Η τιμαλφής λέξη στο διήγημα

Aπό χειρόγραφο του Jorg Wilhalm Huters (περ. 1523)
Aπό χειρόγραφο του Jorg Wilhalm Huters (περ. 1523)

Αν το καλό μυθιστόρημα είναι ένα μεγάλο, ισχυρό χαρτονόμισμα, τότε το καλό διήγημα είναι ένα χρυσό κέρμα ίσης αξίας. Έλασσον σε μέγεθος, ίδιο κατά τάξη. Διαφέρουν στην έκταση, στο εμβαδόν, και όχι μόνον, αλλά όχι σε ειδικό βάρος. Δεν μπορείς να πεις ότι υπάρχει γενικά ανώτερο ή κατώτερο είδος λογοτεχνίας (διήγημα, μυθιστόρημα, νουβέλα, ποίηση, θέατρο) διότι, κάθε φορά, το εκάστοτε έργο καταξιώνεται κυρίως σε σχέση με τον εαυτό του και λιγότερο σε σύγκριση με τα άλλα έργα, ή είδη. Όμως διαφορές στη φόρμα και στην εκφορά υπάρχουν και είναι πολύ σημαντικές, συχνά αλύγιστες και ενίοτε μοιραίες ― εάν δεν αναπτύσσεις την ιστορία σου στην έκταση που πρέπει και τα δάχτυλα είναι έξω απ’ τα πέδιλα.
Πρώτη φανερή διαφορά είναι, επομένως, το μέγεθος: το διήγημα είναι ολιγοσέλιδο, ίσως ―ακόμα― και λίγες σειρές (νανοδιήγημα) αλλά υπάρχουν κι εκδοχές διηγήματος που φτάνουν τις σαράντα σελίδες ή και περισσότερο – από κει και πέρα αρχίζει η επικράτεια της νουβέλας, και εκείθεν το μυθιστόρημα. (Ορισμοί κυρίως για να συνεννοούμαστε). Οι μικρές διαστάσεις, το σμικρόν, το πεπερασμένο, το περιορισμένο του διηγήματος αποτελεί το προνόμιο αλλά και μια από τις πιο βασικές δυσκολίες του: προσπάθεια να στριμώξεις μια Φεράρι (αν είναι Φεράρι και ίσως Lada) μέσα σε ασανσέρ.
Όσοι ποιμαίνουν λέξεις, ξέρουν την δυσκολία, τη δυσφορία - είναι να θες να χορέψεις φορώντας ζουρλομανδύα. Το διήγημα δεν έχει τις ανέσεις του μυθιστορήματος, δεν συγχωρεί, και δεν εξηγεί. Δεν προλαβαίνει να σου εξηγήσει. Δικαιούται την απόκρυψη, στηρίζεται στην πύκνωση και στη βία. Είναι ο ορισμός της αφαίρεσης.
Χωρίς λαμπρή έμπνευση, πυκνή κυτταρική σύσταση, ρυθμό, συνοχή και σκληρό μοντάζ, δεν υπάρχει διήγημα.
Αλλά ας το δούμε απ’ την αρχή. Όπως και στο μυθιστόρημα και στα άλλα είδη, δεν υπάρχει μόνο μια εκδοχή διηγήματος, αλλά άπειρες. Κάθε σημαντικός νέος πεζογράφος κομίζει και μια σχετικά καινούργια δική του φόρμα κι εκφορά, με φρέσκα στοιχεία διαπραγμάτευσης και ύφους. Η δομή και το στιλ αλλάζουν ανάλογα με τον δημιουργό, εφόσον αυτός είναι άξια ξεχωριστός, αλλά μεταβάλλονται και μέσα στις εποχές. Ωστόσο, ας ψάξουμε τις συνδιατέμνουσες, τους κοινούς τόπους ανάμεσα σχεδόν σε όλα τα διηγήματα, για να συνεννοηθούμε. Ας θεωρήσουμε πως υπάρχει ένα θεωρητικό, διαχρονικό υπόδειγμα διηγήματος, ως υπόθεση εργασίας, ως ακαδημαϊκό πρότυπο, ώστε να μπορούμε να συζητήσουμε πάνω σε αυτό. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του; Και πώς γράφεται ένα διήγημα; Ή, μάλλον: πώς θα μπορούσε ενδεχομένως να γραφεί; Κυρίως: πώς θα μπορούσε καταρχήν να συλληφθεί, ως έμπνευση;
Αυτό να το επαναλάβουμε: πέρα από οποιαδήποτε θεωρία και υπόδειγμα, πέρα από οποιαδήποτε διδασκαλία και πρότυπο, πάλι κάποιος χαρισματικός πεζογράφος μπορεί να εμφανιστεί και γράψει ένα απροσδόκητα εξαιρετικό διήγημα, με τρόπο σχετικά, ή απολύτως πρωτότυπο και προσωπικό. Να ανοίξει φρέσκα ορύγματα, νέους δρόμους – ένα δικό του απρόσμενο μονοπάτι. Ισχύει και αυτή η εκδοχή. (Το πρώτο που σου διδάσκει η Τέχνη είναι η σχετικότητα). Αλλά όσο πρωτοφανώς πρωτότυπο και αν είναι ένα διήγημα, θα έχει πάντα κάποια κοινά στοιχεία με τους άλλους ή τους προηγούμενους πεζογράφους; Σχεδόν σίγουρα ναι, όσον αφορά το τυπικό μέρος, ή κάποια ενδότερα στοιχεία. Αλλά αυτά μένει να τα δούμε παρακάτω.
Προηγουμένως: εκείνο που δεν λέγεται συχνά στα μαθήματα δημιουργικής γραφής είναι πως το διήγημα (όπως και η λογοτεχνία εν γένει) δημιουργείται από εξωλογοτεχνικά ορυκτά και στοιχεία (όπως και η μουσική δεν προκύπτει απ’ την μουσική, αλλά από εξωμουσικά υλικά) δηλαδή μια αφήγηση καταρχήν συλλαμβάνεται πριν γραφεί, πριν καθίσεις μπροστά στο πληκτρολόγιο. Προκύπτει προηγουμένως εντός σου, ως έμπνευση, ως άνωθεν χρηματισμός, ως έλλαμψη, ως ιδέα. Το διήγημα έχει αρχικώς γραφεί, σε μια πρώτη, ρευστή και κάπως αόριστη μορφή, στο μυαλό σου, πριν καθίσεις μπροστά στο κομπιούτερ κι αρχίσεις να το παλεύεις. Προέχει, δηλαδή, και προηγείται η αρχική σύλληψη, η Ιδέα.
Αλλά πώς προκύπτει αυτό που λέμε «έμπνευση»; Και τι προηγείται της έμπνευσης; Αυτό είναι πιθανώς και το πιο σημαντικό: για να γράψει κανείς ένα διήγημα, προϋποτίθεται πως αγαπάει, είναι παθιασμένος με αυτό το είδος, έχει μελετήσει τουλάχιστον μερικούς σημαντικούς μετρ και νιώθει την έφεση, την ακατανίκητη ροπή να προσπαθήσει, να δοκιμαστεί και ο ίδιος, ή η ίδια. Γοητεύεται από την μικρή φόρμα, νιώθει την εγκαυστική γοητεία και συγκίνηση του μικρού κειμένου ενός συγγραφέα που έχει σφραγίσει το μυαλό του κι αισθάνεται ακατανίκητη την ανάγκη να γράψει κι αυτός. Όχι ευκαιριακά, όχι έτσι επειδή του ήρθε αίφνης η διάθεση, αλλά επειδή μέσα του το θέλει πολύ, για πολύν καιρό, πάσχει εμμονικά, και διαισθάνεται πως ίσως μπορέσει κι αυτός να το πετύχει. Θέλει ανυπερθέτως να προσπαθήσει, κι όχι μόνο μια φορά, διότι πράγματι είναι πολύ δύσκολο να φτάσει κανείς ακόμα και στο «πρώτο σκαλοπάτι». (Όσο και να υπάρχουν, πια, οι κυλιόμενες της ΑΙ.)
Καταρχήν μπορεί να προσπαθήσει να αφηγηθεί, όπως μπορεί, μια μικρή ιστορία δύο σελίδων που τον γοητεύει ως περιστατικό. Εδώ προϋποτίθεται, όμως, ότι έχει την κρίση να αντιληφθεί απ’ την αρχή, αν η ιστορία αυτή όντως αξίζει, γιατί μπορεί να θεωρεί, λόγω ακρισίας, ως σημαντικό ένα κοινότοπο, ή παντελώς αδιάφορο συμβάν, χωρίς κανένα στοιχείο γοητείας, ή έξαρσης για τους άλλους. Η κατοχή αυτής της κρίσης, ή της ευχέρειας διάκρισης του τι είναι άξιο να αφηγηθεί κανείς και τι όχι, αποτελεί και βασικό, απαραίτητο προσόν ενός πεζογράφου. Κι εδώ, αν και είναι πρόωρο, να πούμε ότι σημασία έχει μεν η ίδια η ιστορία, αλλά πιο σημαντικός είναι ο τρόπος που την αφηγείται κάποιος. Το πώς, όχι το τί. Μια κατά κοινή παραδοχή καλή ιστορία μπορεί να καταλήξει σε ένα πληκτικό διήγημα και μια σχεδόν ασήμαντη να γίνει ένα αριστούργημα. Δεν μετράει δηλαδή τόσο καμιά ιστορία καθεαυτή (που κι αυτό έχει την σημασία του), αλλά κυρίως το πώς ο συγγραφέας θα την ταξιδέψει.
Τι είναι έμπνευση; Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει σε αυτή την ερώτηση. Περιγραφικά είναι μια διαδικασία εσωτερικής αποκάλυψης, αιφνίδια σύλληψη μιας ιστορίας που σου φέρνει ίλιγγο, γοητεύει εσένα καταρχήν και σε κάνει να νιώθεις με βεβαιότητα πως μπορεί να μεταχαλκευτεί σε καλό διήγημα. Γιατί; Δεν ξέρεις, αλλά το αισθάνεσαι. Είναι μια θρυαλλίδα που αναφλέγεται εντός σου, ή, σου συμβαίνει μια επιφοίτηση ― λες κι ανοίγουν οι ουρανοί όπου παίζει ιπτάμενη μια διάφανη φιλαρμονική. Ξαφνικά, αρχίζει μέσα σου και σχηματίζεται μια ιστορία, μια αφήγηση που σε συνεπαίρνει, σε παγιδεύει εντός της κι εσύ την υπηρετείς τυφλά. Σε έχει ήδη παρασύρει ένας ενθουσιασμός που γίνεται πυρετός ― την βλέπεις να εξελίσσεται γρήγορα, αργά, πάλι γρήγορα, και σε διάφορες εκδοχές. Βλέπεις τον ήρωα ή την ηρωίδα, τους χώρους δράσης, την ανέλιξη, το προβλεπτό και το απρόβλεπτο, το ακόμα μη μεθεκτό.
Πασχίζεις να αποφεύγεις απ’ την αρχή την κοινοτοπία, τα κλισέ, εκείνο που θα περίμενε κανείς να συμβεί. Οπωσδήποτε πρέπει να συμβεί κάτι άλλο, που θα δώσει απρόσμενη διάσταση στην όλη διαδρομή, θα προικίσει με απρόβλεπτο νόημα την κορυφογραμμή της αφήγησης αλλά και με ποικίλους υποκάτω υπαινιγμούς και ανομολόγητα μυστικά. Με αντανακλάσεις και διπλά τζάμια που θα διαθλούν κάθε φορά διαφορετικές μαρμαρυγές, χρησμούς και αινίγματα. Ένα διάφεγγο, σαφές και κρυπτικό αμάλγαμα, που όμως λαμπυρίζει διαφορετικά στην παραμικρή αλλαγή γωνίας και ίσως υπονοεί άλλα κάθε φορά που το διαβάζεις με φρέσκο βλέμμα και αλλιώτικη διάθεση.
Οι ιστορίες υπάρχουν και ίπτανται γύρω μας ή εντός μας, ολόκληρες, ακρωτηριασμένες, ως απλές αρχικές ιδέες, ως ακούσματα, ως χειρονομίες, ως λέξεις τρίτων που μερικές φορές τις προσλαμβάνεις σαν μια κατά λάθος άλλη αφήγηση. Σαν ένα περιστατικό που έπλασες εσύ αφουγκραζόμενος κουβέντες που ειπώθηκαν αλλιώς και εσύ τις μισοάκουσες διαφορετικά, αυθαίρετα, αλλά σε συγκίνησαν ως μια άλλη πιθανή εκδοχή. Ως τραγούδια που ταξιδεύουν, αποσπάσματα στίχων και θραύσματα μουσικής που έρχονται από κάπου βαθιά, θολά, απροσδιόριστα ― μέσα από τους εξαεριστήρες του Grand Hotel αυτού του κόσμου.

Πλανώμενοι πυρετοί, διαρρέοντες, ή ενεδρεύοντες μύθοι που απέδρασαν απ’ τον βίο άγνωστων πρωταγωνιστών και τώρα, αυτονομημένοι, ολισθαίνουν στον αέρα, ψάχνουν κάποιον που να τους συλλάβει και να τους ξαναγράψει, να τους αφηγηθεί διαφορετικά στους άλλους, για τους άλλους. Ιστορίες τρίτων έτοιμες, μισο-έτοιμες, ή απλώς που περιέχουν μιαν κρίσιμη εικόνα, μια σκέψη, ένα στοιχείο-αφορμή για να γεννηθεί μια άλλη αφήγηση, σχετική αλλά κυρίως άσχετη, που δεν είναι πια εμπειρία κανενός, δεν συνέβη ποτέ, και μόνη πραγματικότητά της είναι ο ίδιος της ο γραπτός εαυτός.



______________
Απόσπασμα από το βιβλίο Λίγη μυθοπλασία δεν βλάπτει που θα κυκλοφορήσει τον Οκτώβριο του 2026 από τις εκδ. Πατάκη.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: