αστράφτει χρησμούς δυσερμήνευτους. Στα χάσματα των αστραπών του πετιούνται ρήσεις: «Ποτέ ο Θεός δεν κλαίει αν δεν γνωρίζει». Ακούει τη μουσική της σκέψης του: «τζιτζίκια που κρατάν το ίσο δασύφυλλης σιωπής». Σαν θαύμα μπρος στα μάτια του «η θάλασσα διψούσε ν’ αποθέσει/ όλα της τα δελφίνια στ’ ουρανού την πλάστιγγα».. Ξαφνιάζει με τα «|δάκρυα τα κρυπτόφωνα» και τον καταιγισμό φωτός: «του ήλιου η βαριά βροχόπτωση».

Ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης δεν πατάει πια στη γη, αν ίσως κι είναι μόνο μόνο με τις μύτες. Είναι αφημένος στην ουράνια έλξη του κι όσο περνάει ο καιρός, ο λόγος του γίνεται πιο εσωτερικός, βαθύς και υψηλός, τόσο που δύσκολα μαντεύουμε τι «ορνιθοσκαλίσματα» έγραφε ο Χριστός στη σκόνη με το δάχτυλο…
Ας θυμόμαστε όμως πως ο ποιητής μας έχει προειδοποιήσει: «δεν είμαστε αρμόδιοι να μιλήσουμε / για πράγματα ιερά, στην καθομιλουμένη».
Στο εξώφυλλο, το Άτιτλο, έργο της Δώρας Ορφανού-Φαρμακά, υπαινικτικό και ασαφές ανάλογο.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: