στην Ελένη
και
στην Έλλη
Η Έλσα μού λέει πολλές φορές να πάμε στη Σκωτία, να μείνουμε για λίγες μέρες στη φίλη μας την Ελπίδα που ζει στο Εδιμβούργο κι έχουμε πολύ καιρό να τη δούμε. Μα εγώ τα τελευταία χρόνια αποφεύγω να μπαίνω σε αεροπλάνα. Φοβάμαι τα ύψη, όπως φοβάμαι και τις βουτιές στη θάλασσα, τις κατσαρίδες και τα μεγάλα σκυλιά, τις δυνατές φωνές και τη φωτιά. Η Έλσα πάντως επιμένει πως πρέπει κάποια στιγμή να πάμε στη Σκωτία, όχι μόνο για να ξεπεράσω τους φόβους μου για τα αεροπλάνα, αλλά και γιατί η Ελπίδα μάς περιμένει τόσο καιρό. Και η αλήθεια είναι πως πολλές φορές στο τηλέφωνο παραπονιέται πως μόνο αν έρθει εκείνη στην Ελλάδα βρισκόμαστε, πως εμείς δεν κάνουμε τίποτε ― δεν ξεκουνιέστε, έτσι μας λέει. Και έχει δίκιο.
Το αποφάσισα. Σήμερα θα πάρω τηλέφωνο την Έλσα και θα της πω να βγάλει εισιτήρια. Πρέπει επιτέλους να δούμε την Ελπίδα. Θα της το πω και θα παραξενευτεί με μια τόσο ξαφνική απόφαση. Έτσι όμως αλλάζουν πολλές φορές τα πράγματα. Ακαριαία. Έτσι, άλλωστε, άλλαξε και η ζωή των τριών μας πολλά χρόνια πριν, όταν πέθανε ο Φίλιππος, με την καταραμένη μηχανή που τον είχε αφήσει φυτό για τρεις μήνες και έκανε τη μάνα του να τρελαθεί και να παραμένει τρελή για πάντα. Τρελή μέχρι πριν δύο χρόνια, που πέθανε κι εκείνη αφήνοντας πίσω της χρέη, ένα σπίτι γεμάτο άδεια μπουκάλια κι ένα παλιό πιάνο, ξεκούρδιστο και κατεστραμμένο από την υγρασία. Πέθανε μαραμένη από τον πόνο αυτή η όμορφη γυναίκα, η Μαρία Φιλίποβνα ― Φίλιππο έλεγαν και τον πατέρα της, όπως τον γιο της, κι ο Φίλιππος μας είχε μάθει πως δεν πρέπει να τη λέμε κυρία Μαρία, αλλά με τον ρώσικο τρόπο, που είναι ευγενής και δίνει βάρος στην καταγωγή.
Ήταν μοναχοπαίδι ο Φίλιππος. Είχε έρθει με τη μάνα του από τη Μόσχα το 1991, όταν ήταν οκτώ χρονών. Εκείνη ήταν από τις καλύτερες πιανίστριες, αλλά στην Ελλάδα για πολύ καιρό έπλενε σκάλες. Ύστερα άρχισε να παραδίδει μαθήματα μουσικής και μάλιστα μπόρεσε κάποια στιγμή, μετά από κάμποσα χρόνια, να αγοράσει ένα παμπάλαιο μεταχειρισμένο πιάνο και να το επισκευάσει μόνη της. Η Μαρία Φιλίποβνα ήθελε να μάθει στον γιο της μουσική, αλλά εκείνος είχε πάντα το μυαλό του στις μηχανές, στην ταχύτητα, στον κίνδυνο. Στα δεκάξι του παράτησε το σχολείο, παρόλο που είχε μια εντυπωσιακή κλίση προς τα μαθηματικά, και έβγαζε πολλά χρήματα με παράνομες κόντρες, νυχτερινές, στην παραλιακή. Δεν το έλεγε στη μάνα του στην αρχή, της έλεγε πως δούλευε σε μια ταβέρνα και του έδιναν καλά φιλοδωρήματα. Ύστερα εκείνη το κατάλαβε, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτε για να τον σταματήσει. Κι αυτός συνέχισε να ζει έτσι, για χρόνια, με τις τσέπες του γεμάτες από τα χρήματα που του χάριζε αυτό το παράξενο παιχνίδι με τον θάνατο.
Ο Φίλιππος ήταν ο καλύτερος οδηγός. Σαν να είχε γεννηθεί για τις στροφές και τις απόκρημνες διαδρομές. Είχε αστραπιαία αντίληψη και γρήγορα αντανακλαστικά. Και όταν οδηγούσε ήταν όμορφος, σαν εκείνα τα αγριοπούλια με τα περήφανα φτερά, τα γεράκια, τα κιρκινέζια και τους αητούς. Μας ανέβαζε στη μηχανή του, άλλοτε εμένα, άλλοτε την Έλσα κι άλλοτε την Ελπίδα, και βλέπαμε τις ρόδες να καταπίνουν αστραπιαία τα χιλιόμετρα μέχρι που φτάναμε στο Σούνιο. Συνήθως μας πήγαινε εκεί νύχτα. Καθόμασταν και κοιτάζαμε τα αστέρια και καπνίζαμε μέχρι το πρωί και κάναμε έρωτα μαζί του πάνω στην άμμο χωρίς να μιλάμε πολύ. Γυρίζαμε ύστερα στο σπίτι και δεν θέλαμε να ξεκολλήσει η άμμος από πάνω μας, γιατί σίγουρα θα είχε κρατήσει στους κόκκους της κάτι από τον Φίλιππο. Αυτά τα είπαμε η μία στην άλλη αφού πέθανε. Και παραξενευτήκαμε που κάναμε όλες ακριβώς το ίδιο πράγμα, αφήναμε πάνω μας την άμμο κολλημένη για μέρες και κάπως σαν να ονειρευόμασταν πως ο Φίλιππος ήταν πάντα εκεί και πως ήμασταν εμείς οι μόνες του αγαπημένες. Φυσικά το γνωρίζαμε πως ο Φίλιππος έκανε έρωτα και με τις τρεις μας, αλλά ήταν ένα κοινό μυστικό που δεν το συζητούσαμε. Δεν είναι εύκολο να εξηγήσω πώς όλη αυτή η παράδοξη κατάσταση που ζούσαμε δεν κατέστρεψε τη φιλία μας. Αντιθέτως. Μας έκανε να είμαστε πιο δεμένες, καθώς μέσα στα μάτια μας άστραφτε ο ίδιος πόθος, η ίδια τρελή λαχτάρα να μας αγγίζει ο Φίλιππος, να μας κάνει να πετάμε, καθώς η μηχανή έτρεχε κι εμείς δεχόμασταν τις ριπές του παγωμένου ανέμου και τις κάφτρες από το τσιγάρο του στο πρόσωπο μας.
Τον Φίλιππο τον είχαμε γνωρίσει σε μια παρέα όταν ήμασταν και οι τρεις στο πρώτο έτος του πανεπιστημίου. Εκείνος ήταν έναν χρόνο μεγαλύτερος. Τρομερά έξυπνος, με ένα χιούμορ αφοπλιστικό και με το πιο όμορφο πρόσωπο του κόσμου. Όλα τα κορίτσια ήταν ερωτευμένα μαζί του, αλλά εκείνος διάλεξε μόνο εμάς τις τρεις και μας αγάπησε όλες το ίδιο. Εξάλλου, δεν θα γινόταν να διαλέξει μόνο μία, γιατί τότε εμείς οι τρεις ήμασταν σαν μία. Η Ελπίδα είχε έρθει από την Κύπρο για σπουδές, είχε χάσει τη μάνα της τρία χρόνια νωρίτερα και ακόμη δεν είχε συνέλθει, γι’ αυτό και έμοιαζε πάντα κάπως σκεπτική, σαν χαμένη μέσα σε έναν ανεξιχνίαστο λαβύρινθο. Εγώ Αθηναία και δεν ξέρω καθόλου πώς με έβλεπαν οι άλλοι και αν καταλάβαιναν πως είχα περάσει εκείνη την ασύλληπτη φάση. Τη φάση με τη νοσηλεία και τα υπόλοιπα. Η Έλσα ήταν από τη Θεσσαλονίκη ― ανάμεσά μας η φωνή της λογικής. Της λογικής που χάσαμε εντελώς όταν γνωρίσαμε τον Φίλιππο.
Εμείς οι τρεις δέσαμε αμέσως μεταξύ μας. Από την πρώτη μέρα στο αμφιθέατρο, κοιταχτήκαμε και καταλάβαμε. Το πρώτο βλέμμα μας ήταν μια υπόσχεση που δεν θα μπορούσε με κανέναν τρόπο να παραβιαστεί. Τότε ακριβώς, εκείνη τη βροχερή μέρα του Οκτώβρη στο μεγάλο αμφιθέατρο της Φιλοσοφικής, στο πρώτο μάθημα Βυζαντινής Φιλολογίας, κατάλαβα πως ο χρόνος λειτουργεί με έναν εντελώς δικό του τρόπο. Κάποτε αρκεί μια στιγμή για να βιώσεις τη δύναμη της αιωνιότητας, αρκεί ένα δευτερόλεπτο για να ενωθείς για πάντα με κάποιον. Είχα κάτσει ανάμεσα στην Ελπίδα και στην Έλσα, τα δύο Ελ- της ζωής μου, όπως λέω πάντα, και ένιωσα το νήμα να τυλίγεται γύρω μας λίγο λίγο, σιωπηλά ― ένα άτμητο νήμα, αόρατο, σαν φτιαγμένο από φως.
Από τη στιγμή που γνωρίσαμε τον Φίλιππο, όμως, αυτή η αίσθηση της μοιραίας φιλίας έγινε ακόμη πιο ξεκάθαρη μέσα μας. Οι τρεις μας είχαμε πια ένα αλλόκοτο μυστικό που έπρεπε οπωσδήποτε να μείνει μυστικό. Σε ποιον να λέγαμε πως τρεις κολλητές έκαναν έρωτα με το ίδιο αγόρι και πως το ήξεραν εξαρχής και οι τρεις και πως το ήξερε κι εκείνος; Μπορεί να σκέφτονταν ―σίγουρα θα σκέφτονταν― πως ήμασταν άτομα χωρίς φραγμούς. Μα εμείς, στην αρχή τουλάχιστον, νιώθαμε πως όλο αυτό δεν είχε τίποτε το κακό, αντιθέτως, λες και το μοίρασμα του ίδιου σώματος, του δικού του σώματος, έκανε τη φιλία μας άτρωτη. Κι ας υπήρχαν στιγμές στη συνέχεια που μας συνέπαιρνε όλο και περισσότερο ένα αγωνιώδες καρδιοχτύπι, πως κάπου παράξενα θα μας οδηγούσε μια τέτοια παλαβή ασυδοσία.
Ήταν ένα μυστήριο ο Φίλιππος έτσι όπως μας είχε γητεύσει και τις τρεις και μας είχε κάνει να του παραδινόμαστε χωρίς όρια και αναστολές. Και νομίζω πως ποτέ ξανά δεν δοθήκαμε σε άλλον άντρα με τον ίδιο τρόπο. Γι’ αυτό και πολλές φορές σκέφτομαι ακόμη ―και νομίζω πως και η Έλσα και η Ελπίδα το σκέφτονται όταν θυμούνται τον Φίλιππο― πως υπάρχουν πολλοί δρόμοι για την ευτυχία, ούτε ένας, ούτε δύο, αλλά χιλιάδες, άλλοι μέσα από τα μπερδεμένα πέπλα των παθών κι άλλοι απλοί και αιθέριοι, αλλά όλοι δρόμοι πάναγνοι, όλοι σύμφωνοι με το τρομερό όσο και αδύναμο γένος των ανθρώπων.
Το βράδυ εκείνο που έγινε το ατύχημα, ο Φίλιππος μου είχε ζητήσει να πάμε μαζί στο Σούνιο, αλλά εγώ δεν προλάβαινα, δε θυμάμαι γιατί. Κι αν δεν μπορούσες ακριβώς εκείνη τη στιγμή, ο Φίλιππος δεν σου έδινε εναλλακτικές, έφευγε μόνος ή ποιος ξέρει με ποια άλλη παρέα. Κι εσύ έμενες πίσω να σε τρώει η στεναχώρια που δεν ήσουν μαζί του. Ύστερα έμαθα πως είχε τηλεφωνήσει και στην Ελπίδα κι εκείνη είχε πει ναι, έρχομαι τώρα. Αλλά όταν συναντήθηκαν μάλωσαν πολύ για κάτι που η Ελπίδα δεν μας αποκάλυψε ποτέ κι έτσι εκείνος έβαλε μπροστά τη μηχανή κι έφυγε μόνος. Κι έπειτα έγινε ό,τι έγινε. Όσο για την Έλσα, εκείνες τις μέρες δεν μιλούσε καθόλου με τον Φίλιππο, προσπαθούσε να ξεκόψει, όπως έλεγε, γιατί αναμφίβολα ήταν αυτός για εμάς ένα ναρκωτικό, μια συνήθεια που πολεμούσε κάθε ηθική και κάθε όριο της διαμορφωμένης μας συνείδησης ― έτσι επαναλάμβανε πια η Έλσα προσπαθώντας να μας πείσει και να πείσει κατά βάθος και τον εαυτό της. Μα ήταν μάταιο να προσπαθεί. Γιατί όσες φορές είχαμε δοκιμάσει ν’ απομακρυνθούμε από εκείνον, να κάνουμε μια σχέση με κάποιον άλλο άντρα, πάντα το μυαλό μας, με τρόπο εμμονικό, επέστρεφε εκεί, στο σώμα του, και στο τέλος μάς έκαμπτε η επιθυμία, ένας σκοτεινός πόθος, και πηγαίναμε να τον συναντήσουμε και του δινόμασταν ακόμη πιο παθιασμένα, ακόμη πιο ολοκληρωτικά. Κι αν τολμούσαμε να τον ρωτήσουμε: μα δεν σε πειράζει που έχουμε άλλους άντρες, που θα σε αφήσουμε; εκείνος δεν μιλούσε, κουνούσε τους ώμους και μας αγκάλιαζε ξανά και ξανά, ώσπου μούδιαζε το κεφάλι μας και δεν μπορούσε πια να σκεφτεί ούτε τα πριν ούτε τα μετά και δεν υπήρχαν ερωτήσεις που έπρεπε να απαντηθούν, δεν υπήρχαν λόγια, αναστολές και εξηγήσεις.
Όταν πέθανε ο Φίλιππος, οι φίλοι μας έλεγαν πως ήμασταν τυχερές μέσα σε όλη αυτή την τραγωδία, εγώ και η Ελπίδα, γιατί ήταν ένα παιχνίδι της τύχης ότι είχαμε γλιτώσει. Μα εμείς δεν νιώθαμε καθόλου τυχερές και νομίζω πως πολλές φορές ονειρευτήκαμε να πεθαίνουμε μαζί του, σ’ εκείνη τη στροφή, να πετούν οι ψυχές μας ψηλά, ενωμένες με τη δική του ψυχή, καθώς το μεταλλικό του άλογο εκτοξευόταν στους αιθέρες. Όσο για την Έλσα, την έτρωγε το σαράκι, πως δεν είχε προφτάσει να τον χαιρετήσει, πως δεν τον είχε δει μια τελευταία φορά.
Το ατύχημα εκείνο το έγραψαν στις εφημερίδες, γιατί συνέβησαν δύο ανεξήγητα πράγματα. Πρώτον, ο Φίλιππος έζησε, ενώ θα έπρεπε το σώμα του να είχε γίνει κομμάτια στον γκρεμό. Έζησε και έμοιαζε αλώβητος εξωτερικά, παρά τους λίγους μώλωπες και τις γρατζουνιές. Τον βλέπαμε από το τζάμι στην εντατική εκείνους τους τρεις μήνες που είχε πέσει σε κώμα, το όμορφο πρόσωπό του να έχει φέξει, αλλά ήταν σαν άγιος, ένας τέλειος άγιος που εξαϋλωνόταν λίγο λίγο, απαλλαγμένος πια από τη μιζέρια και τη φθορά αυτού του κόσμου. Δεύτερον, η μηχανή εκτοξεύτηκε σε τέτοια απόσταση, ώστε για μέρες δεν μπορούσαν να την εντοπίσουν μέσα στη θάλασσα. Κι όταν τη βρήκαν ήταν κι εκείνη ατόφια, λες και είχε πέσει αθόρυβα, απαλά στο νερό. Την πήρε ο φίλος του ο Σταύρος τη μηχανή ―αφού η Μαρία Φιλίποβνα ούτε που ήθελε να βλέπει εκείνο το διαβολικό εργαλείο που της άρπαξε τον μοναχογιό της― και προσπάθησε να την πουλήσει, αλλά ύστερα μετάνιωσε και την κράτησε στην αποθήκη, ενθύμιο του κολλητού του. Ένα ενθύμιο που σ’ έκανε ν’ ανατριχιάζεις, έτσι όπως την είχε στολίσει με πλαστικά λουλούδια και της άναβε καντήλι δίπλα σε μια κακοτυπωμένη φωτογραφία του Φίλιππου.
Μετά τον θάνατο του Φίλιππου ποτέ δεν συζητήσαμε πραγματικά για εκείνον αλλά και για όλη την περίοδο της άγριας νιότης μας. Την περίοδο που κάνει τα κορίτσια να θέλουν να πονέσουν, να γίνουν συντρίμμια, να καούν σαν νυχτερινές πεταλούδες από την έλξη της φωτιάς. Όταν τελειώσαμε τη σχολή, η καθεμία πήρε τον δρόμο της. Η Ελπίδα έφυγε για τη Σκωτία και από φιλόλογος αποφάσισε να γίνει ανθρωπολόγος και μάλιστα εξειδικεύτηκε στις φυλές της Λατινικής Αμερικής και στα έθιμα που έχουν σχέση με τους νεκρούς που βρήκαν βίαιο θάνατο: τελετές, μύθοι για το ταξίδι των ψυχών, ιστορίες στοιχειωμένων τόπων. Νομίζω πως ίσως η Ελπίδα έτσι να έψαχνε μια απάντηση για τη μεταθανάτια πορεία του Φίλιππου αλλά και της μάνας της, που επίσης είχε πεθάνει βίαια, σ’ ένα εργατικό ατύχημα. Η Έλσα έμεινε στην Αθήνα και διδάσκει πια σ’ ένα λύκειο. Είναι όπως πάντα ήρεμη και λογική και σου εμπνέει εμπιστοσύνη μ’ ένα βλέμμα της και μόνο. Συμβουλεύει τους μαθητές της να μην ανεβαίνουν σε μηχανές, ενώ δηλώνει επίμονα πως δεν θα κάνει ποτέ παιδιά. Κι έπειτα, έμεινα κι εγώ στην Αθήνα, το σπίτι μου είναι σχετικά κοντά στης Έλσας, τηλεφωνιόμαστε κάθε μέρα, παρόλο που δεν συναντιόμαστε συχνά, όπως άλλοτε. Εξάλλου, πού να βρω χρόνο; Όλη μέρα μεταφράζω αυτά τα φρικτά κείμενα, οδηγίες χρήσης συσκευών, προγράμματα εκδρομών, ταξιδιωτικούς οδηγούς. Τουλάχιστον έτσι δεν είμαι αναγκασμένη να βγαίνω και να αντιμετωπίζω όλα εκείνα τα άγχη που με πιάνουν μέσα στη φασαρία του κόσμου.
Το αποφάσισα. Σήμερα θα πάρω τηλέφωνο την Έλσα και θα της πω να βγάλει εισιτήρια για τη Σκωτία. Κι εκείνη θα παραξενευτεί με την ξαφνική τόλμη μου. Πρέπει όμως να δούμε επιτέλους την Ελπίδα. Θα πάμε στη Σκωτία και θα κάνουμε ξανά αυτό που είχαμε κάνει τότε, το τελευταίο καλοκαίρι που είχαμε πάει για κάμπινγκ στην παραλία του Κεδρόδασους, στην Κρήτη, εμείς οι τρεις και ο Φίλιππος. Είχαμε ξαπλώσει στην αμμουδιά και κοιτούσαμε για ώρες τ’ αστέρια. Ο ουρανός ήταν γεμάτος με ολόφωτες λάμψεις που σε έκαναν να ζαλίζεσαι από ευτυχία. Ύστερα είχαμε ενώσει τα χέρια μας και είχαμε πει πως αυτό θα το κάνουμε κάθε χρόνο. Όλοι μαζί. Η Ελπίδα είχε κόψει την παλάμη της με ένα μαχαίρι και μας είχε δώσει να πιούμε το αίμα της κι ύστερα είχαμε κάνει όλοι το ίδιο. Τι μέθη είχε εκείνο το βράδυ ο έρωτας και τ’ αστέρια που έμοιαζαν λες και ανέβαιναν από τη ζεστασιά του πελάγους. Μα δεν ξέρω αν στη Σκωτία θα βρούμε τέτοια αστέρια. Δεν ξέρω πώς θα είναι χωρίς τον Φίλιππο, να κάνουμε ξανά μια τέτοια τελετή. Κι εξάλλου δεν είμαστε πια τόσο νέες. Ίσως να νιώσουμε πολύ κουρασμένες και να κάτσουμε ήσυχα να πιούμε μια μπίρα σ’ ένα πάρκο γεμάτο υγρασία. Και τότε μπορεί να τον δούμε να έρχεται μέσα από τα δέντρα, είκοσι ενός χρονών, όπως τότε. Γιατί το λένε πολλοί, η Σκωτία ευνοεί τα φαντάσματα, τις εκστάσεις της φύσης και τις νυχτερινές αποκαλύψεις. Όπως και να ’χει, θα πάμε στη Σκωτία, πρέπει να βρούμε την Ελπίδα και να μιλήσουμε επιτέλους για τη νύχτα που πέθανε ο Φίλιππος, εκείνο το ξωτικό της νιότης μας, που φύτεψε ανεξίτηλα μέσα μας το σκοτεινό κεντρί της αγάπης, καθώς έτρεχε, έτρεχε με χίλιους ανέμους προς τον θάνατό του.
______________
Ο τίτλος είναι φράση από το βιβλίο της Ισμήνης Καπάνταη Η ιστορία της Ιόλης (Εκδόσεις της «Εστίας» 1992).