Ακροβάτες

Νωπογραφία στην οροφή του λεγόμενου «Τάφου του δύτη» (περ. 500-475 π.Χ.) Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Ποσειδωνίας (Paestum)
Νωπογραφία στην οροφή του λεγόμενου «Τάφου του δύτη» (περ. 500-475 π.Χ.) Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Ποσειδωνίας (Paestum)




Ισορροπούσε. Η γραμμή λεπτή. Θα μπορούσε να πέσει με μια ανεπαίσθητη κίνηση του αέρα, με ένα φτέρνισμα, ένα μικρό τρέμουλο του ποδιού. Το σώμα ήταν ίσιο. Δεν κοίταζε κάτω. Κοίταζε μόνο μπροστά. Αλύγιστη ισορροπούσε. Συνέχιζε. Από κάτω δεν ακουγόταν το παραμικρό. Δεν ήξερε αν ήταν γιατί ο κόσμος την παρακολουθούσε με κομμένη αναπνοή. Το υπέθετε, μα δεν μπορούσε να δει. Έπρεπε να κοιτάζει μόνο μπροστά. Ποτέ πίσω, ποτέ κάτω. Κάθε λάθος θα ήταν μοιραίο. Η άλλη άκρη ακόμα πολύ μακριά. Πολλές φορές, για δευτερόλεπτα, φανταζόταν το σώμα της ελεύθερο στο κενό. Τι θα γινόταν αν... Έκλεινε τα μάτια για να διώξει την σκέψη. Τα χέρια τεντωμένα να σχηματίζουν με το σώμα της σταυρό. Πρώτα το ένα πόδι, σταθερά, το άλλο μετά. Τα πέλματα να γραπώνουν το σχοινί. Αυτή ήταν η σωστή τεχνική. Την είχε διδαχθεί από τους δικούς της. Άραγε είχαν πάει να την καμαρώσουν; Εκτελούσε άριστα ως τώρα το ακροβατικό. Σε λίγο ο βαθμός δυσκολίας θα αυξανόταν. Η πορεία θα γινόταν ανοδική. Αν τα κατάφερνε, θα μπορούσε να φτάσει στην κορυφή. Τι θα έβρισκε εκεί δεν ήξερε, μάλλον ήταν το τέλος του σχοινιού, ο κόμπος. Στο ύψος που βρισκόταν είχε απόλυτη ησυχία. Αυτό ήταν καλό για την συγκέντρωσή της, όμως η σιωπή σερνόταν, ρίγος μοναξιάς στο δέρμα της. Τα χέρια μόνιμα σε γωνία ορθή με το σώμα είχαν αρχίσει να την πονούν τόσο, που νόμιζε πώς της έβαζαν καρφιά. Δεν θα τα παρατούσε. Την είχαν προετοιμάσει γι αυτά τα συμπτώματα. Προέκυπταν από το παρατεταμένο τέντωμα. Ήταν σημάδι προόδου. Αλλά πονούσε. Ήξερε πως όταν φτάσει στο τέρμα το σώμα της πια δεν θα έχει την ικανότητα να λυγίζει, να σκύβει, να κάθεται. Όμως τι να έκανε; Αν σταματούσε; Δεν ήξερε τι θα γινόταν μετά. Κανένας δεν της είχε πει τίποτα γι' αυτό το ενδεχόμενο. Έτσι, έπρεπε οπωσδήποτε να συνεχίσει. Έκανε μικρές στάσεις για ανασύνταξη δύναμης. Έπαιρνε βαθιές ανάσες. Ήταν οι στιγμές που χωρίς αμφιβολία οι άλλοι από κάτω θα αγωνιούσαν ακόμα περισσότερο. Θα τους αποζημίωνε με το επόμενο βήμα της. Πιο σταθερό, πιο βέβαιο. Στο πρόσωπό της διαγραφόταν ένα μόνιμο χαμόγελο. Έπρεπε να φαίνεται ευχάριστη, όμορφη, σίγουρη. Από τα μάτια της έτρεχαν δάκρυα. Τα δάκρυα είναι διάφανα. Δεν είναι διακριτά σε τέτοιο ύψος. Δεν πειράζει αν τρέξει κανένα πού και πού... Όμως τώρα το βλέμμα της είχε θολώσει. Δεν έβλεπε. Πώς να συνέχιζε; Πονούσε τρομερά. Η σιωπή την φόβιζε. Ο κόμπος έμοιαζε να πλησιάζει τον λαιμό της. Δεν ανάσαινε. Το χαμόγελο στα χείλη απείραχτο, κόκκινο, πλατύ. Σταμάτησε ξανά. Προσπάθησε να λυγίσει αργά τον αγκώνα για να σκουπίσει τα μάτια. Ο πόνος έγινε φριχτός. Ούρλιαξε. Το πόδι της γλίστρησε. Αρπάχτηκε με την μια παλάμη απ’ το σχοινί. Το τράνταγμα οδυνηρό, σχεδόν μέχρι λιποθυμίας. Έσφιξε τα δόντια. Έσκυψε κάτω. Ιδρώτας παγωμένος άρχισε να τρέχει στο μέτωπό της. Δεν υπήρχε δίχτυ ασφαλείας, δεν υπήρχε κοινό... μόνο πτώματα. Το χέρι της δεν άντεχε. Κοίταξε στον αέρα. Σε όλο το εύρος του απέραντου αυτού ύψους, μια στρατιά ακροβάτες διασκορπισμένοι περπατούσαν σε παρόμοια, παράλληλα σχοινιά. Έμοιαζαν αντίγραφά της. Ο καθένας αφοσιωμένος στη δική του πορεία έβλεπε μόνο μπροστά. Κάποιοι μάλιστα φόραγαν παρωπίδες. Φαντάστηκε τον εαυτό της με παρωπίδες και γέλασε. Σίγουρα καθόλου δεν θα την κολάκευαν. Η δύναμή της εξαντλήθηκε κι αφέθηκε στο κενό, στην βαρύτητα, όπως το είχε φανταστεί, ελεύθερη. Η πρόσκρουση στο έδαφος συντριπτική. Ούτε γι αυτό την είχαν προετοιμάσει. Πήρε ακόμα μια μικρή ανάσα, δυο. Κι ύστερα πάλι σιωπή.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: