ΣΤΑΦΥΛΙ ΑΝΤΙΔΟΤΟ
Κάτω απ’ τον ήλιο βρέθηκα δαγκώνοντας το μήλο
Τ’ αμπελομάντιλα μετά τον τρύγο
στρώνουν κρεβάτι ανάμεσα σ’ αράδες
Πλάι μου τον φωνάζω να ξαπλώσει
Για το σταφύλι δεν είχε βγει διαταγή
Στο στόμα του δίνω ρόγα
μούστο απ’ το λαγήνι ― να ξεχνά
κι ύστερα πάλι ρόγα
Δυο κέρατα πάντα παραφυλούν
σέρνονται στην κοιλιά, πλησιάζουν
Είναι στη φύση της οχιάς
να μην αντέχει την αγάπη
Ύπουλα αφήνει φαρμάκι στο τσαμπί
Αν κάποτε μας έδειξε την έξοδο
σήμερα επανορθώνει άθελά της
* «Στο χώμα το στρωμένο με τ’ αμπελομάντιλα»: Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική | Οδυσσέας Ελύτης (Το Άξιον Εστί, Ίκαρος 1959)
ΟΡΙΓΚΑΜΙ
Ένα χαρτί μόνο θα χρειαστεί
Ρόλο δεν παίζει το χρώμα, η ποιότητα
Το φέρνω στα μέτρα μου προτού
αρχίσω να διπλώνω
Όλη την τέχνη βάζω στα τσακίσματα
λέξεις ανάλαφρες σκαλίζω για κατάρτι
(Έτοιμο είναι από καιρό χωρίς να το γνωρίζει
Εγώ απλώς υψώνω το πανί)
Στο ρέμα αφήνω καραβάκι ορμητικό
Πάπιες, βατράχια, γερανοί, χορεύουν με κλαδιά
Το ακολουθώ ως την επόμενη στροφή
Γερό σκαρί προσεύχομαι να έφτιαξα
στον χρόνο, μην βουλιάξει