Θέλω να υπάρχω μες τον χρόνο
σημαίνει μου 'πανε σύντροφος να ‘μαι της φθοράς.
Ν’ αφήνω τα λευκά της χέρια
σαν το στερνό άγγιγμα του Μίδα πριν πεθάνει
ν’ ασπρίζουν τ’ άλλοτε χρωματιστ’ ά λ α γ μ α του λόγου μου.
Μα εγώ ηδονικά τραντάζομαι με άχθος
όταν θα δω να μοιάζω μ’ ένα μονάχα βλέμμα.
Μες την υγρή μου, μητέρα, σπηλιά
τ’ ωμέγα που μου χάρισες μαθαίνω
σαν έλλειψη ωκεάνια
στο είδωλο, στ’ όνομα, στο σώμα.
Ο χρόνος κι ο λόγος μου πλάστηκαν ύστερα
από τα άνομα και μαραμένα μάτια τους
―μάτια τεράστια σαν μάρμαρα του Κρόνου―
μ’ όλη τη βία που κατοικεί στα δύο όμικρόν τους.
Eπιστητά θα τα τυφλώσω πριν με τυφλώσει εκείνος.
«Θέλω να υπάρχω μες τη φθορά του λόγου»
σημαίνει, φευγαλέα Γαλάτεια, κοιτώ τα φτερωτά σου άλφα,
αναζητώντας λίγη απ’ τη δροσιά για να διψώ
―μάτια μικρά σα σαλιγκάρια η ομορφιά σου.
Η έλλειψη και η χάση τους με πλάθουν να ερωτεύομαι
σαν άνυδρη α α
ν σ
α
το θνησιγέννητό μας πεπρωμένο.
Κι όσο διψώ κι επιθυμώ θα ερωτεύομαι τις δύσεις
μέχρι που η δίψα μου να γίνει χρόνος μου
κι ο λόγος μου φύση κι ά γ α λ μ α νερένιο
λευκό, ρευστό κι αλλοιωμένο
που θα ‘χει και θα είναι
τα δυο τυφλά σίγμα της γλώσσας μου
―μάτια σφαλιστά που ανοίγουνε σαν κύματα―
για να αγκαλιάζω τ’ άλφα μας στη θ ά λ α σσ α
δε μου ανήκανε ποτέ
κι ας τα αναζήτησα σε άλλα αλφαβητάρια
―μονάχα για να μάθω τους φθόγγους να σ’ αγγίζω
αξίζει να ‘μαι άνθρωπος με ωμέγα, όμικρον και άλφα.