Είναι νύχτα ή μήπως ξημέρωμα; Δεν ξέρω. Ξέρω μονάχα πως κάτω από το παράθυρο είναι οι πικροδάφνες και πιο εκεί το φεγγάρι διαλύεται στη θάλασσα. Το πέτρινο σπίτι, σώμα που με φιλοξενεί. Ο αέρας σφυρίζει ανάσες από τα παλιά. Τα τζιτζίκια κεντάνε τον χρόνο και τον ξηλώνουν αμέσως, χωρίς ν’ αφήνουν ίχνη. Στην αυλή, μια γάτα πανάρχαιη ακούει τη σκέψη μου, ενώ μια άλλη ξαπλώνει ανάσκελα.
Διαλέγω ένα ροδάκινο, γίνομαι κάμπια και μπαίνω. Μέσα εκεί συναντάω το παιδί με τα γδαρμένα γόνατα. Ρουφάω τον χυμό. Ύστερα, αναζωογονημένη, βγάζω φτερά σαν προνύμφη, πετάω μέχρι το πιο ψηλό κυπαρίσσι και οι κεραίες μου αφουγκράζονται σκηνές από τα θέατρα του κόσμου. Χθες, για παράδειγμα, άκουγα τον Άμλετ να βάζει διλήμματα κι εγώ σε κόντρα ρόλο Οφηλίας δήλωνα πως θα ζήσω.
Όταν κατηφορίζω προς τη θάλασσα, ένας φουσκωτός μονόκερος δεμένος στην ακτή, υπόσχεται διαδρομές αβάσταχτης ελαφρότητας. Του γυρνάω την πλάτη. Δεν μου αρέσουν τα σωσίβια. Παίρνω βαθιά ανάσα και κολυμπάω μέχρι την άκρη του κόλπου και πάλι πίσω. Το νερό σαν αμνιακό υγρό. Λιώνω, εξατμίζομαι κι ανάλαφρη ανηφορίζω προς το λευκό ξωκλήσι.
Τα κεριά είναι σβησμένα και οι τοιχογραφίες γεμάτες χαρακιές. Φιλάω φωτοστέφανα, μάτια και χέρια, ψάχνω βάλσαμο για τις πληγές. Τότε τα κεριά ανάβουν ντροπαλά. Το ίδιο συμβαίνει και μ’ αυτά τα όνειρα, που ανάβουν αθόρυβα στον ύπνο και στον ξύπνιο μου. Τελικά τα βλέπω, ή με βλέπουν;