Αξονική στη δυτική λεωφόρο / Και ο ήλιος...

Μαξ Έρνστ: «Ιερόν Όρος»
Μαξ Έρνστ: «Ιερόν Όρος»



Αξονική στη δυτική λεωφόρο

Στιλπνή η νύχτα σφριγηλή μα
βουβαμένη
τα περιγράμματα σκληρά
καλότεχνα ξακρισμένες θολάδες
όπως σε φίνα ψαλιδισμένο κολάζ
―ή σαν το ακριβές βλέμμα της Ακρίδας Eduard―
σε πύλη μπρος που άλλο τίποτα δεν έβρισκε να πει
παρά πως το ίδιο ισχύει με τα τείχη
λεία σκοτάδια τα γκρι μπλε
τα καστανά τα σχεδόν μαύρα
και ένα μονάχα ζαχαρί γυαλιστερό τού φεγγαριού
έβλεπαν χαμηλά στον κόλπο πώς λαμπύριζαν
τα ντροπιασμένα ναυπηγεία
σαν πεπτωκότα πρώην σμήνη αστεριών
ή όπως τα δύο χαλασμένα πνευμόνια
σε απέλπιδα ειλικρινή τομογραφία ναυαγού·
εκείνη η νύχτα άνοιγε σαν μαύρη άμμος
να τους αφήσει να διασχίσουν στα τυφλά
να κλείσει πάλι πίσω τους να θάψει
δυο προσμονές που αλληλοαπήχθησαν κρυφά
πριν εκατόν εξήντα εννέα πανσελήνους
μια πιστοποίηση άρρηκτου δεσμού
που αφημένα στο σκοτάδι κρύβουν
τα φεγγάρια με τα κυπαρίσσια




Μαξ Ερνστ: «Κόκκινο δάσος», 1970
Μαξ Ερνστ: «Κόκκινο δάσος», 1970




Κι ο ήλιος ματαίως κτυπούσε το παντζούρι

Ήλιος ανέτειλε πάλι
ξεδιάντροπος αργότερα να με κοιτάξει πορφυρός
― κρυμμένος τάχα πίσω απ' τα καλάμια ―
να βεβαιωθεί πως αναπνέω παρά ταύτα
πως το σημάδι λάμπει ακόμα ανεξίτηλο
απ' όταν βρέθηκα παρούσα σε οριακή σκηνή:
Παρατημένα πίσω όλα τα βαρίδια
λησμονημένοι όλοι οι περιοδικοί εαυτοί
ήδη στη ρότα προς τη βόρεια λίμνη
στη διαδρομή χωρίς επιστροφή
ενώ στο χώρο Κάτι να εκπέμπει χθόνια ψύχρα·
ως φάσμα ο κατιών ιππότης της ασφάλτου
στο άνοιγμα της πόρτας κόντρα στην αχλή
απεκδυόταν πλησιάζοντας σεβαστικός
πρώτα τα γάντια (την αφή να λευτερώσει)
κράνος και περιλαίμιο θώρακα περικνημίδες ζώνη
κι αυτά βουβά βήμα το βήμα κάτω να γλιστρούν
τελευταίες έβγαλε τις μπότες
με ιδρωμένη απ’ το επείγον του ταξίδι τη φανέλα
ημίγυμνος ―τον έβλεπα― να προσέρχεται βαθιά τρωτός
στο απευκταίο αντίο
στο προσκύνημα
―μπαμπά μου―
να γονατίζει
γύρω παντού ήδη χαραγμένα graffiti με κεφαλαίο Θήτα
κι όχι της μάνας θάλασσας
οι ήχοι πνιχτοί κοντή η ανάσα
βλέμμα δίχως βυθό
σιαγόνες παραδομένες χαλαρές
σταγόνες ―ψίθυροι― ξέθωρες νότες
στέρεες να δείχνουν οι γυναίκες
φτάνει να μην τις κοίταζες στα μάτια
―κοφτοί οι λυγμοί―
τα σκούρα στα παραθυρόφυλλα
κλειστά
ματαίως καυτός κτυπούσε ο ήλιος το παντζούρι


__________
Στη μνήμη Λ. Σ.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: