Οι στίχοι στοιχισμένοι στη σειρά
σαν πολυθρόνες στην πλατεία του θεάτρου
πλημμυρισμένοι λέξεις ενυπόθηκες
περίμεναν υπομονετικά
την τελευταία λέξη του ποιήματος
τρίτο κουδούνι
πριν ξετυλιχτεί το δράμα.
Όμως εκείνη
ούτε φωνή, ούτε ακρόαση
κι εγώ
ως σκηνοθέτης της παράστασης
βγήκα στην άσφαλτο να την προϋπαντήσω.
Την έψαξα στα έγκατα της μνήμης
στους δείκτες των νεκρών ωρολογίων
κάτω απ' τη γλώσσα διαλέκτων μυστικών
σε μουγκρητά αγριεμένων μηχανών
μες στο τρελό πορτοκαλί
που αναβοσβήνει όλη νύχτα στο μυαλό μου.
Χωρίς αυτήν, το ποίημα κουτσαίνει
τρίζουν νοήματα και υποσχέσεις
αρνείται εντελώς να στηριχτεί
στις πατερίτσες μιας στροφής καλογραμμένης.
Μάταιος κόπος.
Η παράσταση ακυρώθηκε.
Οι λέξεις συνωστίζονταν στην έξοδο
για το αντίτιμο του εισιτηρίου.
Πετώντας στα σκουπίδια το σενάριο
την είδα ν' αναδύεται απ' τον κάδο.
«Άργησα;» είπε.