Ριγιούνιον στο καμαρίνι

Ριγιούνιον στο καμαρίνι

«Ευχαριστούμε πολύ, καληνύχτα!!» είπε, και το κοινό ξέσπασε σε χειροκρότημα, κι εγω μαζί. Μ’ έπιασε μια συγκίνηση. Η μπάντα ήταν πραγματικά υπέροχη. Καμία σχέση με το πώς τη  θυμόμουν. Ένιωσα περήφανη.
Σύντομα, τα μοβ φώτα έπεφταν πάνω σε ένα άδειο στέιτζ, και γω δεν μπόρεσα να αντισταθώ στον πειρασμό να ανέβω στον πάνω όροφο, στα καμαρίνια.
«Στέλλα!!» έκαναν ο Κωστής, ο Γιώργος και ο Άλεξ μόλις με είδαν να στέκομαι κάτω απ’ το κατώφλι της πόρτας. Ο σαξοφωνίστας με κοίταξε αμήχανα. Ο Λιάκος μου έγνεψε από μακριά με χαμόγελο.
«Γεια σας παιδιάαα», χαιρέτησα.
Τους αγκάλιασα έναν-έναν, τον Κωστή, Γιώργο, και τον Άλεξ πιο τυπικά, τον Λιάκο πιο σφιχτά. Με τον σαξοφωνίστα κάναμε χειραψία. Δημήτρης, μου είπε. Αφού τελειώσαμε τις χαιρετούρες, γύρισα στον Γιώργο.
«Γιώργο, τρομερά φιλς», είπα, «δηλαδή ουάου. Και ζαχαρένιο χάι-χατ».
«Ευχαριστώ, ευχαριστώ».
«Άλεξ, τι γκρουβάρα είναι αυτή;»
Μιμήθηκα τους λικνισμούς του και την έκφρασή του όταν έπαιζε μπάσο. Χαμογέλασε πλατιά και ένευσε.
«Κωστή, καλά, απίστευτα χρώματα. Παίζει να μην άκουσα μια καθαρή μινόρε όλο το βράδυ!»
«Χαχαχα, ναι, ναι», είπε, στρίβοντας τσιγάρο. «Είναι η τζαζ, βλέπεις…»
Ύστερα γύρισα στον σαξοφωνίστα.
«Φοβάμαι πως πρέπει να παραδεχτώ πως είσαι κάτι παραπάνω από άξιος διάδοχός μου, Δημήτρη. Σου υποκλίνομαι», και σήκωσα τις άκρες του φανταστικού μου φορέματος.
Ντράπηκε και οριακά χαμογέλασε. Ήταν μικρούλης, μονάχα δεκαεννιά, ίσως για αυτό να κόμπλαρε.
«Πώς τα περνάς ρε στην Ολλανδία;», ρώτησε ο Κωστής.
Καθίσαμε και τα είπαμε για πέντε-δέκα λεπτάκια, όσο μάζευαν καλώδια, βάζανε όργανα σε θήκες και έστριβαν τσιγάρα. Είχα να μιλήσω με τα τέσσερα πέμπτα της μπάντας μήνες, παίζει και πάνω από χρόνο. Δεν ήμουν ποτέ ιδιαίτερα κοντά με τον Άλεξ και τον Γιώργο, τον Δημήτρη πρώτη φορά τον έβλεπα από κοντά, και με τον Κωστή είχαμε χάσει επαφή με τα χρόνια.
Ο Λιάκος φαινόταν κουρασμένος. Καθόταν στον δερμάτινο καναπέ και κάθε τόσο έπινε νερό από ένα πλαστικό μπουκαλάκι. Δεν έλεγε πολλά, που δεν το συνήθιζε. Είπα να μην τον ρωτήσω τι παίζει μπροστά στους άλλους.
Ένας-ένας, τα παιδιά της μπάντας αποχώρησαν, άλλος πήγαινε στη γκόμενα, άλλος σε φίλους, άλλος σπίτι.
«Ας ελπίσουμε ότι θα παίξουμε έτσι το επόμενο σουκού στο Moonshine», είπε ο Κωστής και έκλεισε την πόρτα πίσω του, αφήνοντας εμένα και τον Λιάκο μόνους στο καμαρίνι.
Κάθησα δίπλα του στον καναπέ.
«Για λέγε», είπα.
«Ε…», έκανε.
Ύψωσα το ένα φρύδι. Είχα μια ιδέα για το τι μπορεί να έλεγε.
«Δεν ήρθε ούτε σ’ αυτό―»
«Έλα, ρε μαλάκα!»
Χαμογέλασε με πίκρα και χαμήλωσε το βλέμμα.
«Αυτό ήταν το εικοστό μας λάιβ», είπε. «Είκοσι λάιβ στα οποία δεν έχει έρθει…»
«Ξεκόλλα, ρε Λιάκο. Δεν το πιστεύω ότι ασχολείσαι ακόμη με αυτό το πράγμα.»
Σήκωσε τα χέρια του σαν να απολογούνταν.
«Είμαι μαλάκας», είπε.
«Δεν είσαι μαλάκας, αλλά στη συγκεκριμμένη περίπτωση φέρεσαι βλακωδώς.»
Και φερόταν βλακωδώς όντως. Γιατί δεν μπορούσε ―δεν του περνούσε απ’ το μυαλό― να αρκεστεί στα τόσα πράγματα που πήγαιναν καλά στη ζωή του; Που δεν ήταν και λίγα ή ασήμαντα. Γιατί δεν μπορούσε να νιώσει άνετα με το να μείνει σε ένα σημείο, σχετικά ακίνητος, για λίγο; Πώς του ήταν τόσο δύσκολο;
«Γύρω στο πέμπτο λάιβ, κατάλαβα πως όλα αυτά τα κάνω για ‘κείνη. Χωρίς εκείνη, ποιό ειν’ το νόημα;»
«Είσαι άπληστος και τα θες όλα. Δεν μπορούμε να τα έχουμε πάντα όλα.»
«Δεν το πιάνεις. Εκείνη είναι όλα. Όλα τα άλλα είναι σάιντ-κουέστς.»
Ξεφύσηξα.
«Και πρέπει να είναι η Ελπίδα;»
«Όχι.»
Το ότι απάντησε απευθείας με αιφνιδίασε περισσότερο απ’ την ίδια την απάντηση.
«Όχι», επανέλαβε, «δεν πρέπει να είναι η Ελπίδα. Αρκεί να είναι εκείνη.» Έκανε μια αόριστη χειρονομία, κοιτώντας πάντα κάτω. «Αρκεί να νιώσω και πάλι όπως ένιωσα τότε που είχε ρίξει τα πόδια της πάνω στα δικά μου και κοιμόταν δίπλα μου στο λεωφορείο. Η Ελπίδα έχει γίνει πια μια ιδέα. Δεν είναι ακριβώς αληθινή.»
«Λατρεύεις να βασανίζεις τον εαυτό σου.»
«Ναι ε, μις δεν-χρειάστηκε-ποτέ-να-σκεφτώ-την-πιθανότητα-να-είμαι-σινγκλ;»
«Ναι, μίστερ θα-γράψω-δώδεκα-κομμάτια-για-την-ίδια-γκόμενα-αλλά-δεν-θα-κατεβάσω-ποτέ-τίντερ.»
Έγινε μια σιωπή. Ύστερα βάλαμε κι οι δυο τα γέλια.
Με κοίταξε στα μάτια.
«Ξέρω πως κάνω σα παιδάκι», είπε.
«Ελπίζω να το ξέρεις όντως», τον πείραξα.
«Πάμε να κοιμηθούμε μαζί απόψε. Όπως παλιά.»
«Δεν μπορώ.»
«Ξέρω.»
«Ο Μάικι είναι κάτω, θα κοιμηθώ σ’ αυτόν.»
«Ξέρω», επανέλαβε απαθώς. «Πάει, τέλειωσε αυτό, ε;», ρώτησε μετά από λίγο.
«Το να κοιμόμαστε μαζί;»
«Ναι.»
«Ε, κοίτα, τα πράγματα με τον Μάικι έχουν γίνει λίγο σοβαρά, οπότε…»
Μείναμε για λίγο να κοιτάμε τον χώρο.
«Αλλά ίσως μπορούμε να το κάνουμε μια στο τόσο», είπα τελικά.
«Τα Χριστούγεννα!», αστειεύτηκε.
«Τα Χριστούγεννα». Χαμογέλασα. «Μου έλειψε.»
«Και μένα. Και τι περίεργο πράγμα, ε; Να κοιμάσαι με την πρώην σου χωρίς
να κάνετε τίποτα.»
«Δεν μπορώ που με λες πρώην σου…»
«Δυο βδομάδες είναι δυο βδομάδες», είπε με χαμογελαστά μάτια.Ήσουν μια ρουκέτα που πέρασες μέσα απ’ τη ζωή μου, μου είχε πει κάποτε.
«Τι εποχές…»
«Ξέρεις, σκεφτόμουν τι μπορεί να σήμαινε. Που κοιμόμασταν μαζί.»
«Ε, είχε να κάνει με τη συντροφικότητα, όχι; Με την αγάπη. Δεν ξέρω αν σήμαινε κάτι.»
«Ναι, αλλά υπήρχε και μια δάσταση συμφωνίας ή αναγνώρισης στη φάση. Που την επέτρεψε εξαρχής, ενδεχομένως.»
«Συμφωνίας σε τι; Αναγνώρισης τίνος;»
«Δεν ξέρω… Ήμασταν ―είμαστε― τρόπον τινά αδελφές ψυχές. Υπήρχε μια
αναγνώριση αυτού. Ίσως δεν θα μπορούσαμε να ήμασταν ποτέ εραστές, αλλά δεν ήμασταν απλά φίλοι.»
«Οκέι, το πιάνω.»
«Ή ίσως έτσι το βίωσα εγώ.»
«Πρέπει να κάτσω να το σκεφτώ πριν σου απαντήσω... αλλά σίγουρα δεν το βίωσες μόνο εσύ. Όλοι θέλουμε να νιώθουμε πως μας προσέχουν ― και με τις δύο έννοιες».
«Ναι.»
Κάθησε λίγο σιωπηλός. Πήρε το μπουκαλάκι απ’ το τραπεζάκι μπροστά του και ήπιε μια γουλιά νερό.
«Η αναμονή με σκοτώνει, ρε Στέλλα.»
Τον κοίταξα θλιμμένα.
«Ή ίσως είναι ο καιρός», είπε.
«Ο καιρός;»
«Weather dissociative disorder, κάτι τέτοιο. Το άκουσα σε ένα πόντκαστ.»
«Αυτό θα εξηγούσε πολλά. Πάνε να σε τσεκάρουν, μήπως το έχεις.»
Γέλασε.
«Αναρωτιέμαι αν σου δίνουν αντικαθαλιπτικά για αυτό», είπε.
«Όχι, σε βάζουν να κάνεις το carnivore diet!»
Ξεσπάσαμε σε γέλια.
«Καλό», είπε, «πολύ καλό.»
«Πάμε κάτω, να γνωρίσεις και τον Μάικι; Ανυπομονούσα καιρό να αράξουμε οι τρεις μας.»
«Πάμε, πάμε.»
Σηκωθήκαμε από τον καναπέ και πήγαμε προς την πόρτα. Πάτησε τον διακόπτη στον τοίχο και έσβησε το φως. Το δωμάτιο βυθίστηκε στο σκοτάδι.
Με αγκάλιασε.
«Ευχαριστώ, ρουκέτα μου.»
«Τίποτα, αγάπη.»
Σπάσαμε, ανοίξαμε την πόρτα και βγήκαμε απ’ το καμαρίνι.


ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: