Ήμασταν μικρά παιδιά, ο αδελφός μου κι εγώ –εκείνος μεγαλύτερος, επτά ετών, κι εγώ ο μικρός τεσσάρων– όταν, στη σχολική χρονιά 1955-56 πηγαίναμε στο ιταλικό σχολείο των Σιλεσιανών φρέρηδων στη Βηρυτό, που είχε και αγγλικό τμήμα. Είχαμε εγκατασταθεί οικογενειακώς στο Λίβανο την προηγούμενη χρονιά, καθώς, μετά τη γέννησή μου και την αύξηση των οικογενειακών δαπανών, ο πατέρας μας αναζήτησε εργασία με μεγαλύτερες αποδοχές από εκείνη του υπαλλήλου της Εθνικής Τράπεζας στην Αθήνα, και την βρήκε ως υπάλληλος σε ναυτιλιακό γραφείο της Βηρυτού.
Ο αδελφός μου παρακολουθούσε κανονικά την αντίστοιχη δευτέρα δημοτικού, κι εγώ, της προσκολλήσεως, μετείχα ως «ακροατής». Πηγαίναμε μόνοι μας με τα πόδια στο σχολείο ―ο κόσμος φαίνεται πως ήταν πολύ πιο ήμερος τότε― καλύπτοντας μια απόσταση κάπου δέκα λεπτών με τα μικρά ποδαράκια μας. Για να κόψουμε δρόμο διασχίζαμε μια αλάνα με σκηνές στη μια πλευρά της, απ’ όπου άνθρωποι μας κοιτούσαν σιωπηλά και, από όσο έχει εντυπωθεί στη μνήμη μου, ανέκφραστα. Ήταν και παιδιά, που κι εκείνα μας κοιτούσαν σιωπηλά με κάποια περιέργεια, όπως κι εγώ εκείνα, κι ήταν φορές που σα να θυμάμαι πως τα βλέμματά μας διασταυρώνονταν.
Κυκλαδικός τάφος
Αργότερα θα μάθαινα πως ήταν προσφυγικός καταυλισμός Παλαιστινίων, που είχαν εγκατασταθεί εκεί πριν μερικά χρόνια, μετά τη Νάκμπα, την Καταστροφή, του 1948. Από την άλλη μεριά της αλάνας, όπως είδα πολλά χρόνια αργότερα σ’ έναν παλιό χάρτη, ήταν το Νεκροταφείο των Δρούζων, κι ίσως για αυτό εκείνο το μέρος είχε μείνει άχτιστο και κάπως γαλήνιο, μέσα στη φρενήρη οικιστική ανάπτυξη στη Βηρυτό, με τους πανταχού παρόντες οδοστρωτήρες και τις μπετονιέρες, στα χρόνια του ΄50, την οποία είχε αναλάβει το ελληνικό πολεοδομικό γραφείο Δοξιάδη.
Με το τέλος εκείνης της σχολικής χρονιάς, το καλοκαίρι του ΄56, η Νάκμπα έκανε ένα επόμενο βήμα, αν και δεν το ολοκλήρωσε. Θα χρειαζόταν να περιμένει μια δεκαετία, ως το 1967 και επέκεινα για τη συνέχιση του έργου της. Το ΄56 ήταν η κρίση του Σουέζ, η οποία ξεκίνησε με την εθνικοποίηση της ομώνυμης διώρυγας από τον ηγέτη της Αιγύπτου Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ τον Ιούλιο, προκαλώντας την βίαιη αντίδραση των Αγγλο-Γάλλων που σε μυστική συμμαχία με το Ισραήλ προχώρησαν, λίγους μήνες αργότερα, στην επέμβαση με αλεξιπτωτιστές στο Πορτ Σάιντ και στην εισβολή στη Γάζα, γεγονότα που αποτέλεσαν το ξεκίνημα του δεύτερου αραβο-ισραηλινού πόλεμου, ο οποίος διήρκεσε (κι αυτός, όπως και o πιο γνωστός τού 1967) έξι ημέρες, από 31 Οκτωβρίου ως 5 Νοεμβρίου 1956.
Αυτός ο πόλεμος, παρά τις στρατιωτικές επιτυχίες των Αγγλο-Γάλλων και του Ισραήλ, κατάληξε σε δεινή πολιτική και διπλωματική ήττα τους αλλά και στην ανάδειξη του Νάσερ ως αδιαμφισβήτητου ηγέτη ολόκληρου του Αραβικού κόσμου με παγκόσμια ακτινοβολία. Με την άρνηση των ΗΠΑ να παρέμβουν υπέρ των συμμάχων τους για να μην διαταραχθεί η τότε ψυχροπολεμική ισορροπία με την Σοβιετική Ένωση, το Ισραήλ υποχρεώθηκε να αποσυρθεί από όλες τις περιοχές που είχε καταλάβει (Χερσόνησος του Σινά και Λωρίδα της Γάζας) και να επιστρέψει στα σύνορα της Ανακωχής του 1949, ενώ για τους Βρετανούς και του Γάλλους, η Κρίση του Σουέζ αποτέλεσε το κύκνειο άσμα των αυτοκρατοριών τους: Από το 1957 άρχισαν να παραχωρούν σταδιακά ανεξαρτησία στις αποικίες τους, ακόμα και σε πείσμα των «δικών» τους εγκαταστημένων αποίκων (Αλγερία, Ροδεσία).
Η αναστάτωση εκείνου του καλοκαιριού στη Μέση Ανατολή έφτασε μέχρι το κατώφλι μας. Όχι ως τίποτε το τραγικό, αλλά πάντως προκαλώντας μια κάποια διασάλευση της καθημερινότητας, τόση ώστε να χαραχθεί στη μνήμη μας.
Λόγω της αβεβαιότητας των εξελίξεων, κάποιοι φίλοι των γονιών μας, ο διπλωμάτης Αλέξης Στεφάνου που υπηρετούσε στο Τελ-Αβίβ και η σύζυγός του, η ποιήτρια Λύντια Στεφάνου (που είχαν έναν εξάχρονο γιο, τον Κωνσταντίνο), αποφάσισαν να αναζητήσουν ασφαλέστερο τόπο διαμονής για λίγες μέρες στην ―ως τότε ήρεμη και «ευδαίμονα»― Βηρυτό, τη ονομαζόμενη και «Παρίσι της Μέσης Ανατολής», δηλαδή στο διαμέρισμά μας.
Καλά περάσαμε με τον Κωνσταντίνο στο ίδιο δωμάτιο, αλλά εκείνο που μας χάλασε λίγο ήταν πως, εξαιτίας μιας επέμβασης στο μάτι του έπρεπε να αποκοιμιέται με σβηστό το φως, σε αντίθεση με μας που είχαμε συνηθίσει να κοιμόμαστε με ανοιχτά φώτα (κυρίως για χάρη μου, θαρρώ, γιατί έβλεπα κατά καιρούς περίεργα όνειρα). Αυτά τα βάσανα της παιδικής ηλικίας, καθώς την άγγιζε έστω και ανεπαίσθητα η μεγάλη κίνηση της ιστορίας.
Για τους μεγαλύτερους τα πράγματα ήταν, μάλλον, λίγο διαφορετικά. Ο Αλέξης Στεφάνου είχε αναγκαστεί να κάνει το πρώτο βήμα ενός αναγκαστικού οικογενειακού εκτοπισμού (αν και επέστρεψε μετά από λίγο), ενώ ο πατέρας μας αγωνιούσε για την πορεία των εξελίξεων που έμοιαζε να αμφισβητεί την σοφία της απόφασής του να μεταναστεύσει εκεί, για χάρη ενός καλύτερου μισθού.
Τότε ήταν που έγραψε μια μικρή σειρά έξι ποιημάτων με τίτλο «Έξη μέρες σ’ ένα πηγάδι» (τότε το 6 το γράφανε με ήτα), ένα για κάθε ημέρα του σύντομου πολέμου, ένα από τα οποία δημοσιεύτηκε στην Επιθεώρηση Τέχνης την πρωτοχρονιά του 1957 (τχ. 25, σελ. 41).
Όσοι, λίγοι, έχουν κρατήσει μια κάποια επαφή με το έργο του Θ.Δ. Φραγκόπουλου ίσως θα θυμούνται έστω τον τίτλο αυτής της σύντομης συλλογής, η οποία μιλά για την ενοχή τού καλοζωισμένου μέσα σ’ ένα κόσμο όπου δρουν καταστροφικές δυνάμεις. Όμως γράφει κι ένα άλλο ποίημα, που μάλλον δεν το θυμάται πια κανένας (και ομολογώ πως και εγώ το ξέχασα στην έκδοση μιας εκλογής ποιημάτων του ΘΔΦ που επιμελήθηκα το 2019), όπου απευθύνεται πιο άμεσα, με πόνο θα έλεγα, σε κείνους που θεωρεί δικούς του, τις πρώτες μέρες εκείνου του Νοεμβρίου του 1956, με τίτλο «Ημερολόγιο Νοεμβρίου».
Εκεί, στην τρίτη στροφή διαβάζουμε:
Και στο νοτιά ξερνάει το αλέτρι του Γεχωβά
τα γνωστά κρανία του προφήτη Ιεζεκιήλ,
καθώς ανοίγουν δρόμους για τα τεθωρακισμένα
Πρόκειται για σαφή αναφορά στο Όραμα της κοιλάδας των ξηρών οστών από το κεφάλαιο 37 του βιβλίου του Ιεζεκιήλ, που, στον καιρό της Βαβυλώνιας αιχμαλωσίας, προλέγει την ανόρθωση του εξόριστου, και μεταφορικά νεκρού λαού του Ισραήλ και την επιστροφή στη γη του, μέσα από μια πρώτη εξεικόνιση της Ανάστασης των νεκρών, καθώς λέγει ο Κύριος: δώσω ἐφ' ὑμᾶς νεῦρα καὶ ἀνάξω ἐφ' ὑμᾶς σάρκας, καὶ ἐκτενῶ ἐφ' ὑμᾶς δέρμα καὶ δώσω πνεῦμά μου εἰς ὑμᾶς, καὶ ζήσεσθε· καὶ γνώσεσθε ὅτι ἐγώ εἰμι Κύριος. Και υπόσχεται την επιστροφή στη γη Ισραήλ: ἰδοὺ ἐγὼ ἀνοίγω τὰ μνήματα ὑμῶν καὶ ἀνάξω ὑμᾶς ἐκ τῶν μνημάτων ὑμῶν καὶ εἰσάξω ὑμᾶς εἰς τὴν γῆν τοῦ ᾿Ισραήλ. Όμως η επιστροφή στη γη Ισραήλ τώρα, το 1956, γίνεται με τεθωρακισμένα που σκορπάνε το θάνατο και ωθούν άλλους στην εξορία και στο θάνατο.
Σπάνε τα σπίτια για να βρουν ανθρώπους,
όπως άλλοτε έσπαζες ένα αμύγδαλο
για να το φας
αλλά τελικά ούτε οι επελαύνοντες πρώην εξόριστοι δεν θα ευτυχήσουν
Και τρέμει η γης στο διάβα τους,
καθώς στο διάβα από στρατιές οργισμένων αγγέλων,
αλλά τα χρόνια τους είναι μετρημένα.
Λέω ότι απευθύνεται, σχεδόν με πόνο, σε εκείνους που θεωρεί δικούς του, γιατί κάθε αξιοπρεπής άνθρωπος τότε ένιωθε αυθόρμητα αλληλέγγυος με τους Εβραίους που είχαν υποστεί αδιανόητα βάσανα μόλις λίγα χρόνια πριν, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί. Κι ήταν τώρα δύσκολο να πιστέψεις πως αυτοί θα μπορούσαν να διαπράξουν κάτι κακό. Κι ήμασταν μόλις 8 χρόνια μετά την ίδρυση του Ισραήλ, και όπως όλα έδειχναν, εκεί είχε αρχίσει να δημιουργείται ένα κράτος δικαίου με σοσιαλιστικά στοιχεία. Όμως ακόμη και τώρα κοντά στα 80 χρόνια μετά, με τόσα και τόσα που έχουν συμβεί, και σίγουρα κάποια μετράνε για κακά έως φριχτά, κάτι σε κρατάει και δύσκολα ξεστομίζεις μια συνολική κατηγόρια κατά του Ισραήλ.
Κι όμως ο ποιητής αντιλαμβάνεται, ήδη το ΄56, ότι εδώ κάτι έχει στραβώσει. Και δυσκολεύεται να το ρηματοποιήσει ευθέως. Μιλά μέσα από βιβλικές εικόνες, για να αμβλύνει τον αντίκτυπο μιας άμεσης αναφοράς, που ωστόσο κάποια στιγμή προβάλλει, όπως στους στίχους που ήδη σημειώσαμε: Σπάνε τα σπίτια για να βρουν ανθρώπους…
Μέσω του Σεφέρη, ο ΘΔΦ στη Βηρυτό γνωρίστηκε και με τον Henri Seyrig (1895-1973) τον πρύτανη της Γαλλικής αρχαιολογίας στη Μέση Ανατολή. Ο Seyrig υπήρξε προϊστάμενος αρχαιοτήτων Συρίας και Λιβάνου από το 1929 ως το 1941 και από το 1945 ως το 1967, καθώς και ιδρυτής και επί 20ετία διευθυντής του Αρχαιολογικού Ινστιτούτου της Βηρυτού. (Ας σημειωθεί και η κάπως άσχετη πληροφορία ότι ο Henri Seyrig ήταν πατέρας της ηθοποιού Delphine Seyrig, πρωταγωνίστριας στο Πέρυσι στο Μάριενμπαντ).

Αυτό το ποίημα ο ΘΔΦ δεν το έδειξε στον Γιώργο Σεφέρη, τον οποίο έβλεπε συχνά στη Βηρυτό, όπου ο μετέπειτα νομπελίστας μας υπηρετούσε ως πρέσβης της Ελλάδας στο Λίβανο, καθώς η θητεία του εκεί ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο του 1956.
Η επαφή των δύο ανδρών, δάσκαλου και μαθητή, είχε γίνει μέσω της Ιωάννας Τσάτσου, της αδελφής του ποιητή, που ο πατέρας μας είχε γνωρίσει ως φοιτητής στα χρόνια της κατοχής. Στις επισκέψεις του στο σπίτι του Σεφέρη ο νεαρός ποιητής που μόλις είχε εκδώσει την πρώτη του συλλογή, τού έδειχνε κάποια ποιήματα ―τα περισσότερα υπερβολικά επηρεασμένα από το σεφερικό ύφος― αλλά και κάποιους πειραματισμούς με μέτρο και ομοιοκαταληξία. Σώζονται κάποια τέτοια ποιήματα, γραμμένα σε γραφομηχανή, κάτω από τα οποία (σε όλα, νομίζω) ο Σεφέρης σημειώνει με ελληνική γραφή την αραβική λέξη όχι: «λα», έχοντας δαπανήσει βέβαια χρόνο για να τα διαβάσει όλα ένα-ένα.
Ο Σεφέρης πάντως έμοιαζε να συμπαθεί τον Θεόφιλο, γνωστό σε όλους ως Μπούλη, τον οποίο περιέγραψε σε επιστολή του στον Λορεντζάτο ως έναν «οικογενειάρχη με χρυσή καρδιά».
Κάνανε παρέα και οι τρεις, καθώς φαίνεται από μια αναφορά σε επιστολή του Σεφέρη απ’ το Λονδίνο προς τον Θεόφιλο, δυο χρόνια αργότερα, τον Μάρτιο του 1958, όπου του γράφει:
Αγαπητέ μου Μπούλη, Είχαμε την κουβέντα σου προχτές με τον Henry Seyrig που πέρασε απ’ εδώ. Χτες ήρθε το μήνυμά σου της 28/2 [ΣτΣ. τα γενέθλια του Σεφέρη]. Σ’ ευχαριστώ που με θυμάσαι πού και πού.
Αναπτύχθηκε, λοιπόν, ανάμεσά στον ΘΔΦ και τον Seyrig μια φιλία που πρόσφερε στον πατέρα μου μια ανεξάντλητη πηγή πληροφοριών για την ιστορία και τον πολιτισμό της περιοχής.
Ένα από τα θέματα που άσκησαν ιδιαίτερη γοητεία στο νεαρό Φραγκόπουλο ήταν οι ανασκαφές στην Ουγκαρίτ, το αρχαίο λιμάνι στη βορειοδυτική Συρία που ήκμασε κατά την δεύτερη χιλιετία π.Χ. με κορύφωση στην περίοδο από το 1500 ως το 1185 π.Χ., όταν η πόλη καταστράφηκε, στα χρόνια του τελευταίου βασιλιά της, του Αμουραπί, μέσα στην αναστάτωση που προκάλεσαν οι μεγάλες μετακινήσεις των λεγόμενων «λαών της θάλασσας» σε μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από ξηρασία, λιμό και σεισμούς μέσα στην οποία καταστρέφονται πολλοί πολιτισμοί της ύστερης χαλκοκρατίας στην περιοχή, περί το 1200 π.Χ.
Πρόκειται για μια πόλη-κράτος που λειτουργούσε ως ενδιάμεσος στον ανταγωνισμό των δύο υπερδυνάμεων της εποχής σ’ εκείνη την περιοχή, του κράτους των Χετταίων και της Αιγύπτου, που τo 1246 π.Χ. συγκρούστηκαν στην μεγάλη μάχη του Καντές, λίγο νοτιότερα της Ουγκαρίτ, κοντά στα σημερινά βόρεια σύνορα του Λιβάνου με τη Συρία, με 2.500 πολεμικά άρματα εκατέρωθεν (τα περισσότερα από τα οποία καταστράφηκαν) χωρίς να προκύψει ξεκάθαρος νικητής, και η οποία κατέληξε στην πρώτη καταγεγραμμένη συμφωνία ειρήνης μεταξύ κρατών.
Η Ουγκαρίτ, μολονότι δεν αποτέλεσε ποτέ μεγάλη δύναμη, ήταν το εμπορικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής (Ανατολική Μικρά Ασία, Συρία, Χαναάν, Μεσοποταμία) και γνώρισε σημαντική οικονομική άνθιση κυρίως από το 1500 π.Χ. και ύστερα. Η οικονομική άνθιση προσέλκυσε πολλούς ξένους που εγκαταστάθηκαν εκεί (μέχρι και εμπόρους από την περιοχή του Αιγαίου), και ταυτόχρονα ευνόησε και μια πολιτισμική ανάπτυξη, που μαρτυρείται και από ένα μεγάλο πλήθος κειμένων σφηνοειδούς γραφής που σώθηκε σε πήλινες πινακίδες.
Εκεί, στα χρόνια του βασιλιά Νικμάδ Β΄ (Niqmaddu II 1350-1315 π.Χ.) έγινε η πρώτη καταγραφή των διαφόρων επών της προφορικής παράδοσης, μετά τη διαμόρφωση του Ουγκαριτικού αλφαβήτου 30 γραμμάτων, ήδη από το 1400 π.Χ. Με τη γραφή αυτή σώζεται και ο κατάλογος των βασιλέων της Ουγκαρίτ. Πέρα απ’ αυτά, η συνεύρεση μέσα στην πόλη ανθρώπων από πολλά ξένα μέρη οδηγεί στις πρώτες λεξικογραφικές αναζητήσεις για τη συνεννόηση συγκατοίκων με διαφορετικές καταβολές.
Όπως μας πληροφορεί ο καθηγητής αρχαίων πολιτισμών Michael C. Astour το 1963, σε μια από τις πρώτες αναφορές στη δημόσια σφαίρα για τα αποτελέσματα των ανασκαφών στην Ουγκαρίτ (με τίτλο Νέα τεκμήρια για τις τελευταίες ημέρες της Ουγκαρίτ), «η υψηλή υλική ευημερία συνοδευόταν από μια εντυπωσιακή πολιτιστική άνθιση. Σύμφωνα με τα τελευταία ευρήματα όχι μόνο στα ανάκτορα και σε ναούς, αλλά ακόμα και σε απλές ιδιωτικές κατοικίες βρέθηκαν πινακίδες με λογοτεχνικό, εγκυκλοπαιδικό και λεξικογραφικό περιεχόμενο στα Ουγκαριτικά, στα Ακκαδικά και, σε ορισμένες περιπτώσεις, στα Χουρριτικά. Εθνικά ή εθνοτικά προβλήματα προφανώς δεν απασχολούσαν την Ουγκαρίτ. Οι Δυτικοί Σημίτες και οι Χουρρίτες κάτοικοι της πόλης ήταν απόλυτα ενσωματωμένοι στις κοινωνικές δομές της. Το ευτυχές χαρακτηριστικό των πολυθεϊκών θρησκειών – η τάση τους προς τον συγκρητισμό και την αφομοίωση – απέκλειε οποιαδήποτε θρησκευτική διένεξη. Χανανιτικές, Σουμερο-Ακκαδικές και Χουρριτικές θεότητες συνυπήρχαν ειρηνικά στους καταλόγους με τις προσφορές των τελετών στην Ουγκαρίτ».1
Έτσι, μόνο μέσα από την επαφή με τον Henri Seyrig και τις γνώσεις του θα μπορούσε να εξηγήσει κανείς τη συγγραφή από τον ΘΔΦ, εκείνα τα χρόνια, ενός ποιήματος με τίτλο «Κυκλαδικός τάφος» που αναφέρεται στην αρχαία αυτή πόλη, περιλαμβάνοντας αρκετά από τα χαρακτηριστικά που σημειώνονται πιο πάνω, για να μιλήσει για μια αγαστή συνύπαρξη λαών χωρίς θρησκευτική μισαλλοδοξία, και το οποίο δημοσιεύτηκε στην τέταρτη συλλογή ποιημάτων του, Τα Άλλα Ποιήματα, το 1958.
Το ποίημα περιγράφει τον τάφο ενός Αχαιού (Αχαγιάβα) που κατοικούσε εκεί και πέθανε πριν την καταστροφή της πολιτείας, στα χρόνια του προτελευταίου της βασιλιά Νικμάδ Γ’. Εκεί, μας λέει, υπάρχουν έξι μικρές λήκυθοι, τέσσερις για θεούς της περιοχής (Βάαλ, Αστάρτη, Μοθ και Ελ ― καταγεγραμμένοι όλοι σε πινακίδες της εποχής) και δύο για ελληνικές θεότητες, που αναφέρονται στο ποίημα ως Ζεβόγια και Χαΐρα (παραφθορές του Ζεύς και Ήρα).
Το χώμα του τάφου, το «ξένο και στυφό», μιλάει και μας λέει πως οι δυο αυτοί θεοί δεν είναι δικοί μας, «αλλά τους δεχόμαστε για χάρη του παλικαριού που τους πίστευε», και ικετεύει να μην του πάρουν τη σκόνη του νεκρού που το συντρόφευε και να την αφήσουν εκεί για να του θυμίζει τη μορφή του: το λιγνό του σώμα, τα μικρά του μάτια, την ίσια μύτη και τα λυτά μαλλιά – μια περιγραφή μορφής που θυμίζει τις τοιχογραφίες της Κρήτης ή της Σαντορίνης. Μιλά και για μια λήκυθο με ένα χταπόδι, που θυμίζει μυκηναϊκά αγγεία – που βρέθηκαν στις ανασκαφές εκεί, μαζί με άλλα τεκμήρια συναλλαγών με την περιοχή του Αιγαίου.
Όμως, σε κείμενό του 2005 ο καθηγητής αρχαίας ιστορίας και λογοτεχνίας του Πανεπιστήμιου του Λονδίνου, John F. Healey, σημειώνει ότι «όταν παρουσιάστηκε το [θεμελιώδες] άρθρο του Ούλεντορφ με τίτλο Μελέτες για την Ουγκαρίτ στο πλαίσιο του Σημιτικού Πολιτισμού και της Ανατολικής Μεσογείου το 1962, ελάχιστα πράγματα είχαν δημοσιευτεί σχετικά με το θέμα των επαφών της Ουγκαρίτ με το Αιγαίο».2
Πώς να ξέρει, λοιπόν, και να παραπέμπει σ’ αυτές ένας νέος εξ Αθηνών υπάλληλος ναυτιλιακού γραφείου στην Βηρυτό κάμποσα χρόνια πριν το 62; Προφανώς από τις διηγήσεις ενός γνώστη αρχαιολόγου, του Seyrig.
Μπορούμε να το διαβάσουμε ολόκληρο εδώ. Είναι σύντομο:
ΚΥΚΛΑΔΙΚΟΣ ΤΑΦΟΣ
(1271 π.Χ. Λαϊκή συνοικία της Ουγκαρίτ)
Τούτα τα λίγα πράγματα
―ψιθύρισε το στυφό ξένο χώμα―
τούτα τα λίγα πράγματα
μου τα ’φεραν εδώ
για τον Αχαγιάβα
που πέθανε πριν πεθάνει
η πολιτεία.
Είναι ένα βάζο με ζωγραφιστά
χταπόδια,
πολύ ζωντανά για να ’ναι όμορφα,
και ένα χτένι
από χαλκό,
και έξι μικρές λήκυθοι
για τον Βάαλ, την Αστάρτη, τον Μοθ,
τον Ελ, τον Ζεβόγια και την Χαΐρα.
Οι δύο τελευταίοι
δεν είναι δικοί μας θεοί
μα τους δεχόμαστε
για το χατίρι του παλικαριού
που τους πίστευε.
Άφησέ τα εδώ
να μου θυμίζουν
το λιγνό του σώμα,
την ίσια μύτη,
τα μικρά μάτια
και τα λυτά μαλλιά.
Η σκόνη του με πίκρανε
τόσα χρόνια
μη μου την πάρετε ―
είπε το χώμα,
ξένο, σφιχτό,
κόκκινο,
της πολιτείας
του βασιλιά
Νικμάδ.
Αλλά γιατί έγραψε αυτό το ποίημα; θα αναρωτηθεί κανείς. Γιατί μολονότι θα μπορούσαμε να το εντάξουμε στο μυθολογικό-τραγικό πλαίσιο όπου βρίσκονται πολλά ποιήματα του ΘΔΦ εκείνης της εποχής ακολουθώντας πάντα πιστά τον Σεφέρη, ωστόσο, μέσα στο ιστορικό πλαίσιο που ανακαλεί, μοιάζει σαν μια εκκεντρική πινελιά που δεν δένει απόλυτα με τα άλλα. Και πρώτα απ’ όλα γιατί δεν έχει μυθολογικές ή τραγικές αναφορές, αλλά μάλλον ιστορικές. Το θέμα του δεν τρέφεται από δυσεπίλυτα διλήμματα και διενέξεις, αλλά αντίθετα βρίσκει πολύ εύκολα λύση στη διαφορά ανάμεσα στις δοξασίες του ξένου και του γηγενούς. Κουβαλάει βέβαια την επίγνωση της καταστροφής, η οποία έχει ήδη επέλθει, όπως μας το λέει ο τάφος του Κυκλαδίτικου παλικαριού.
Το ποίημα αυτό, που εύκολα το παραβλέπεις, καθώς μοιάζει παράταιρο, από τη στιγμή που κάθισα να το διαβάσω πιο προσεκτικά και να αναζητήσω πληροφορίες από την διεθνή και εγχώρια βιβλιογραφία για την Ουγκαρίτ, μ’ έχει στοιχειώσει, καθώς βλέπω ότι όσα πραγματολογικά στοιχεία αναφέρονται επιβεβαιώνονται από την ιστορική έρευνα σε χρονολογίες μεταγενέστερες της συγγραφής του. Το έχω πλαισιώσει με εικόνες και μουσική, για να στήσω ένα σύντομο βίντεο στον υπολογιστή και το διαβάζω και το ξαναδιαβάζω.
Ίσως τώρα αρχίζω να καταλαβαίνω για ποιο λόγο ενεργοποιεί μέσα μου ένα τόσο έντονο ενδιαφέρον. Γιατί, με τον εκτραχηλισμό, τα τελευταία χρόνια, της ηγεσίας του σημερινού Ισραήλ, που έχει φτάσει να καλεί «να σκοτώνουμε 30-40 Παλαιστίνιους κάθε βράδυ στη Γάζα» (δηλαδή σκοτώνοντας κάποιους επειδή απλά και μόνο υπάρχουν, όπως οι Ναζί τους Εβραίους) πιάνοντας έτσι πάτο στην κατρακύλα της γενοκτονίας, συναγωνιζόμενη σε ακρότητα τους τζιχαντιστές που θέλουν να εξαφανίσουν το Ισραήλ, μπορούμε να μιλήσουμε με λιγότερες ενοχές γι’ αυτά που συμβαίνουν. Αλλά και να αναζητήσουμε εναλλακτικές, να σκεφτούμε διαφορετικές προσεγγίσεις που δεν προάγουν τη σύγκρουση και την αλληλο-εξόντωση καθώς πλανιόμαστε στα ίδια γεωγραφικά μέρη, στη Συροπαλαιστίνη και το Λίβανο, όπου κάποτε τέτοιες επιλογές μπόρεσαν να λειτουργήσουν.
Το Ισραήλ, ο πρώην καταπιεσμένος της ευρωπαϊκής ιστορίας, με τη σημερινή του ηγεσία διαπράττει το κακό. Κι αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο. Όπως το είχε πει και ο Βικτόρ Ουγκό το 1840: «ο χθεσινός καταπιεσμένος είναι ο σημερινός καταπιεστής».3 Το μνημόνευσε και ο Εντγκάρ Μορέν (μια από της σημαντικότερες ευρωπαϊκές πνευματικές προσωπικότητες του 20ού αιώνα) σε άρθρο του το 2002 αφού ο Σαρόν είχε προκαλέσει την κατάρρευση της πορείας προς την ανακήρυξη ανεξάρτητου Παλαιστινιακού κράτους. Εκεί ο Μορέν επισημαίνει κάτι ακόμα: Όταν κατατρομοκρατείς τον αντίπαλο για να επιβληθείς, υπονομεύεις την ίδια σου τη νίκη. Συγκεκριμένα σημειώνει: «Ο σημερινός θρίαμβος προετοιμάζει την αυριανή αυτοκτονία».4 Ίσως γι’ αυτό τον τελευταίο καιρό δημοσιεύματα έγκυρων εφημερίδων κάνουν λόγο για ένα ενδιαφέρον φαινόμενο: Οι αφίξεις για εγκατάσταση Εβραίων στο Ισραήλ, από άλλες χώρες, είναι για πρώτη φορά λιγότερες από τις αναχωρήσεις για μετανάστευση αλλού πολιτών του που δηλώνουν ότι δεν βλέπουν κανένα μέλλον για τα παιδιά τους εκεί.5
Μπορούμε ωστόσο να προτείνουμε και κάτι άλλο, γιατί τα παραπάνω μας παραπέμπουν στο ποίημα Ημερολόγιο Νοεμβρίου, όπου, όπως είδαμε, το καλό έχει μεταστραφεί σε κακό. Το άλλο ποίημα, ο Κυκλαδικός τάφος, μας πάει αλλού. Μας πάει νοερά σε μια κοινωνία, που υπήρξε ιστορικά και η οποία για πάνω από 500 χρόνια πρόσφερε ένα χώρο συνύπαρξης και συνεννόησης διαφορετικών εθνών, με μια ζηλευτή πνευματική ανάπτυξη και γι’ αυτό αποτελεί μια χειροπιαστή εναλλακτική επιλογή, όχι μια ουτοπία. Μια εναλλακτική προτού, βέβαια, επέλθει η αναπόφευκτη παρακμή και καταστροφή. Γιατί, βέβαια, τίποτε δεν κρατάει για πάντα.
Αλλά πεντακόσια χρόνια δεν είναι και λίγα. Κι αν ζούσαμε στα χρόνια του βασιλιά Νικμάδ, θα μπορούσαμε να ελπίζουμε ότι θα αποφύγουμε το αναπόφευκτο, που το βλέπουμε τώρα να έρχεται καταπάνω μας με ιλιγγιώδη ταχύτητα.
1. Michael C. Astour, “New Evidence on the Last Days of Ugarit”, American Journal of Archaeology, τόμ. 69, τχ. 3, σσ. 253-25 (1 Ιουλίου 1965)
2. John F. Healey, “More than Marginal Ugarit in its Eastern Mediterranean Setting”, στο Geoffrey Khan (επιμ.) Semitic Studies in Honour of Edward Ullendorff, σσ. 181-188, Brill, Λέιντεν 2005
3. Victor Hugo, «Le monde et le siècle» στη συλλογή Les rayons et les ombres (1840). Ο στίχος μας λέει De l'opprimé d' hierl' oppresseur d'aujourd'hui. βλ. www.poesie-francaise.fr/victor-hugo/poeme-le-monde-et-le-siecle.php
4. Edgar Morin avec S. Nair et D. Sallenave, «Israël-Palestine : Le cancer ―». Le Monde, 4/6/2002. https://www.lemonde.fr/archives/article/2002/06/04/israel-palestine-le-cancer_4226675_1819218.html?srsltid=AfmBOoohT_C7Z606fI_abANOySmRn_gkji7F2Kbb_fbvhWYYXT2Apmaw
5. βλ. Financial Times, 14.8.2026 και The Guardian, 17.3.2025