Η γεύση της ελπίδας

Η γεύση της ελπίδας




Η ελπίδα είναι φυτικής προέλευσης. Είναι ένα αυτοφυές μικρό φυτό που ευδοκιμεί στα πιο προβληματικά και επιβαρυμένα εδάφη, εκεί που λιμνάζουν ασήκωτα φορτία απελπισίας, λόφοι αμφιθυμίας, ποταμοί δακρύων, σωρευμένα χρόνια πένθους, αδιεξόδων και τύψεων, αμέτρητα εφιαλτικά όνειρα, νύχτες αϋπνίας, βαριές αποφορές εγκατάλειψης, τόνοι ανθρώπινων αποβλήτων, και αλλεπάλληλες στοίβες δυστυχίας.
Είναι μικρό φυτό που δύσκολα το ξεχωρίζεις ανάμεσα στα έρποντα παρασιτικά ζιζάνια και τα αιχμηρά βάτα που καταλαμβάνουν εύκολα τέτοια εδάφη. Αν και μικρό φυτό, έχει ισχυρό πράσινο βλαστό, λαμπερά καταπράσινα φύλλα που αντανακλούν το φως του ήλιου και έχουν την εξαιρετική ιδιότητα να συγκρατούν την υγρασία από τις στάλες τις βροχής, ακόμη και όταν η υψηλή θερμοκρασία έχει αφυδατώσει τα πάντα. Στις μασχάλες των φύλλων προβάλλουν μικροσκοπικά λουλουδάκια διαφορετικών χρωμάτων και κάθε φύλλο προστατεύει το λουλούδι του, το οποίο κρατά τα χρώματά του ζωηρά όλο τον χρόνο και δεν επηρεάζεται από τις εξωτερικές συνθήκες. Σύμφωνα με τον βοτανολόγο Έρικ Χόφμαν, το φυτό της ελπίδας επιδεικνύει αξιοθαύμαστη ανθεκτικότητα κι αυτό οφείλεται στη ρίζα του που είναι τόσο βαθιά και δυνατή, ώστε κανείς μέχρι σήμερα δεν έχει καταφέρει να την εκριζώσει. ολόκληρη. Η ρίζα αυτή αναπτύσσεται διακλαδιζόμενη οριζοντίως και, ταυτόχρονα, καθέτως, σε εντυπωσιακές καταβυθίσεις, ώστε όταν εμφανιστεί ο μικρός βλαστός να υποστηρίζεται από ένα ισχυρότατο δίκτυο τροφοδοσίας. Αν κανείς συλλέξει τα φύλλα του φυτού ή τα μικρά ανθάκια του, ο βλαστός αμέσως τα αναπληρώνει με την παραγωγή νέων.
Η αναζήτηση των μικρών φυτών είναι μια μεγάλη δοκιμασία για εκείνους που το επιχειρούν, γιατί είναι αναγκασμένοι να διασχίσουν τα πιο αφιλόξενα εδάφη και να καταπολεμήσουν τα βάτα και τα κάθε είδους αγριόχορτα που υψώνονται απειλητικά γύρω του, σαν να θέλουν να το αποκλείσουν δυσκολεύοντας τις διαδρομές προσέγγισης. Κάποια από τα αγριόχορτα που περικυκλώνουν τα φυτά της ελπίδας οι Αρμένιοι τα ονομάζουν «αγκάθια του εσταυρωμένου» γιατί σε πολλές περιοχές της χώρας τους έχουν αιμάτινο χρώμα. Οι δε μοναχοί του Μοναστηριού Γκεγκχάρντ, στην Επαρχία Αραράτ, συμβουλεύουν αυτούς που καταφέρνουν να συγκεντρώσουν λίγα φύλλα και ανθάκια να τα διαχωρίζουν προσεκτικά, να τα τοποθετούν σε χωριστά, καθαρά, πάνινα σακουλάκια και να τα τοποθετούν κάτω από το προσκεφάλι τους. Σύμφωνα με τους μοναχούς, αυτό αποδιώχνει τα όνειρα (που τη ρίζα τους πάντα έχουν στο παρελθόν) και ο άνθρωπος, όσο προχωρά η νύχτα, μπαίνει σταδιακά σε μια μοναδική ονειροπόληση με τη γεύση των απείρων εκδοχών του αύριο, σε μια πληθώρα διαδρομών, τόσο απροσδιόριστων, αλλά και τόσο ζωηρών και ευχάριστων. Σιγά-σιγά η μαγική αυτή γεύση εισχωρεί βαθιά μέσα του, ενσωματώνεται και παραμένει απαστράπτουσα, φωτίζοντας τα όργανα του σώματος και προκαλώντας νέες διασυνδέσεις στη σκέψη, έστω και αν δεν διαφαίνεται καμιά προοπτική. Η στυφή γεύση από την έλλειψη προοπτικής αντικαθίσταται από μια πλούσια υπέροχη μελωμένη γεύση που προσκολλάται στους γευστικούς κάλυκες αναδιοργανώνοντας τα κριτήρια υποδοχής των επερχόμενων γεγονότων και των επερχόμενων εξελίξεων, «η λάμψη της ελπίδας, φωτίζει τα αστέρια»*.
Όσοι και όσες ένιωσαν αυτή τη γεύση που προσφέρουν τα φύλλα και τα ανθάκια του φυτού της ελπίδας απέκτησαν την ανοσία στο όνειρο και από περιπατητές της καθημερινότητας έγιναν κολυμβητές της ονειροπόλησης, ακόμη και αν η θάλασσα μοιάζει φουρτουνιασμένη.


* Κιμ Σόβολ, Κορεάτης ποιητής (1902-1934)

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: