Υπόγειο

Τζ. Μόρις: «Νυχτερινό» ψηφιακό φωτομοντάζ (1998)
Τζ. Μόρις: «Νυχτερινό» ψηφιακό φωτομοντάζ (1998)

Πρέπει να είχε κοιμηθεί σερί για τρεις ημέρες. Ξύπνησε με μια πικρή γεύση από τσιγάρο στον λαιμό της και με λιγούρα για γλυκό. Άνοιξε τα μάτια της, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει τι ώρα ήταν. Το φως που έφτανε μέχρι εδώ κάτω, έκανε το χρόνο να μοιάζει με ένα συνεχόμενο απόγευμα. Είχε πάρει την απόφαση να τα αφήσει όλα πίσω της, μια ολόκληρη ζωή που είχε φτιάξει για εκείνη, και να γυρίσει μείνει στο υπόγειο του σπιτιού που έμενε παλιά η γιαγιά της. Είχε χρόνια να έρθει εδώ, ήξερε λίγους και οι περισσότεροι από αυτούς ήταν κομμάτια ενός παλιού εαυτού που είχε αφήσει πίσω της. Δεν είχε μείνει τίποτα για αυτήν εδώ, είχε φροντίσει να το κάνει ξεκάθαρο πολλά χρόνια πριν όταν τα σάρωσε όλα, όλη της την τότε ζωή, πριν φύγει για την πόλη. Σε αυτό το υπόγειο όταν ήταν στην εφηβεία είχε κάνει τα πρώτα της σεξ. Είχε ζήσει έρωτες και τραύματα και αλλαγές. Όταν βρισκόταν εδώ, τα έβαζε με τον εαυτό της, γινόταν αυτό που δεν μπορούσε να γίνει στην επιφάνεια. Όταν έφτανε κάτω, ένιωθε ελεύθερη. Το δωμάτιο κάτω από την γη ήταν για εκείνη το άνοιγμα όλων των επιθυμιών που δεν τολμούσε να ζητήσει στην επιφάνεια. Όταν έφυγε από αυτήν την πόλη περίπου μισή, περίπου περιμένοντας να γίνει άλλη τόση, οι έρωτες και τα τραύματα συνεχίστηκαν. Γύρισε, είχε κουραστεί να δουλεύει σε σκατοδουλειές και να φροντίζει όλους τους άλλους εκτός από την ίδια.
Κουβαλούσε στους ώμους μια ορειβατική τσάντα που την έκανε να φαίνεται σαν μεγάλος μαύρος ηλεκτροφόρος όγκος. Πάνω στην τσάντα ήταν δεμένα κόκκινα και τιρκουάζ σκοινάκια που ξεπετάγονταν προς όλες τις κατευθύνσεις φτάνοντας μέχρι τα μαύρα grunge παπούτσια της που σέρνονταν στην λιωμένη άσφαλτο. Τα γραμμικά εξογκώματα έβγαιναν από το κεφάλι της σχηματίζοντας τρεις ασύμμετρες κεραίες που αψηφούσαν την βαρύτητα. Κρατούσε παραμάσχαλα μια μικρή κούτα που είχε γεμίσει αυστηρά με τα αγαπημένα της βιβλία και ένα δύο πόστερ από το περσινό της ταξίδι στην Κρακοβία. Στην δεξιά της παλάμη ισορροπούσε μια γλάστρα με έναν πόθο που παρά τα φαγωμένα του φύλλα δεν μπόρεσε να αφήσει πίσω. Περπατούσε κατά μήκος του περιφερειακού δρόμου για να φτάσει στο σπίτι. Οι οδηγοί την προσπερνούσαν κοιτάζοντας την με απορία, σίγουρα θα εκπλήσσονταν που ένα γιγάντιο μαύρο σκαθάρι περπατούσε στο δρόμο σαν να μην τρέχει τίποτα. Μετά βίας ένιωθε το βάρος της κούτας στα χέρια της, όπως και τις παλάμες της οι οποίες είχαν γίνει περισσότερο ροζ από ό,τι συνήθως. Καθώς βρισκόταν δίπλα στο σπίτι, το κινητό της δονήθηκε. Ήταν η Ρ. μάντεψε χωρίς να δει το όνομα που αναγραφόταν στην οθόνη. Πάντα περπατούσε στο δρόμο κουβαλώντας πράγματα στην πλάτη γεμίζοντας με τσάντες και άλλα πράγματα τα χέρια της, για να μην μπορεί να σηκώσει το τηλέφωνο. Να μην μπορεί να δει ποιος την καλεί, στην τελευταία της διαδρομή για το σπίτι τα βράδια. Ήξερε πως αυτή θα ήταν η τελευταία της διαδρομή. Όταν θα έμπαινε στο υπόγειο δωμάτιο που δεν ήταν και δεν θα γινόταν ποτέ το σπίτι της, ήξερε πως αυτή ήταν η τελευταία διαδρομή της Μ. Ήξερε ότι όταν ξαναέβγαινε από εδώ θα ήταν άλλη. Θα ξαναβγώ, θα ξαναβγώ από αυτόν τον κόσμο, αλλά όταν βγω θα είμαι πολλές. Όταν βγω θα έχω γούνα και γαμψά χέρια και η πλάτη μου θα πονάει σαν να έχει γεννηθεί ξανά. Όταν βγω θα είμαι μια με δύο πλάσματα στην πλάτη μου, δυο φτερά που θα αδημονούν να δοκιμάσουν τη φύση τους. Όταν θα βγω από εδώ τα φτερά μου και το σώμα μου ολάκερο θα ενωθεί με την πρωτογενή του πηγή, θα φυσήξει το αγριεμένο δέρμα μου ο γαρμπής και θα γεννηθώ ξανά με τα φτερά μου που θα δαμάζουν γη και ουρανό.

Θα είμαι ο επάνω προφήτης με όλες τις γήινες γνώσεις που έχει αποθηκεύσει το συκώτι μου, και θα γεννηθώ με απλωμένα τα άκρα μου προς όλα τα πλάσματα, και τους ανοιχτούς στήμονες. Η γεύση από το αίμα και τα ξένα κελύφη που σκουπίζω κάθε μέρα όταν ξυπνάω υπομονετικά στο μικρό μου μπάνιο θα γίνει ένα στέρεο στόμα, στέρεα αυτιά για να ακούσω ξανά από την αρχή όλες τις μελωδίες αυτής της γης, τα πιο πονεμένα και λυπητερά τραγούδια και όλους τους ήχους, τους ερωτικούς, τους καψούρικους, τους γοερούς. Μέσα σε αυτούς τους ήχους θα γεννηθεί το φτερωτό πλάσμα που θα ακουμπάει σε ώμους και κλαδιά, και στις άκρες των πεζοδρομίων και στις σχάρες των υπονόμων. Είμαστε πλάσματα αυτής της ζωής και είμαστε μόνες και πολλές.

Ανήκω σε αυτούς που δεν γνώρισα ποτέ, έγραφε στους τοίχους του δωμάτιου της, όταν ήταν ακόμα στο σπίτι στην επαρχία. Θα τους γνώριζε αυτούς του κάποιους και θα άνηκε και θα γνώριζε την αγάπη και τον έρωτα και τα ξενύχτια και τα αποκαρδιώματα και τις κρύες νύχτες. Όμως, κατάλαβε ότι δεν θα άνηκε ποτέ σε κάποιους, ούτε και βέβαια κανένας θα της άνηκε ποτέ. Και αν μπορούσε τώρα θα έγραφε ξανά στους ασβεστωμένους τοίχους· με τα στιχάκια της και τα ρητά της που έχουν χαθεί για πάντα κάτω από στρώματα σοβά, χέρια και αγγίγματα άγνωστα σε αυτήν· αν μπορούσε τώρα σε αυτούς τους τοίχους θα έγραφε, ποτέ δεν θα ανήκεις πουθενά και αυτό είναι ότι καλύτερο μπορεί να σου συμβεί.
Στην πραγματικότητα πουθενά, όπου και αν πήγε, δεν μπόρεσε να νιώσει ότι οι δυνάμεις της έπιαναν τόπο, ότι έβγαιναν έξω από το σώμα της, συναντούσαν άλλους ανθρώπους, σημεία, αντικείμενα και μεταμορφώνονταν και τα δύο. Είπε πολλά συγγνώμη και πολλά ευχαριστώ και πολλά αντίο. Όταν είπε το τελευταίο αντίο στον άνθρωπο που αγάπησε πιο πολύ σε όλη της την ζωή, πήρε την απόφαση να έρθει εδώ. Μετά το τελευταίο αντίο, η φωνή της δεν έβγαινε πια από τον λαιμό της. Όλο έλεγε να πει κάτι, ένιωθε τις λέξεις να σχηματίζονται και ένα-ένα τα γράμματα πριν φτάσουν στον ουρανίσκο, εξαφανίζονταν, δεν έβγαιναν ποτέ από το στόμα της. Και όσο δεν μπορούσε να μιλήσει, τόσο ήθελε περισσότερο, και οι λέξεις και τα γράμματα όλο και συσσωρεύονταν στον λαιμό της. Ήθελε να μιλήσει, αλλά αντί να μιλάει μόνο ένας ξερόβηχας έβγαινε από το στόμα της. Τα μάτια της κοκκίνιζαν από την ένταση, αλλά ο βήχας δεν σταματούσε. Τουλάχιστον τώρα κάτι πετάγονταν από μέσα της. Οι σταγόνες από το σάλιο της ήταν η μόνη επικοινωνία που μπορούσε να έχει με τον κόσμο. Οι ήχοι που έβγαζε καταπλακώνονταν από τα παχιά στρώματα των τοίχων που την περιτριγύριζαν. Οι ήχοι έφευγαν από το στόμα της, αλλά δεν κατέληγαν πουθενά. Μόλις ξεπηδούσαν από το βρεγμένο της στόμα, διένυαν μια απόσταση μισού ή το πολύ ενός μέτρου και έπεφταν πάνω στα ντουβάρια. Έπαιρναν πάλι τον δρόμο της επιστροφής, κάποιοι μετά την πρόσκρουση, εκσφενδονίζονταν στον απέναντι τοίχο, κι έπειτα στο πάτωμα, και από το πάτωμα έπαιρναν φόρα και έφταναν το ταβάνι και μετά στο τραπεζάκι του σαλονιού, στο νύχι του ποδιού της και πάλι στον τοίχο. Εκείνη επειδή βαριόταν θανάσιμα το πινγκ-πονγκ δωματίου, άνοιγε το στόμα της και περίμενε τους ήχους να μπουν ξανά μέσα της. Άφηνε το στόμα της ανοιχτό και έμενε εκεί για ώρες μέχρι να βρουν το σωστό δρόμο και να τους νιώσει στον οισοφάγο της. Καλύτερα να ζουν στο στομάχι μου σκέφτηκε, παρά να συνεχιστεί αυτό το αιώνιο πήγαινε-έλα.

Εδώ το οξυγόνο είναι λιγοστό, για αυτό και όποιος προλάβει πρόλαβε. Οι υπόλοιποι κυλιόμαστε στους αμμόλοφους της απέραντης ερήμου εκεί που σκάει το κύμα. Σε αυτό το σημείο δίπλα στη θάλασσα ήταν η τελευταία φορά που σε είδα και που θα σε έβλεπα. Μετά θα σε έχανα, θα χανόσουν για αυτό το ταξίδι που μόνο εσύ θα μπορούσες να πάρεις λουσμένη σε έναν πολύ δικό σου ήλιο. Δεν θυμάμαι τι συγκρατώ περισσότερο, τα μάτια σου ή τους αμμόλοφους;

Σιγά σιγά άρχιζε να συνδέεται περισσότερο με τα πράγματα παρά με τους ανθρώπους. Κοιτούσε για πολλή ώρα τα αντικείμενα γύρω της, το τραπέζι, την τοποθέτηση των καρεκλών, τους διακόπτες, τα μάτια της κουζίνας, το άνοιγμα του παραθύρου. Κάθε πρωί και κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί φρόντιζε να ελέγχει δύο και τρις φορές όλες τους διακόπτες, τις πρίζες και τις αντλίες στο καζανάκι του μπάνιου. Οποιοδήποτε δείγμα υγρού ή ηλεκτρικού φορτίου κυλούσε στον χώρο χωρίς κάποιον αποδέκτη, χωρίς κάποια χρησιμότητα ήταν ένα πιθανό προμήνυμα κακού. Πολλές φορές ξυπνούσε μέσα στον ύπνο της, γιατί άκουγε τις σταγόνες από το καζανάκι της τουαλέτας, ξυπνούσε στη μέση της νύχτας και με σβηστά φώτα σκουντουφλούσε μέχρι τη βρύση για να δει αν την είχε αφήσει ανοιχτή. Φοβόταν πως έστω και μια μικρή απόκλιση της αντλίας από το κανονικό θα μπορούσε να την βρει με το νερό έως τον λαιμό καθώς κοιμόταν, ενώ τα καλώδια που βρίσκονταν στις πρίζες θα μπορούσαν να προκαλέσουν πυρκαγιά. Αλλά τη μεγαλύτερη μανία την είχε με το ρούτερ του ίντερνετ, αυτή τη λευκή συσκευή που της έκλεινε το μάτι γεμίζοντας με πράσινα φώτα το νευρικό της σύστημα. Αυτό το φοβόταν πιο πολύ από όλα και μετά από αρκετές μέρες διαμονής της στο υπόγειο είχε αρχίσει να έχει βάσιμες υποψίες ότι ήταν το ρούτερ και τα πράσινα φώτα του που αντανακλούσαν μέσα στο σώμα της και της έκλεβαν τις δυνάμεις. Ένιωθε τα πράσινα φώτα να αναβοσβήνουν και να διαπερνάνε το σώμα της, να αναμειγνύονται με τα μόρια τής και να παίζουν παιχνίδια κάνοντας τσουλήθρα στους νευρώνες της. Είχε αρχίσει να πιστεύει ότι ήταν ο λόγος που είχε χάσει την ικανότητά της να μιλάει και που όλοι οι ήχοι που έβγαιναν από το στόμα της δεν έφταναν ποτέ σε αυτί, αλλά στα παχιά στρώματα του τοίχου.
Ο κόσμος άρχιζε να φαίνεται ολοένα και πιο ασήκωτος. Το χώμα που συσσωρεύεται στο έδαφος από πάνω μου απόκτα όλο και πιο πολλά στρώματα. Και είναι μέρες που δεν βγαίνει ούτε μιλιά από το στόμα μου, και είναι μέρες που ούτε καν προσποιούμαι ότι μπορώ ή ότι θέλω να απαντήσω σε ένα γεια, ένα σχόλιο για τον καιρό, ένα καλημέρα. Είναι μέρες που απλά μιλάω με νεύματα και άλλες που δεν βλέπω κανένα πιθανό πρόσωπο για να νεύσω. Και αυτό δεν είναι κάτι που με ενοχλεί πια. Μου αρέσει να μην μιλάω, μου αρέσει να σκέφτομαι για όλα αυτά τα σημαντικά, μου αρέσει να κοιτάω για ώρες τον ουρανό και να κινούμαι με την φορά του, μου αρέσει να διαβάζω τις λέξεις άλλων που και αυτοί είχαν χάσει την μιλιά τους σε έναν άλλο κόσμο, σε έναν άλλον χρόνο ίδιο με τον δικό μας. Άραγε ποιο είναι αυτό το «μας»· όταν σταματήσεις να μιλάς, χάνεις την αίσθηση του «μας», ή πρώτα χάνεται η αίσθηση του «μας» και μετά σταματάς να μιλάς. Αυτό είναι κάτι που ακόμα δεν έχω καταλάβει. Όπως και να ‘χει, πάντα υπάρχει αυτό το «μας», είναι ακλόνητη προϋπόθεση για να μπορούμε να υπάρχουμε, ακόμα και αν το άλλο δεν μας είναι ορατό εκείνη τη δεδομένη στιγμή, υπάρχει και μας καθορίζει περισσότερο από ό,τι πιστεύουμε. Η ανακάλυψη ενός νέου γαλαξία δεν είναι απλά ένα γεγονός που συμπληρώνει την ύπαρξή μας, ο κόσμος αγνοεί τον δικό μας δομισμό. Η ανακάλυψη ενός νέου γαλαξία είναι η ανακάλυψη μιας συνύπαρξης που αγνοούσαμε. Μια ανακάλυψη είναι πολύ λιγότερο μια διαδικασία διαστολής και πολύ περισσότερο μια κατάσταση εσωτερικής κατοίκησης.
Στα χαμηλά υψόμετρα οι ήχοι και το φως φτάνουν με δυσκολία. Σε ακούω να μου μιλάς από την άλλη πλευρά. Οι λέξεις είναι ακατάληπτες ή τα αυτιά μου αρνούνται να κωδικοποιήσουν τις σημάνσεις, τους αρέσει μόνο να τραντάζονται μέσα στα κύματα των χαμηλών δονήσεων. Δεν τα παρατάς, συνεχίζεις να μου στέλνεις τους ήχους και τα αυτιά μου μεγαλώνουν για να μπορέσουν να ρουφήξουν κάθε ενδεχόμενο δόνησης. Εδώ κάτω τα αυτιά μεγαλώνουν πιο γρήγορα, παραμένουν στρογγυλά και επεκτείνονται προς το ταβάνι. Έχουν πλέον ξεπεράσει τις διαστάσεις του προσώπου μου, με το στόμα μου όπως είναι ανοιχτό και ακίνητο. Ξέρω πως ανταλλάσσεις κάθε μέρα λίγο από το δέρμα σου για λέξεις. Όταν έρχονται στο στόμα σου, τις φωνάζεις όσο πιο δυνατά μπορείς, και οι δονήσεις φτάνουν στο δικό μου δέρμα που αποκτά νέα στρώματα, διεσταλμένους πόρους και μαύρες τρίχες που ξεπηδούν από δω και από κει. Μένω ακίνητο, οι ωμοπλάτες μου ανοίγουν, ο θώρακας μου γίνεται ίσιος ακριβώς όπως ο δικός σου όταν έχεις εκπνεύσει από μέσα όλους τους ήχους του κόσμου. Μιλάς από το πιο ψηλό σημείο, ακούω από τα παλιά σου βάθη, στο δωμάτιο είναι ακόμα απόγευμα Τρίτης.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: