Δεκανίκια είναι, του έλεγε αυτός με τα μυτερά αυτιά. Ό,τι δεν έχεις, ό,τι δεν μπορείς το μετατρέπεις σε κόλπα και πόζες.
Το κοινό μας έρχεται για να διασκεδάσει, απαντούσε αυτός με τα μάτια το ένα μακριά από το άλλο, οι πωλήτριες, οι υπάλληλοι, οι οδηγοί, οι κομμώτριες, οι εργάτες ψάχνουν κάτι όμορφο, εντυπωσιακό.
Γύμνια. Εγώ εκεί στηρίζομαι. Η γύμνια είναι ελευθερία. Εσύ τους δίνεις ένα κάλυμμα, μια κουβέρτα να κρυφτούν από κάτω.
Θέλουν να γελάσουν, περιμένουν το κουνέλι μέσα από το καπέλο, χαίρονται. Εσύ τι προσφέρεις;
Ελευθερία για να εξελιχθούν.
Και δεν φοβάσαι;
Ανέβαιναν οι δυο τους στη σκηνή, την είχαν χωρίσει στα δυο, αυτός με τα αυτιά είχε σαν μοναδικό σκηνικό ένα τεράστιο κλουβί, έμπαινε, έκλεινε την πόρτα, γδυνόταν, έβγαινε, σκαρφάλωνε στο πάνω μέρος, πηδούσε, περπατούσε με τα τέσσερα, ξαναντύνονταν, τραγουδούσε, έμενε ακίνητος. Ο άλλος στολισμένος με παρδαλά ρούχα, μπαστούνι, καπέλο, να λέει αστεία, ανέκδοτα, να χορεύει, να σκοντάφτει, να πέφτει, να τραγουδάει. Σκηνικό με γιρλάντες και φανταχτερά βελούδα. Και όλα αυτά οι δυο τους ταυτόχρονα.
Το κοινό παρακολουθούσε, χειροκροτούσε, τους φώναζε τι να κάνουν, και έρχονταν όλο και περισσότεροι, όλο και πιο απαιτητικοί. Και οι δυο καλλιτέχνες εκτελούσαν με πάθος ο καθένας το ρεπερτόριό του. Ο ένας άρχισε πια να ντύνεται με κουρέλια, να καλύπτει και το κλουβί με κουρέλια, ελάτε στο κουρελόσπιτό μου, έλεγε στο κοινό, και οι πιο τολμηροί άρχισαν σιγά σιγά να ανεβαίνουν στη σκηνή, ενώ ο άλλος άρχισε όλο και πιο συχνά να κάνει τον μεθυσμένο και να πέφτει κατά λάθος πάνω τους. Όταν όμως μια μέρα ένας γιγαντόσωμος νεαρός ανέβηκε στη σκηνή με ένα μπουκάλι κρασί και έπινε και το έδινε και σε άλλους, και άρχισαν μετά σπρωξιές και βρισιές, αυτός με τα μάτια το ένα μακριά από το άλλο δεν ήξερε πια τι να κάνει. Τον μεθυσμένο ανάμεσα σε μεθυσμένους; Στριγκοί ήχοι βγήκαν από το λαρύγγι του, μάζεψε τις γιρλάντες του, τα βελούδα του, και έφυγε. Το επόμενο βράδυ μετά το τέλος της παράστασης, πάνω στη σκηνή υπήρχαν μόνο κουρέλια και αίματα.
Επί σκηνής