Η τιμωρία / Η αϋπνία

Η τιμωρία

Ο Ματθαίος μπήκε σιγά σιγά, σχεδόν ακροπατώντας στο ιερό του άδυτο. Η μεγάλη εικόνα της Παναγίας στεκόταν επιβλητικά στην ανατολική πλευρά του δωματίου. Ήταν το μόνο που του είχε απομείνει από την εποχή που ήταν ιεροεξεταστής. Ήταν το μόνο που μπόρεσε να σώσει από την παλιά του ζωή μαζί με τον φθαρμένο του άσπρο χιτώνα με τη μαύρη κάπα που φορούσε τώρα και φυσικά την αγαπημένη του «Λύτρωση», το φραγγέλιο του.
Σήμερα ένιωθε πιο ανάξιος από ποτέ, ήξερε ότι η Παναγία του είχε γυρίσει εδώ και αιώνες την πλάτη της αλλά ήλπιζε πάντα ότι θα την νιώσει ξανά κοντά του.
Άφησε τη μαύρη κάπα να πέσει σχεδόν τελετουργικά. Ο λευκός χιτώνας αποκάλυπτε την πλάτη του. Στη μέση του είχε περασμένο ένα ροζάριο. Το άγγιξε με το δεξί του χέρι. Το χάιδεψε τρυφερά. Ήταν ο μοναδικός του σύντροφος όταν πάλευε με τα δαιμόνια.
Έκανε το σημείο του σταυρού μπροστά σε Εκείνη και γονάτισε μπροστά της. Κάθε φορά αναζητούσε το έλεός της. Σήμερα όμως ήταν αλλιώς.
Σήμερα ένιωθε την πείνα. Είχε επιστρέψει. Έγλειψε τους κυνόδοντές του και σχεδόν ούρλιαξε από πόνο και πόθο.
Τόσοι αιώνες πειθαρχίας χαμένοι. Ένιωθε το χτύπο της καρδιάς της καθώς χόρευε μπροστά του.
Πήρε τη «Λύτρωση» στα παγωμένα χέρια του. Την κοίταξε καλά. Σαν να την έβλεπε πρώτη φορά. Κοίταξε τις μικρές ασημένιες λεπίδες που αναγκάστηκε να προσθέσει στις άκρες της.
«Ασήμι» σιγοψιθύρισε.
«Αυτό χρειάζομαι τώρα»
Έσκυψε το κεφάλι του, ένιωθε ανάξιος να κοιτάζει την εικόνα.
Το χέρι του έτρεμε αλλά άδραξε τη «Λύτρωση» με πυγμή.
«Dolor est via. Dolor est veritas» ψιθύρισε με συγκαλυμμένη οργή.
Ξαφνικά τίναξε το φραγγέλιο με δύναμη στην γυμνή του ράχη. Ο ήχος της σάρκας που σκίζεται έσπασε τη σιωπή της νύχτας. Κομμάτια σάρκας έμειναν στις ασημένιες λεπίδες και το αίμα λέρωσε τους τοίχους.
«Dolor est via. Dolor est veritas» ψιθύρισε ξανά. Αυτή τη φορά στην οργή προστέθηκε και ο πόνος από το ασήμι. Η «Λύτρωση» χτύπησε ξανά την ράχη του με περισσότερη ορμή. Με μίσος σχεδόν. Το αίμα σκορπίστηκε ξανά. Ρυάκια κόκκινου αίματος κυλούσαν σιγά σιγά πάνω του μέχρι να ποτίσουν τον λευκό του μανδύα. Πάνω στην πολύτιμη εικόνα του πια έτρεχαν μικρές σταγόνες αίματος. Ανίερου αίματος σκέφτηκε.
«Dolor est via. Dolor est veritas» Αυτή τη φορά η «Λύτρωση» τον τσάκισε. Χτύπησε με όλη την αφύσικη δύναμή του και η ράχη του έγινε μια άμορφη μάζα που όμως ήδη άρχισε να επουλώνεται. Η αίσθηση της επούλωσης τον τρέλανε.
Ψιθύριζε με μίσος και οργή την ίδια τελετουργική φράση και κάθε φορά η «Λύτρωση» χτυπούσε όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο δυνατά μέχρι ο μανδύας του να γίνει ένα κόκκινο κουρέλι και ο ίδιος να πέσει ξέπνοος μπροστά στην εικόνα της Παναγίας.
Τώρα θα έπρεπε να τον κατακλύσει γαλήνη. Έστω και προσωρινά. Αυτή τη φορά όμως όχι.
Ο πειρασμός ήταν εκεί. Το ίδιο δυνατός. Μέσα στις σκοτάδι της ψυχής του. Κρυμμένος αιώνες τώρα. Περίμενε πάντα την κατάλληλη ευκαιρία. Να βγει μπροστά. Να ξεσκίσει, να τραφεί, να τον αποκτηνώσει.
Η απώλεια αίματος τον είχε καταβάλει. Είχε να τραφεί πολύ καιρό. Κουλουριάστηκε σε εμβρυική στάση μπροστά στην εικόνα και προσπάθησε να κλάψει αλλά ούτε αυτό δεν μπορούσε να κάνει.
Τα μάτια του βάρυναν. Χρειαζόταν αίμα. Το λιγοστό φως του δωματίου άρχισε να σβήνει.
Κοίταξε γύρω του, σκοτάδι. Μύριζε αίμα, ιδρώτα , πόθο και φόβο. Οι μυρωδιές των τρέλαιναν. Ένιωθε την πείνα μέσα του να προσπαθεί να κυριαρχήσει. Αγνόησε την πείνα μέσα του και σκέφτηκε ότι ήταν το κατάλληλο μέρος για την άσκηση αυτοκυριαρχίας του.
«Death Disco» μονολόγησε.
Κατευθύνθηκε αργά προς το μπαρ. Άφησε τη μουσική να εισχωρήσει μέσα του. Ένιωσε το σκοτάδι μέσα του να αναδεύεται.
Χαμογέλασε στην όμορφη μπαργούμαν.
«Ένα ρούμι παρακαλώ». Του άρεσε πολύ το ρούμι από τότε που ήταν θνητός. Ειδικά το μαύρο ρούμι που έφερναν οι Πειρατές του Στέμματος από τις αποικίες. Πριν από κάθε εξορκισμό συνήθιζε να πίνει λίγο για να μπορεί να αντέξει.
Το κοίταξε σοβαρά.
«Το συνηθισμένο»;
«Μάλιστα, δεσποινίς» απάντησε.
Πήρε το ποτήρι στο χέρι του. Η μυρωδιά του αλκοόλ πλημμύρισε τις αισθήσεις του. Κατευθύνθηκε χορεύοντας αργά και νωχελικά στη γωνία του.
Κοίταξε τους θνητούς που χόρευαν χωρίς να έχουν ιδέα τι παραμονεύει στο σκοτάδι. Χαμογέλασε. Δεν προσπάθησε να κρύψει τους κυνόδοντές του.
Είχε πάψει χρόνια τώρα να τρέφεται με θνητούς. Το αίμα τους δεν του έδινε ικανοποίηση. Ήθελε κάτι πιο δυνατό.
Η μουσική γινόταν όλο και πιο σκοτεινή, μπήκε στο ρυθμό και άρχισε να χορεύει μόνος του με το ποτήρι του στο ένα χέρι. Οι θαμώνες ποτέ δεν τον πλησίαζαν πολύ.
Το κλαμπ άρχιζε να γεμίζει, μαζί άρχισε να θεριεύει και η πείνα του. Δεν ήταν μόνο το αίμα. Ήταν ο ίδιος ο θάνατος του θνητού. Το κυνήγι.
Ένας τολμηρός νεαρός και δύο γυναίκες που τον συντρόφευαν ήρθαν κοντά του. Πιο κοντά από ότι θα ήθελε. Ένιωθε το αίμα τους να ρέει. Την καρδιά τους να πάλλεται στο ρυθμό της μουσικής. Η πείνα ήταν εκεί πάλι αλλά ήταν υπό έλεγχο.
Η πόρτα του κλαμπ άνοιξε. Ο Ματθαίος κοίταξε την νεαρή γυναίκα που μπήκε στο χώρο.
Είχε κάτι παράξενο, κάτι απροσδιόριστα οικείο σκέφτηκε.
Μαύρα μαλλιά λίγο κάτω από τους ώμους, μακριές μαύρες βλεφαρίδες, στρογγυλά σκοτεινά μάτια, αλαβάστρινο δέρμα. Ντυμένη στα μαύρα όπως όλοι αλλά αυτή ήταν διαφορετική.
Φάνηκε να γνωρίζει τον νεαρό που χόρευε μπροστά του. Συντονίστηκε αμέσως με τον ρυθμό της μουσικής και άρχισε να χορεύει. Ή μήπως η μουσική συντονίστηκε μαζί της σκέφτηκε. Ξαφνικά η γυναίκα είχε την προσοχή του.
Το άρωμά της τον μέθυσε. Μύριζε τα μαλλιά της που τινάζονταν στο ρυθμό της μουσικής καθώς λικνιζόταν ξέφρενα.
«Η και όχι τόσο ξέφρενα» απάντησε μόνος του στις σκέψεις του.
Ένιωθε ότι κάτι δεν πάει καλά με αυτή τη γυναίκα. Σίγουρα δεν ανήκε στο είδος του. Ήταν ολοζώντανη αλλά ένιωθε απειλή.
Απειλή και πόθο μαζί.
Η μουσική έγινε πιο σκοτεινή, πιο χορευτική. Τους έφερε πιο κοντά. Τώρα πια μπορούσε να την βλέπει καλύτερα αλλά το μόνο που μπορούσε να συγκρατήσει είναι η κλεφτή ματιά που του έριχνε καθώς χόρευε. Αυτό το ένα δευτερόλεπτο παραπάνω που κάρφωνε το βλέμμα της στο δικό του ξυπνούσε τον πόθο του. Πόθο που είχε να νιώσει πριν γίνει αυτό που είναι , πολύ πριν γίνει ο Padre Mateo de Luca, της Ισπανικής ιεράς εξέτασης.
Ο χορός της μίλησε απευθείας στο σκοτάδι μέσα του. Ήταν η δική του Σαλώμη. Και αν ήταν ο Ηρώδης ο Μέγας θα της έδινε το κεφάλι του Ιωάννη. Τώρα όμως δεν ήξερε τί τίμημα έπρεπε να πληρώσει.
Η μουσική ανέβαζε ρυθμό. Ένιωθε την καρδιά της να χτυπάει όλο και πιο δυνατά. Οι κυνόδοντες βγήκαν από τη θέση τους. Η πείνα άρχισε να παίρνει τα ηνία. Προσπαθούσε να κρατηθεί. Να μην πλησιάσει άλλο. Πονούσε όλο του το σώμα αλλά πιο πολύ πονούσε η ψυχή του.
Ένιωθε και το δικό της σκοτάδι πια αλλά ήταν πολύ αργά για να βάλει τη σκέψη του σε σειρά. Την πλησίασε, αργά σαν θηρευτής που δε θέλει να τρομάξει το θήραμά του αλλά δεν ήταν σίγουρος για το ποιος είναι ο θηρευτής πια.
Ήθελε να της μιλήσει αλλά δεν μπορούσε. Μπορούσε μόνο να την κοιτάζει να λικνίζεται στο ρυθμό. Ήταν σαν να πάγωσε ο χρόνος. Σαν να υπήρχαν μόνο αυτοί. Πλησίασε λίγο περισσότερο. Δεν ήθελε να την τρομάξει. Όχι ακόμα.
Μύρισε τα μαλλιά της. Ένιωσε την κόκκινη οργή της πείνας. Ένιωσε τον έλεγχο να χάνεται. Ο πόθος και η πείνα κέρδισαν. Το χέρι του ξεκίνησε να κατευθύνεται προς τη μέση της και το πρόσωπό του στον τρυφερό λαιμό της αλλά ξαφνικά έμεινε μετέωρο.
Άκουσε από μακριά το γέλιο του. Κοίταξε την νεαρή. Πονούσε και μόνο που την έβλεπε. Αλλά ήταν λάθος. Προσπάθησε να τραβηχτεί αλλά κάτι δεν τον άφηνε.
Κοίταξε δίπλα του. Το ίδιο πρόσωπο. Δεν μπορούσε να το ξεχάσει μετά από τόσους αιώνες. Κοιτούσε και αυτός τη νεαρή γυναίκα να χορεύει αλλά ο χρόνος έμοιαζε να κινείται αλλιώς πια. Σαν να είχαν μπει μαζί σε μια παράλληλη πραγματικότητα.
«Σου άρεσε το δώρο μου πάτερ;»
«Γιατί με καταδιώκεις ακόμα; Δεν τιμωρήθηκα αρκετά;»
«Όχι πάτερ, όχι. Δε σε τιμώρησε κανένας. Σου έδωσα το δώρο της Αθανασίας μαζί με την δύναμη 100 αντρών. Ο Θεός σου από την άλλη μόνο πόνο και ασαφής υποσχέσεις.»
Ο Ματθαίος ένιωθε τη χθόνια επιθυμία του πλάσματος βαθιά μέσα στην ψυχή του. Ήταν ένα χάρισμα που είχε και για αυτό ο επίσκοπος τον έκανε εξορκιστή και σφράγισε την μοίρα του με αιώνια καταδίκη.
Κοίταξε ξανά την γυναίκα που χόρευε ανέμελη μπροστά του. Είχε κολλήσει σχεδόν πάνω του πια και τον κοίταξε ξανά με την άκρη του ματιού της. Απομακρύνθηκε σαν να πήρε φωτιά. Γονάτισε μπροστά στον νεοφερμένο. Πονούσε όλη του η ύπαρξη από την επιθυμία του.
Χαμογέλασε, η επιθυμία ήταν η ειδικότητά του.
«Θυμάσαι, το codex abyssalis;» Τον κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια και έκανε μια μικρή παύση.
«Ο επίσκοπός σου ήθελε να καταστρέψει το δημιούργημά μου αλλά εγώ σου έδωσα επιλογή. Εσύ επέλεξες τη γνώση πάτερ. Κανένας δε σε καταδίκασε. Μην το παίζεις οσιομάρτυρας. Η κοπέλα είναι μπροστά σου. Είναι ζωντανή. Αρκεί να απλώσεις το χέρι σου. Μπορεί να γίνει δική σου πάτερ. Δε χρειάζεται να πεθάνει. Μπορείς να διασκεδάσεις με πολλούς τρόπους μαζί της. Ή μπορείς να την αλλάξεις. Δεν κουράστηκες τόσους αιώνες μέσα στη μοναξιά και το φραγγέλιο;»
Ο Ματθαίος ένιωσε να χάνει τον έλεγχο. Η γυναίκα τον κοίταξε. Τα μάτια της ήταν κατακόκκινα. Η γλώσσα της σαν του φιδιού. Όμως ακόμα και έτσι την ήθελε.
Ούρλιαξε με όλη τη δύναμη της ύπαρξής του.
«ΟΧΙ» Τα τζάμια στη μικρή του κάμαρα έσπασαν. Ο άνεμος μπήκε μέσα στο δωμάτιο και η εικόνα της παναγίας έπεσε από τον τοίχο. Τα γυαλιά χαράκωσαν το πρόσωπό του και κουρέλιασαν τον ματωμένο λευκό μανδύα του.
«Όχι» ψιθύρισε ξανά, πιο σιγά αυτή τη φορά. Σχεδόν ξέπνοα. Ο άνεμος κόπασε. Ένα γέλιο απλώθηκε στο δωμάτιο και χάθηκε όπως ήρθε. Κοίταξε το μαύρο του κοστούμι που το είχε παρατήσει σε μια άκρη για να βάλει τον μανδύα του. Ήταν μέσα στο αίμα. Το μύρισε.
Δεν ήταν δικό του αίμα. Η εικόνα της Παναγίας είχε εκσφενδονιστεί εκεί δίπλα του. Την πήρε στα χέρια του. Έμοιαζε διαφορετική. Ίσως έφταιγαν τα αιμάτινα δάκρυα που έτρεχαν από το θλιμμένο της πρόσωπο. Την πήρε στα χέρια του. Έκλεισε τα μάτια του. Θυμήθηκε το βιβλίο.
Το βιβλίο είναι το κλειδί. Έπρεπε να το ξαναβρεί…



Η τιμωρία / Η αϋπνία


.

Η αϋπνία

Ο ταγματάρχης άνοιξε τα μάτια του, τα έκλεισε και τα άνοιξε ξανά. Προσπαθούσε να διώξει την εικόνα από το μυαλό του. Δεν μπορούσε να θυμηθεί το όνομά της. Δεν μπορούσε να θυμηθεί πριν από πόσα χρόνια την βασάνισε αλλά θυμόταν με κάθε λεπτομέρεια τι της έκανε. Θυμόταν ακόμα και τον ήχο που έκαναν οι φάλαγγες των δακτύλων της καθώς το οστό θρυμματιζόταν. Την είχε καταχωρημένη σε κάποιο μικρό φάκελο μέσα στο μυαλό του όπως και όλους τους άλλωστε.
Ούρλιαξε, όχι μόνο μια φορά. Πολλές φορές. Στην αρχή αρνήθηκε τα πάντα. Μετά ζήτησε έλεος και όταν είδε ότι αυτό ήταν μια άγνωστη λέξη για τον ταγματάρχη, τότε άρχισε τις κατάρες. Σχεδόν όλοι το κάνουν στο τέλος. Γελούσε πολλές φορές με την ευρηματικότητά τους.
Και τώρα είχε επιστρέψει για να πάρει εκδίκηση. Όλοι περνούσαν τα βράδια για να ταράξουν τον ύπνο του. Ο τελευταίος κρατούμενος που τον διέταξαν να βασανίσει είχε ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου. Βέβαια στο τέλος λύγισε και αυτός. Όλοι λύγιζαν στο τέλος. Του αποκάλυψε ένα ολόκληρο δίκτυο αντιστασιακών. Η κρατική ασφάλεια και η στρατονομία έκαναν τρικούβερτο γλέντι με την αποκάλυψη. Ένας θεός ξέρει πόσοι καινούργιοι μπήκαν στα σκοτεινά μπουντρούμια του καθεστώτος.
Χαμογέλασε.
Περισσότερη δουλειά για αυτόν και την ομάδα του.
Μετά την τελευταία επιτυχία του τον κάλεσε ο ίδιος ο υπουργός να τον συγχαρεί. Του είπε ότι έδωσε άλλη πνοή στην υπηρεσία. Τον αποκάλεσε καλλιτέχνη. Λίγες φορές στη ζωή του ένιωσε τόσο υπερήφανος. Ένιωθε σημαντικός δίπλα στον υπουργό με την επίσημη στολή του και όλα εκείνα τα λαμπερά παράσημα που επίσημα δεν υπήρχαν και δεν τα είχε λάβει ποτέ.
Έκλεισε ξανά τα μάτια του. Άδειασε το μυαλό του. Συγκεντρώθηκε στους χτύπους του ρολογιού. Προσπάθησε να νιώσει αυτή τη γλυκιά ζάλη του ύπνου που έρχεται.
Τίποτα.
Βλαστήμησε. Άλλη μια βραδιά με μια ώρα ύπνο. Πόσες μέρες μπορούσε άραγε να αντέξει ένας άνθρωπος χωρίς ύπνο. Ενδιαφέρον σκέφτηκε. Ίσως έπρεπε να το δοκιμάσει με τη νέα φουρνιά.
Σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι. Άναψε το μικρό φως δίπλα στο κομοδίνο. Έβαλε τη μαύρη ρόμπα του και κατευθύνθηκε με αργά, κουρασμένα βήματα στην κουζίνα. Σκέφτηκε ότι ίσως ένα ζεστό γάλα θα τον βοηθούσε να κοιμηθεί. Πήγε στο ψυγείο. Το άνοιξε και έψαξε το γάλα. Με την πρώτη ματιά δεν το είδε πουθενά. Έψαξε καλύτερα και πάλι τίποτα. Βλαστήμησε ξανά. Δεν μπορεί να ξέχασε να πάρει γάλα. Θυμόταν καθαρά να το πιάνει στα χέρια του, να τσεκάρει την ημερομηνία λήξης και να το βάζει στο καλάθι του.
Έκλεισε το ψυγείο απογοητευμένος και σκέφτηκε ότι ίσως θα μπορούσε να πιει ένα ποτό ίσα ίσα να χαλαρώσει. Άνοιξε το φως και τότε είδε στο τραπέζι το γάλα μαζί με την αγαπημένη του κούπα με τον Γκούφι.
Τα μάτια του στένεψαν. Κοίταξε γύρω γύρω σαν να προσπαθούσε να βρει σημάδια ότι κάποιος είχε μπει στο σπίτι του. Πλησίασε το τραπέζι. Το γάλα ήταν παγωμένο. Δεν μπορούσε να είχε βγει πολύ ώρα από το ψυγείο. Η κούπα ήταν ζεστή από το πλυντήριο πιάτων που μόλις είχε τελειώσει.
Έλεγξε προσεκτικά όλα τα πιθανά σημεία εισόδου. Όπως πάντα το σπίτι ήταν το φρούριό του.
«Δε γαμιέται», ψιθύρισε.
Έβαλε το γάλα στο ψυγείο και έφερε το μαύρο ρούμι που φύλαγε για ειδικές περιστάσεις. Γέμισε την κούπα του και άφησε το μπουκάλι στη θέση του.
«Καταραμένη αϋπνία» συνέχισε να μονολογεί.
Αύριο θα πήγαινε στον φίλο του τον στρατιωτικό γιατρό να του γράψει κάτι για τον ύπνο. Δεν μπορούσε να χάσει την οξύνοια του σε μια τέτοια περίοδο που οι ανακρίσεις είχαν πάρει φωτιά.
Πήγε στο σαλόνι και πήρε από την βιβλιοθήκη του το πρώτο βιβλίο που άγγιξε με το δάχτυλό του.
«Το στρίψιμο της βίδας», χαμογέλασε.
Κάθισε οκλαδόν στον καναπέ και διάβασε συντροφιά με το ρούμι μέχρι που είδε τις πρώτες αχτίδες φωτός να μπαίνουν κάτω από τα στόρια. Κοίταξε το αχνό φως που έμπαινε στο σκοτεινό δωμάτιο και αναστέναξε. Πήγε μέχρι την κρεβατοκάμαρα και έβγαλε μια από τις στολές που πήρε από το καθαριστήριο. Την έβγαλε από την ειδική σακούλα και την βούρτσισε προσεκτικά για να μην υπάρχει ούτε μια τρίχα πάνω της.
Έβαλε τα διακριτικά του βαθμού του και έβγαλε τα καλογυαλισμένα λουστρίνια του.
Επιθεώρησε τη στολή και μετά τη φόρεσε. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη.
«Πώς;», ψιθύρισε
Έκλεισε τα μάτια του και τα άνοιξε ξανά. Η εικόνα του ήταν αυτή που έπρεπε να είναι. Ησύχασε. Του φάνηκε ότι είδε το είδωλο του να φοράει μια τσαλακωμένη, βρόμικη στολή.
Έπρεπε να λύσει το θέμα της αϋπνίας σήμερα, σκέφτηκε.
Φόρεσε το πηλήκιο του και βγήκε στο πεζοδρόμιο. Ένας νεαρός στρατιώτης τον περίμενε καθισμένος στο καπό του στρατιωτικού αυτοκινήτου. Ο ταγματάρχης τον κοίταξε αυστηρά. Ο νεαρός σηκώθηκε αμέσως, χαιρέτησε στρατιωτικά και του άνοιξε την πόρτα.
Έκατσε αναπαυτικά στη θέση του και άκουσε την πόρτα να κλείνει. Ο νεαρός έκατσε στη θέση του οδηγού και περίμενε οδηγίες.
Ο ταγματάρχης είδε το πρόσωπό του στον καθρέφτη του οδηγού και απέστρεψε το βλέμμα του.
«Θα ξεκινήσουμε από το στρατιωτικό νοσοκομείο σήμερα και μετά θα πάμε στο ανακριτικό.»
Έκανε μια μικρή παύση και είπε χαμηλόφωνα.
«Αν με πάρει ο ύπνος, μη με ξυπνήσεις.»
Ο οδηγός ένευσε καταφατικά και είπε ζωηρά μάλιστα.
Ο ταγματάρχης ένιωθε τα μάτια του να βαραίνουν αλλά ο ύπνος του ξέφευγε μέσα από τα χέρια.
Ένιωσε το αυτοκίνητο να επιβραδύνει. Άνοιξε τα μάτια του. Είδε το συγκρότημα κτιρίων του στρατιωτικού νοσοκομείου μπροστά του.
Έδωσε τα διαπιστευτήριά του στην πύλη και ο οδηγός τον άφησε στην είσοδο των εξωτερικών ιατρείων.
Έβγαλε το κινητό του και πληκτρολόγησε τον αριθμό του φίλου του.
«Παρακαλώ;» Άκουσε τη φωνή του γιατρού από την άλλη πλευρά του ακουστικού.
«Εγώ είμαι», είπε απλά.
«Πού στο διάολο έχεις εξαφανιστεί; Σε παίρνω τόσα τηλέφωνα και δεν έχεις απαντήσει ούτε ένα.»
«Υπηρεσιακά θέματα. Μπορώ να ανέβω στο γραφείο σου; Θέλω να σε δω για κάτι προσωπικό»
«Τι μαλακίες μου λες; Από πότε χρειάζεσαι πρόσκληση; Έλα πάνω έχω βάλει καφέ στην καφετιέρα.»
Έκλεισε το τηλέφωνο και χαμογέλασε.
Ο φίλος του δεν είχε ιδέα τι ήταν η απόρρητη θέση που είχε αναλάβει. Ήθελε πολύ να του μιλήσει αλλά δε γινόταν.
Στάθηκε μπροστά στον ανελκυστήρα. Δίπλα του ήταν ένας ηλικιωμένος κύριος. Αν έκρινε από το κούρεμα και την κοψιά μάλλον απόστρατος σκέφτηκε. Ανατρίχιασε. Έτσι θα περιφερόταν και αυτός εδώ κάποτε;
Η πόρτα άνοιξε και ο ηλικιωμένος μπήκε πρώτος. Πάτησε τον αριθμό εφτά και τον κοίταξε με νόημα.
«Θέλετε να σας πατήσω κάτι;»
«Το πέντε, ευχαριστώ», είπε κοφτά.
Γύρισε την πλάτη του στον ηλικιωμένο.
«Δε φαίνεστε πολύ καλά» είπε ο ηλικιωμένος χαμογελώντας.
Ο ταγματάρχης γύρισε το κεφάλι του. Τον κοίταξε καλά. Κάτι του θύμιζε το πρόσωπό του.
«Έχουμε γνωριστεί;» ρώτησε ο ταγματάρχης κοφτά.
«Δυστυχώς όχι, όχι ακόμα», είπε αινιγματικά ο ηλικιωμένος.
«Πείτε στον γιατρό σας όλη την αλήθεια. Η αλήθεια απελευθερώνει και μερικές φορές είναι μπροστά μας.»
Ο ανελκυστήρας έφτασε στον πέμπτο όροφο. Ο ταγματάρχης κοίταξε προσεκτικά τον ηλικιωμένο.
«Φτάσατε», του είπε απλά.
Κούνησε το κεφάλι και βγήκε από τον ανελκυστήρα.
Περίμενε μέχρι να τον δει να φτάνει στον έβδομο και έφυγε σκεπτικός.
Περπάτησε στον άδειο διάδρομο και έφτασε μέχρι το γραφείο του φίλου του.
Χτύπησε την πόρτα και άκουσε τα βήματα πίσω της.
Του άνοιξε χαμογελαστός την πόρτα.
Ο ταγματάρχης του έδωσε το χέρι του. Προσπάθησε να χαμογελάσει. Ο γιατρός άρπαξε το χέρι του και τον αγκάλιασε σφιχτά και εγκάρδια.
«Αδυνάτησες» του είπε με τον τόνο μιας μαμάς που μαλώνει τον άσωτο γιό της.
«Νόμιζα ότι με ξέχασες, θυμάσαι ότι έχουμε κανονίσει το κονσέρτο την επόμενη βδομάδα ή θα με αφήσεις και εκεί μόνο μου;»
«Το κονσέρτο;» ο ταγματάρχης τον κοίταξε συνοφρυωμένος.
«Ο υπουργός σου έχει πάρει το μυαλό. Από τότε που πήρες μετάθεση στο επιτελείο χάθηκες.»
«Έχω το εισιτήριό σου στον χαρτοφύλακά μου. Θα έρθω με την Α. αν δε σε πειράζει.»
«Έχω σοβαρό πρόβλημα», του είπε σοβαρά. Δεν μπορούσε να τον κοιτάξει στα μάτια.
Ο γιατρός σηκώθηκε. Πήγε μέχρι την καφετιέρα και έβαλε δύο μεγάλες κούπες καφέ.
Άφησε μια μπροστά του.
«Σου έβαλα και γάλα», είπε απλά.
«Έχω να κοιμηθώ μια βδομάδα σχεδόν.»
«Πάντα ήσουν όμορφος σαν πισινός μπαμπουίνου αλλά αυτή τη φορά έχεις ξεπεράσει τον εαυτό σου», είπε ο γιατρός μισογελώντας.
Ο ταγματάρχης τον κοίταξε σοβαρός. Πρώτη φορά τον έβλεπε με κόκκινα μάτια και ρουφηγμένο πρόσωπο.
«Μυρίζεις αλκοόλ». 
«Πρέπει να κοιμηθώ».
«Σου χρειάζεται άδεια. Πόσες ώρες δουλεύεις; Τελευταία φορά που μιλήσαμε ήσουν πάνω από δεκαέξι ώρες στη δουλειά.»
«Δε γίνεται να φύγω. Γράψε μου κάτι να κοιμηθώ για λίγο και μετά θα δω τι θα κάνω.»
Ο γιατρός ήπιε μια μεγάλη γουλιά καφέ. Το άρωμα του καφέ του άρεσε πολύ. Άρχισε να χαλαρώνει.
«Σε παρακαλώ», είπε χωρίς να τον κοιτάζει στα μάτια.
Ο γιατρός αναστέναξε.
«Είναι μόνο για λίγο. Είναι προσωρινό μέτρο. Να μην τα συνδυάζεις με αλκοόλ σε παρακαλώ αλλιώς θα μιλήσω στην Κατερίνα για τα χάλια σου.»
Ο ταγματάρχης σηκώθηκε από τη θέση του απότομα.
«Ήταν λάθος που ήρθα εδώ σήμερα», είπε κοφτά.
«Κάτσε κάτω, έχει περάσει τόσος καιρός από τότε. Δεν μπορεί να μείνεις μια ζωή μόνος, ούτε να τσακωθείς με τον μόνο άνθρωπο που σε ανέχεται ακόμα. Έρχεσαι εδώ πιο αδύνατος από ποτέ, βρομάς αλκοόλ και μοιάζεις σαν να έχεις τρακάρει με στάγιερ. Τι περιμένεις να σου πω;»
«Δεν έχω να συζητήσω τίποτα παραπάνω. Γράψε μου τα φάρμακα σε παρακαλώ. Με περιμένουν στο επιτελείο.»
«Μάλιστα, κύριε ταγματάρχα. Όπως επιθυμείς.»
Ο γιατρός έγραψε στα γρήγορα μια συνταγή για ήπια υπναγωγά και την πέταξε μπροστά του.
«Την επόμενη φορά που θα σε δω έτσι θα σε κάνω εισαγωγή για να εξεταστεί το θέμα της καταλληλόλητας σου για την υπηρεσία.»
Ο ταγματάρχης πήρε στα χέρια του την συνταγή και βγήκε από το γραφείο χτυπώντας την πόρτα πίσω του. Ξαφνικά ένιωσε κενός, άδειος.
Έδιωξε μακριά τις σκέψεις που του γέννησε η επίσκεψή του στο νοσοκομείο και κατέβηκε γρήγορα τα σκαλιά. Ο οδηγός του τον περίμενε στο πάρκινγκ του νοσοκομείου.
«Θα βρέξει κύριε ταγματάρχα, σκοτείνιασε ο ουρανός», είπε ο νεαρός.
«Στο ανακριτικό», είπε κοφτά ο ταγματάρχης και κατέβασε το πηλήκιο στα κόκκινα μάτια του.
Πράγματι, μέσα σε λιγότερο από δέκα λεπτά άρχισε να πέφτει καταρρακτώδης βροχή. Και εντελώς συμπτωματικά η πρώτη βροντή ήταν και αυτή που τον ξύπνησε.
Βλαστήμησε σε ότι γλώσσα ήξερε για τον χαμένο ύπνο. Το αυτοκίνητο μπήκε στον προαύλιο χώρο του Κέντρου Ανακρίσεων Αντιφρονούντων. Το βλέμμα του ταγματάρχη άστραψε όταν είδε δύο κλούβες να ξεφορτώνουν.
«Φρέσκο κρέας», σκέφτηκε και έτριψε τα χέρια του. Ήρθε η ώρα να τελειοποιήσει τις μεθόδους του.
Ο οδηγός κατέβηκε γρήγορα και του άνοιξε την ομπρέλα. Ο ταγματάρχης τον κοίταξε με περιφρόνηση. Δε δέχτηκε καν να την κρατήσει ο ίδιος. Του έδωσε στα γρήγορα την συνταγή του γιατρού με την οδηγία να βρει ανοιχτό φαρμακείο και να του δώσει τα φάρμακα όταν έρθει να τον παραλάβει.
Ο οδηγός μουσκεμένος ως το κόκαλο χαιρέτισε στρατιωτικά και χάθηκε με το αμάξι μέσα στη βροχή.
Ο ταγματάρχης έμεινε για λίγο εκεί μέσα στη βροχή. Διαπίστωσε ότι το παγωμένο νερό τον βοήθησε να ξυπνήσει και να συγκεντρωθεί. Ήθελε αυτή τη διαύγεια για να επιθεωρήσει τους καινούργιους.
Ανέβηκε τα μαρμάρινα σκαλιά σχεδόν πετώντας και μπήκε μέσα στο άδειο κτήριο. Ήταν λες και είχαν εξαφανιστεί όλοι.
«Περίεργο», μονολόγησε.
Τα βρεγμένα λουστρίνια του αντηχούσαν στους άδειους σκοτεινούς διαδρόμους. Μπήκε στο γραφείο του και άλλαξε. Έβαλε μια φόρμα εργασίας και άφησε τη στολή του στην κρεμάστρα να στεγνώσει. Σίγουρα θα ήθελε καθαριστήριο μετά για να φύγει η μυρωδιά της βροχής από το μάλλινο ύφασμα αλλά τουλάχιστον θα την φορούσε στεγνή.
Βγήκε ήσυχα από το γραφείο και κλείδωσε.
«Μα που έχουν πάει όλοι;», αναρωτήθηκε φωναχτά.
«Είναι στο υπόγειο, κύριε ταγματάρχα, σας περιμένουν.»
Η γραμματέας του μόλις είχε μπει στον προθάλαμο του γραφείου.
«Τι κάνουν όλοι κάτω;» ρώτησε αφηρημένα προσπαθώντας να κουμπώσει καλύτερα τη φόρμα υπηρεσίας.
Η γραμματέας του τον κοίταξε εκστασιασμένη.
«Προσπαθούμε να δούμε τον καινούργιο κρατούμενο.»
«Τον καινούριο; Μόνο έναν; Δύο κλούβες έφεραν έναν κρατούμενο;»
Πλησίασε περισσότερο μέχρι που μπορούσε να μυρίσει το σαμπουάν μπίρας στα ξανθά της μαλλιά. Έσκυψε μπροστά και του είπε σιγανά, δήθεν τρομαγμένα:
«Λένε πως καθάρισε μόνος του μια διμοιρία, είναι αλυσοδεμένος χειροπόδαρα.»
Ο ταγματάρχης ανασήκωσε τα φρύδια του. Το μυαλό του πήρε φωτιά.
«Μάλλον ένας αρχηγός συμμορίας; Ένας επαγγελματίας εκτελεστής; Ένας πρώην ειδικοδυναμίτης που αυτομόλησε;» Δεν είχε καταλάβει ότι μονολογούσε φωναχτά. Η γραμματέας τον κοιτούσε φανερά ενθουσιασμένη.
«Επιτέλους έχουμε κάτι διαφορετικό.» Τα μάτια της έλαμπαν από προσμονή μέσα στο μισοσκόταδο.
«Έχει έρθει και ο ίδιος ο αρχηγός να τον δει από μακριά. Δεν τον αφήνουν να πλησιάσει για την ασφάλειά του.» Η γραμματέας τότε μόνο φάνηκε να τον προσέχει.
«Κύριε ταγματάρχα είστε καλά; Τα μάτια σας είναι κατακόκκινα και είστε κατάχλομος. Έχετε φάει κάτι.»
«Μην ανησυχείς για μένα. Πάω να δω τι γίνεται κάτω», είπε και βγήκε από το γραφείο όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
Βγήκε στο διάδρομο. Ήταν θεοσκότεινα. Προσπάθησε να πατήσει τους διακόπτες για το φως αλλά μάλλον είχαν διακοπή ρεύματος λόγω της καταιγίδας.
«Ίσως είναι καλύτερα χωρίς φως.» Τον πονούσαν τα μάτια του αυτές τις μέρες.
Πιάστηκε από την κουπαστή και άρχισε να κατεβαίνει δύο ορόφους κάτω από το έδαφος. Μόλις έφτασε στα τελευταία σκαλιά είδε κηλίδες που έμοιαζαν πολύ με αίμα.
Οδηγούσαν στην μεγάλη σιδερένια πόρτα. Μπήκε σε επιφυλακή. Γιατί οι κηλίδες ξεκινούσαν εδώ κάτω ενώ πάνω ήταν καθαρά τα σκαλιά. Αν ήταν από τη συμπλοκή το αίμα έπρεπε να τρέχει ήδη. Ίσως τελικά ο κρατούμενος να ήταν όντως επικίνδυνος. Μετάνιωσε που δεν πήρε και το περίστροφό του μαζί.
Πλησίασε στη σιδερένια πόρτα. Χτύπησε το κουδούνι και έκατσε μπροστά στην κάμερα.
Άκουσε με ανακούφιση τον ήχο της πόρτας που άνοιξε. Κοίταξε μέσα, είδε κόσμο μαζεμένο αλλά δε μιλούσε κανείς. Είδε μόνο δυο φρουρούς φριχτά ακρωτηριασμένους σε πρόσωπο και χέρια.
«Τους δάγκωσε σαν άγριο σκυλί. Κανένας δεν κατάλαβε πως έγινε. Είπε ότι μόνο σ' εσένα θα δεχτεί να μιλήσει.»
Γύρισε την πλάτη του και είδε τον ίδιο τον αρχηγό του στρατού με τη στολή του γεμάτη αίμα.
Ο ταγματάρχης φώναξε αυστηρά:
«Επιστρέψτε όλοι στα πόστα σας, δεν είναι ζωολογικός κήπος εδώ. Να παραμείνουν μόνο η ομάδα κρούσης που τον συνέλαβε και η ομάδα μου.»
Ένα μουρμουρητό αποδοκιμασίας διέτρεξε το πλήθος αλλά κανείς δεν τολμούσε να αμφισβητήσει τον ταγματάρχη μέσα στο υπόγειο. Τον πλησίασαν δύο πάνοπλοι άντρες της στρατονομίας.
«Οι άλλοι δύο έχουν φύγει για το νοσοκομείο με τη συνοδεία του δεύτερου κλιμακίου. Εμείς μείναμε για την προστασία σας.»
«Σας ευχαριστώ, αν και νομίζω ότι ο κρατούμενος θα χρειαστεί προστασία από μένα.» Χαμογέλασε λίγο.
Ένας υπολοχαγός τον πλησίασε, τον χαιρέτησε εγκάρδια και του ανέφερε ότι ο κρατούμενος τον περίμενε αλυσοδεμένος μέσα στο κελί του σε όρθια θέση. Ο ταγματάρχης τον κοίταξε επιδοκιμαστικά.
Τους έκανε νόημα να περιμένουν έξω, ήθελε να τον δει μόνος του.
Άνοιξε την πόρτα του κελιού. Είχε την εργαλειοθήκη του ανά χείρας και μερικά σχοινιά για να τον δέσει στις πιο άβολες και επίπονες στάσεις που είχε μάθει στο kinbaku. Αν και τα πιο αγαπημένα του βασανιστήρια δεν ήταν αυτά. Του άρεσε να παίζει περισσότερο με το μυαλό τους.
Μπήκε μέσα στο κελί. Δεν κοίταξε καν την σκοτεινή γωνία που ήταν αλυσοδεμένος ο κρατούμενος. Η εφεδρική γεννήτρια δεν έδινε αρκετή ισχύ για να έχει κανονικό φωτισμό το κελί.
Πήγε κατευθείαν στο τραπεζάκι και άπλωσε τα περιεχόμενα της βαλίτσας του και τακτοποίησε τα σχοινιά του. Είχε παραγγείλει να τα κάνουν όσο πιο αδρά γίνεται για να αυξήσει τον πόνο. Επιθεώρησε τα υλικά του και χαμογέλασε. Φόρεσε την ποδιά του και γύρισε να δει τον κρατούμενο.
Η διάπλασή του σίγουρα δε θυμίζει άνθρωπο που μπορεί να τα βάλει με 2 διμοιρίες από άντρες ειδικών δυνάμεων. Μέσα στο σκοτάδι έβλεπε έναν αδύνατο, λιπόσαρκο άντρα.
«Επιτέλους, νόμιζα ότι ξέμεινες στο νοσοκομείο», άκουσε μια φωνή μέσα στο σκοτάδι. Μια γνώριμη φωνή σκέφτηκε.
«Πώς ξέρεις ότι ήμουν στο νοσοκομείο; Με παρακολουθείς; Ξέρεις ακόμα και να πεθάνω εγώ υπάρχει ολόκληρη ομάδα για να συνεχίσει να σαν ξετρυπώνει και να σας κάνει να κελαηδάτε.»
«Αν σε ήθελα νεκρό θα ήσουν ήδη μέσα στον ανελκυστήρα του νοσοκομείου νεαρέ.»
Ο ταγματάρχης και αρχιβασανιστής τού καθεστώτος ένιωσε να του κόβονται τα πόδια. Θυμήθηκε τον ηλικιωμένο.
«Δεν μπορεί» ψιθύρισε. Πλησίασε κοντά του. Τον είδε αλυσοδεμένο με τα χέρια έτοιμα να εξαρθρωθούν. Ήταν πολύ ήρεμος. Σχεδόν ανεπηρέαστος. Ήταν ο ίδιος. Ο ηλικιωμένος άντρας. Μόνο που η γενειάδα του ήταν γεμάτη ξεραμένο αίμα. Του χαμογέλασε.
«Σου είπα ότι η αλήθεια απελευθερώνει.»
«Δε γίνεται να είσαι εσύ, τι σκαρώνεις; Δεν μπορεί να σε συνέλαβαν στο ξενοδοχείο και την ίδια ώρα να ήσουν στον ανελκυστήρα μαζί μου.»
Ο κρατούμενος γέλασε. Ο ήχος του γέλιου έκανε τον ταγματάρχη να ανατριχιάσει.
«Πώς ξέρεις ότι ήμουν εγώ μαζί σου; Πώς ξέρεις ότι όντως βρεθήκαμε στο ασανσέρ ή ότι όλο αυτό συμβαίνει πραγματικά και δεν είναι όλα στο μυαλό σου που χάνεται τις τελευταίες μέρες;»
«Είσαι πολύ καλός σε παραδέχομαι, αλλά στο τέλος θα μιλήσεις. Όλοι μιλάνε.»
«Όντως όλοι μιλάνε, αλλά όλο αυτό έχει ένα τίμημα. Κάθε βράδυ δέχεσαι επισκέψεις. Έχεις να κοιμηθείς πολύ περισσότερο από μια βδομάδα. Αλλά έχουμε κάποια κοινά εμείς οι δύο.»
«Κοινά; Εσύ είσαι δεμένος χειροπόδαρα. Εγώ είμαι έτοιμος να σου τσακίσω τα κόκαλα ένα ένα μέχρι να πεις ότι ξέρεις.»
«Πιστεύεις ότι οι αλυσίδες σου μπορούν να με κρατήσουν; Τις κρατάω μόνο από ευγένεια γιατί θέλω να με ακούσεις πρώτα.»
«Είσαι τρελός», είπε σχεδόν τρομαγμένα.
«Μπορεί να είμαι μέσα στο μυαλό σου, μπορεί να είμαι δικό σου δημιούργημα. Ή μπορεί να μου αρέσει ο τρόπος που δουλεύεις και να ήρθα να σε πάρω με τη δική μου πλευρά.»
Ο κρατούμενος κοίταξε τον ταγματάρχη με μάτια που λάμπουν μέσα στο σκοτάδι.
«Οριακά προβλήθηκα που προτίμησες το ρούμι από το γάλα που σου άφησα για να χαλαρώσεις.»
Το μικρό μαχαίρι έπεσε από τα χέρια του ταγματάρχη.
«Πώς ξέρεις για το γάλα;» Τα χέρια του είχαν αρχίσει να τρέμουν από οργή.
«Μη θυμώνεις. Όταν χάνεις την ψυχραιμία σου προκαλείς πόνο χωρίς κανένα όφελος. Μπορώ να σου μάθω πολλά, έχω υπάρξει στο ίδιο πόστο μ΄εσένα πολύ παλιότερα.»
«Τι τρέλες λες, γέρο; Θα σε κάνω να τα ξεράσεις όλα», πήρε το μαχαίρι και κατευθύνθηκε προς τον κρατούμενο.
«Δε θα ήθελα να χαλάσεις αυτό το σώμα ακόμα. Μόλις τώρα το βρήκα. Θα στεναχωρηθώ και δε θέλεις να με στεναχωρήσεις. Η Κατερίνα περπατάει μόνη της σε ένα σκοτεινό δρόμο και πολλά μπορούν να συμβούν μια κρύα βροχερή νύχτα σε μια κοπέλα μόνη.» Η φωνή του ήταν αλλοιωμένη. Δεν έμοιαζε ανθρώπινη. Του έκλεισε το μάτι.
Ο ταγματάρχης ένιωσε τα δάχτυλά του να σφίγγουν το μαχαίρι άγρια. Αλλά δεν έκανε ένα βήμα πίσω και άφησε το μαχαίρι κάτω.
«Επιτέλους έχω την προσοχή σου.»
«Δεν έχεις παρατηρήσει ότι τον τελευταίο χρόνο η δεξιοτεχνία σου έχει εκτοξευτεί τον τελευταίο χρόνο; Από τότε που έπαψες να κοιμάσαι. Θυμάσαι όμως τι έγινε εκείνο το βράδυ που έπαψες να κοιμάσαι;»
Ο ταγματάρχης τον κοίταξε μπερδεμένος.
«Μάλλον όχι. Θα σου θυμίσω εγώ. Έγδερνες το δέρμα εκείνης της καημένης αθώας γυναίκας. Σχεδόν σε ερέθιζε σεξουαλικά ο τρόπος που έκλαιγε. Και τότε κάτι άλλαξε. Θυμάσαι ότι σε έφτυσε μέσα στο στόμα και ήπιες το αίμα της.»
«Ο ταγματάρχης τον κοίταξε με αποστροφή.»
«Μη με κοιτάς έτσι. Τότε με δέχτηκες με χαρά. Αλλά δεν πλήρωσες. Αθέτησες το λόγο σου και ήρθα να εισπράξω.»
Τα φώτα έσβησαν. Μόνο τα μάτια του κρατούμενου έλαμπαν μέσα στο σκοτάδι. Ακούστηκε το κροτάλισμα των αλυσίδων που σπάνε και τα λαμπερά μάτια πλησίασαν περισσότερο. Δεν μπορούσε να κουνηθεί. Ένιωθε το σώμα του παραλυμένο.
Ο ηλικιωμένος τον πλησίασε τον αγκάλιασε και του έγλειψε το πρόσωπο με τη ματωμένη γλώσσα του.
«Ήρθα να πάρω αυτό που μου έταξες για να γίνεις δεξιοτέχνης της σάρκας.» Γέλασε σιγανά. Τον άρπαξε από τα μαλλιά.
«Δε θα φύγω αν δεν πάρω αυτό που θέλω.» Τα μάτια του άρχισαν να βαραίνουν, ένιωθε το σκοτάδι να τον τυλίγει…
«Ξύπνα που να σε πάρει ο διάολος, τι έπαθες;»
Άνοιξε τα μάτια του και είδε τον γιατρό να του χτυπάει το πρόσωπο.
«Η Κατερίνα, πού είναι;»
«Σπίτι της;»
«Ο γέρος;»
«Εννοείς τον κύριο που μιλούσες στο ασανσέρ και σε αγκάλιασε;»
Ο ταγματάρχης ένιωσε το αίμα του να παγώνει. Βγήκε σαν σίφουνας από το γραφείο και έτρεξε μέχρι τον έβδομο.
Είδε τον ηλικιωμένο καθισμένο σταυροπόδι δίπλα στο ασανσέρ να περιμένει υπομονετικά.
«Δε θα την πάρεις. Με ακούς, δε θα την πάρεις.»
Ο ηλικιωμένος τον κοίταξε και χαμογέλασε.
Έβγαλε το περίστροφό του, σημάδεψε τον ηλικιωμένο αλλά μετάνιωσε. Έστρεψε την κάννη στον κρόταφό του.
«Δε θα την πάρεις», φώναξε και πάτησε την σκανδάλη.
Ο ηλικιωμένος σηκώθηκε απαθής. Πάτησε με τις γυμνές του πατούσες στο αίμα του ταγματάρχη και κοίταξε τα άψυχα μάτια του.
«Ποτέ δεν ήθελα εκείνη». Χαμογέλασε.
«Πήρα αυτό που ήθελα». Και χάθηκε με τον παγωμένο αέρα που έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: